Όταν η καπιταλιστική Ευρώπη συγκλονίζεται από τις πολιτικές –και όχι μόνο– συνέπειες του προσφυγικού ρεύματος, όταν στο κλίμα που διαμορφώνεται, το δημοψήφισμα του Ιουνίου για την παραμονή ή όχι της Μ. Βρετανίας στην ΕΕ ορθώνεται ως μείζων απειλή, τότε υπάρχουν πολλοί λόγοι που εξηγούν γιατί ξαφνικά ο Σόιμπλε «πιστεύει στον Τσίπρα». Ωστόσο, η προπαγάνδα –όχι μόνο της κυβέρνησης αλλά ακόμη και εχθρικών σε αυτήν ΜΜΕ– ότι η αξιολόγηση του ελληνικού προγράμματος λιτότητας θα διεκπεραιωθεί χωρίς μεγάλους κραδασμούς είναι πολύ αισιόδοξη. Το «παιχνίδι» είναι τουλάχιστον αμφίρροπο, καθώς παραμένουν ενεργοί ισχυροί αστάθμητοι παράγοντες.

Σε κάθε περίπτωση, πλησιάζουμε στο μεγάλο σημείο καμπής των εξελίξεων. Η διακύβευση είναι μεγάλη: αν η κυβέρνηση και το αστικό-μνημονιακό πολιτικό σύστημα περάσουν πράγματι χωρίς μεγάλους κραδασμούς το «τεστ» της πρώτης αξιολόγησης του ελληνικού προγράμματος, τότε θα μπούμε σε μια νέα φάση, ίσως και σε μια νέα περίοδο, πολύ δύσκολη για τα θύματα της λιτότητας και των μνημονίων και πολύ σκληρή για το κίνημα και την Αριστερά. Αν όμως οι αντιφάσεις, που περισσεύουν τόσο στον «κόσμο» που εκπροσωπούν οι δανειστές όσο και στο εγχώριο πολιτικό σύστημα, σε συνδυασμό με μια νέα επανεμφάνιση του κινήματος αντίστασης, δεν επιτρέψουν μια τέτοια «ομαλή» εξέλιξη, τότε η πολιτική αστάθεια μπορεί να πάρει μείζονα χαρακτηριστικά, τροφοδοτώντας εξελίξεις «ανοιχτές» σε όλα τα ενδεχόμενα. 
Ο Σόιμπλε «πιστεύει 
στον Τσίπρα», αλλά...

Το γεγονός ότι ο «κραταιός» Βόλφγκανγκ Σόιμπλε δηλώνει ότι «πιστεύει στον Τσίπρα» δεν είναι μόνο μία ακόμη απόδειξη της πολιτικής χρεοκοπίας και κατάντιας της κυβέρνησης Τσίπρα αλλά και μια μεγάλη απόδειξη ότι το γερμανικό ιμπεριαλιστικό κέντρο είναι σε πολύ δύσκολη θέση. Το αποτέλεσμα του βρετανικού δημοψηφίσματος, ιδιαίτερα στο κλίμα που διαμορφώνουν οι εξελίξεις με το Προσφυγικό, δεν είναι δεδομένο. Στις ευρωπαϊκές καγκελαρίες οι ανησυχίες είναι τόσο μεγάλες ώστε το ζήτημα αυτό να έχει αναχθεί στην επόμενη «μεγάλη μάχη» ύστερα από το Προσφυγικό. Μάλιστα, καθόρισε σε σημαντικό βαθμό τις «λύσεις» που δόθηκαν στη Σύνοδο Κορυφής για το ίδιο το Προσφυγικό. Το απροσχημάτιστο κουρέλιασμα της Συνθήκης της Γενεύης για το άσυλο και η μετατροπή ενός διεθνούς και ευρωπαϊκού προβλήματος σε διμερές ελληνοτουρκικό πρόβλημα απευθύνονται καθησυχαστικά και στους Βρετανούς ψηφοφόρους, με στόχο να πειστούν ότι η ΕΕ μπορεί να παράσχει την υπεσχημένη «ασφάλεια»... 
Επειδή όμως το τανγκό θέλει δύο, έπρεπε να δείξει και ο Αλέξης Τσίπρας και η κυβέρνησή του πολλή «καλή θέληση» για να συμπράξουν σε ένα τέτοιο έγκλημα. Δεν αρκούσε να ληφθεί η συγκεκριμένη απόφαση, αλλά έπρεπε να ληφθεί με γενική συναίνεση και με όλες τις πλευρές να «πανηγυρίζουν» για το αποτέλεσμα. Μόνο έτσι το καθησυχαστικό συμπέρασμα θα γινόταν κάπως πειστικό. Στο σημείο αυτό, η κυβέρνηση της μνημονιακής κακοήθους εξαλλαγής είδε μια ευκαιρία: να αξιοποιήσει τη συγκυρία ώστε βάζοντας την υπογραφή της στην άθλια απόφαση της ευρωπαϊκής Συνόδου για το Προσφυγικό να εξασφαλίσει τη «φιλία» του Σόιμπλε, με την ελπίδα ότι θα περάσει τον «κάβο» της αξιολόγησης. Πρόκειται ασφαλώς για «στρατήγημα» απίστευτης αθλιότητας! Όμως ο κίνδυνος να απομείνει από αυτό μόνο η αθλιότητα της υπογραφής δεν είναι μικρός. Άρκεσε το τρομοκρατικό χτύπημα στις Βρυξέλλες για να διαλυθεί μεμιάς το καθησυχαστικό σκηνικό της Συνόδου Κορυφής και το κλίμα σε ολόκληρη την Ευρώπη να «μαυρίσει». Οι άθλιες υπηρεσίες του κ. Τσίπρα μπορεί να αποδειχτούν μάταιες τόσο για τον ίδιο όσο και για τον Σόιμπλε... 
...«πιστεύει» πολύ 
περισσότερο στο ΔΝΤ

Ωστόσο, έστω και υπ’ αυτές τις περιστάσεις, το ειδικό βάρος του Τσίπρα και της κυβέρνησής του είναι μηδαμινό μπροστά στο αντίστοιχο της άλλης μεγάλης «συνιστώσας» των δανειστών, του ΔΝΤ. Οι περιστάσεις, οικονομικές και πολιτικές, δεν επιτρέπουν κανένα σχέδιο που δεν θα περιλαμβάνει το ΔΝΤ με πλήρη ρόλο στο ελληνικό «πρόγραμμα προσαρμογής». Και είναι γνωστό ότι το ΔΝΤ έχει δώσει δύο εναλλακτικές ως απόλυτο όρο για τη συμμετοχή του: είτε ένα βαρύ πρόγραμμα λιτότητας με έμφαση σκληρές περικοπές στο Ασφαλιστικό και στις δαπάνες υγείας, είτε μια «δραστική» αναδιάρθρωση του χρέους (περιλαμβανομένου και «κουρέματος») σε συνδυασμό με ένα «πιο ήπιο» πρόγραμμα λιτότητας. Αυτό που πρέπει να κατανοηθεί είναι ότι αυτό το «πιο ήπιο» πρόγραμμα είναι αρκούντως πιο σκληρό από όσα η ίδια η κυβέρνηση έχει δημόσια προτείνει. 
Πώς θα βρεθεί ισορροπία ανάμεσα στις επιδιώξεις του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, του Αλέξη Τσίπρα και του ΔΝΤ; Κατ’ αρχάς με το να υποχωρήσει η κυβέρνηση σε σχέση με τις προτάσεις της σε όλη τη γραμμή. 
Στο Ασφαλιστικό, συντομεύεται η μεταβατική «περίοδος χάριτος», περικόπτονται δραστικά οι επικουρικές συντάξεις, περικόπτονται οι κύριες συντάξεις πάνω από ένα όριο (άθροισμα κύριας και επικουρικής 1300 ευρώ), θεσπίζεται μειωμένη εθνική σύνταξη για λιγότερα από 20 χρόνια ασφάλισης, αναιρούνται οι κυβερνητικές υποσχέσεις προς συγκεκριμένους κλάδους (π.χ. δημοσιογράφοι) για κάποιας μορφής εξαίρεση από την ενοποίηση των ταμείων. 
Στη φορολογία, το «πακέτο» γίνεται... ασήκωτο, περιλαμβάνοντας μείωση του αφορολόγητου και μεγάλες επιβαρύνσεις στα χαμηλά και μεσαία φορολογικά κλιμάκια. 
Στα κόκκινα δάνεια, θα πωλούνται στους «γύπες» των distress funds ακόμη και «πράσινα», δηλαδή εξυπηρετούμενα δάνεια, ενώ μειώνεται το όριο της αξίας της πρώτης κατοικίας που θα προστατεύεται από πλειστηριασμούς. 
Επειδή όμως οι συνολικές απαιτήσεις του ΔΝΤ δεν παραγράφονται, γίνεται λόγος για ζητήματα που δεν θα κλείσουν τώρα, αλλά θα μείνουν εκκρεμή για τον Ιούνιο, αμέσως μετά το βρετανικό δημοψήφισμα –μια βαρετή όσο και εξοργιστική επανάληψη της μνημονιακής τεχνικής της απάτης... 
Το παραμύθι έχει υποτίθεται και «βασιλικό δώρο»: την έναρξη της συζήτησης για την ελάφρυνση του χρέους. Όμως κανείς δεν εντυπωσιάζεται πλέον. Ο νέος φίλος του Αλέξη Τσίπρα, ο κ. Σόιμπλε, το εξήγησε πρόσφατα: επιμήκυνση και μείωση επιτοκίου (για «κούρεμα» δεν γίνεται λόγος) έχουν νόημα για την περίοδο ύστερα από το 2025 –όταν και οι δύο θα βρίσκονται στην πολιτική χωματερή... 
Ο μνημονιακός «εμφύλιος» και η Αριστερά
Το κυβερνητικό κόμμα και το πολιτικό σύστημα θα περάσουν σύντομα, μέχρι τα τέλη Απριλίου, από το crash test της αξιολόγησης του μνημονιακού προγράμματος. Το «πακέτο» θα είναι βαρύ, στο δε πολιτικό σύστημα οι ρωγμές είναι ορατές διά γυμνού οφθαλμού και ο εμφύλιος μαίνεται. Έχοντας ως ύστατο και μοναδικό στόχο πλέον την παραμονή στην κυβερνητική εξουσία, το κυβερνητικό κέντρο προσπαθεί να «ανοίξει χώρο» και να «κατακτήσει εδάφη» στο αστικό-μνημονιακό σύστημα εξουσίας. Και επειδή σε αυτόν το στόχο αρμόζουν τα αντίστοιχα μέσα, η «μάχη» δίνεται στα βρόμικα «ενδότερα» του συστήματος, με προσεταιρισμούς μνημονιακών συμμάχων ενάντια σε άλλους, με επιστράτευση μηχανισμών του «βαθέος κράτους», με εμφύλιο εντός της διαπλοκής: με τον Μπόμπολα ενάντια στον Ψυχάρη (μπλεξίματα με τους εισαγγελείς ο Ψυχάρης αλλά και διεθνές ένταλμα κατά του Μπόμπολα για «δουλειές» στην Κύπρο...), με τον Μαρινάκη ενάντια στον Αλαφούζο, με τον πρώην αρχηγό της ΕΥΠ Παπαγγελόπουλο σε πρώτο ρόλο κ.λπ. Αυτός ο «εμφύλιος» εγκυμονεί όχι μόνο «τέρατα» αλλά και αστάθεια...
Παράγονται λοιπόν έτσι νέα κύματα αστάθειας, σε ένα πολιτικό σύστημα γεμάτο ρωγμές. Η διεθνής διεργασία για οιονεί ένταξη του ΣΥΡΙΖΑ στη Σοσιαλιστική Διεθνή των Σουλτς και συντροφίας έχει ωριμάσει, αλλά το ΠΑΣΟΚ διστάζει να στηρίξει την κυβέρνηση. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιμένει στο «συμβόλαιο» της μη συναινετικής αντιπολίτευσης που τον ανέδειξε στην αρχηγία, αλλά η «μουρμούρα» ότι «ο αρχηγός δεν τραβάει» άρχισε ήδη. Το κόμμα των Μπαλτάκου - Καρατζαφέρη παίρνει θέση προβλέποντας ενδιαφέρουσες εξελίξεις, ενώ «μητσοτακικοί» και «σαμαρικοί» συνασπίστηκαν ενάντια στους «καραμανλικούς» στο συνέδριο της ΓΣΕΕ. 
Η Αριστερά πρέπει να αντιληφθεί επίσης ότι η πολιτική αστάθεια έχει «ωριμάσει» και ότι, με σημείο καμπής την αξιολόγηση, θα δημιουργηθεί ένα νέο πολιτικό και κοινωνικό σκηνικό. Και να συνειδητοποιήσει ότι ο μόνος τρόπος να το επηρεάσει αποτρέποντας την εμπέδωση του μνημονιακού καθεστώτος είναι το κίνημα και το ενιαίο μέτωπο των δυνάμεών της. Οι πρόσφατες κινητοποιήσεις ενάντια στο Ασφαλιστικό αλλά και το συγκλονιστικό κοινωνικό ρεύμα αλληλεγγύης στους πρόσφυγες δείχνουν ότι υπάρχουν οι προϋποθέσεις.