Λίγες μέρες πριν τις εκλογές αντιμετωπίζουμε τα εξής φαινομενικά παράδοξα.

• Μια Δεξιά που μιλά νεοφιλελεύθερα και ρεβανσιστικά, χωρίς να χάνει από αυτό.
• Τον ΣΥΡΙΖΑ να μιλά ετεροκαθοριζόμενος από τη ΝΔ, καλώντας σε συστράτευση «για να μην έρθει ο Μητσοτάκης».  
• Εκφράσεις που προέκυψαν από την αντιμνημονιακή Αριστερά να είναι προσωποπαγή μορφώματα με συντηρητικό προγραμματικό λόγο. 
• Η Αριστερά να μη μιλά πρακτικά γι’ αυτές τις εκλογές, αλλά να κατεβαίνει με βασικό σύνθημα μια αυτοαναφορική δήλωση ότι «αντέχουμε» και μιλώντας «για την επόμενη μέρα». 
Όλα αυτά αποτυπώνουν το τέλος εποχής και το βάθος της ήττας που συντελέστηκε για το αντιμνημονιακό κίνημα της περιόδου 2010-2015 και μιας στρατηγικής ήττας της ριζοσπαστικής και κομουνιστικής Αριστεράς στη χώρα μας. Η εκτίμηση ότι έχει συντελεστεί μια τέτοια ήττα είναι αναγκαία για να πορευτούμε αλλιώς.  
Για αυτά ο ΣΥΡΙΖΑ φέρει τη βαρύτερη ευθύνη ως «κυβερνώσα Αριστερά» που εφάρμοσε νεοφιλελεύθερα μέτρα, χρησιμοποιώντας το επιχείρημα TINA και όπως συνέβη και αλλού (π.χ. Ιταλία), έτσι επιστρέφει με επιθετικούς όρους συντηρητικής παλινόρθωσης η παραδοσιακή δεξιά. Στο έδαφος της ήττας, ο ΣΥΡΙΖΑ πλέον καλεί σε «δημοκρατική συστράτευση» ενάντια στο Μητσοτάκη, κατά τον ίδιο τρόπο που καλούσε «ενάντια στο Μπερλουσκόνι» η ιταλική Αριστερά. Και ίσως αποδειχθεί βεβιασμένο το συμπέρασμα ότι, όταν η Δεξιά αποκαλύψει το πραγματικό πρόσωπό της, θα ξεσπάσουν εκ νέου μεγάλες κινητοποιήσεις. Δεν είμαστε πλέον στις αρχές της μεταπολίτευσης, ούτε καν στο 1993. Όλα αυτά απαιτούν πιο σοβαρές εκτιμήσεις, μελέτη των κοινωνικών εξελίξεων και προσπάθεια έντασης της κινηματικής δράσης στο δύσκολο τοπίο που διαμορφώνεται. 
Είναι όμως η ριζοσπαστική και κομουνιστική Αριστερά σήμερα επαρκής γι’ αυτό; Ο λόγος που προεκλογικά εκφωνούν οι σχηματισμοί της «για την επόμενη μέρα» την κάνει να φαίνεται (και εμάς μαζί της, καθώς αποτελούμε μέρος της) αδύναμη να κατανοήσει τις αλλαγές και να κινηθεί αποφασιστικά αλλάζοντας. Απαιτείται ανασύνθεση λόγων και πρακτικών κοινωνικά, πολιτικά-προγραμματικά, ιδεολογικά, οργανωτικά. Καμία δύναμή της δεν στάθηκε ικανή να ορθώσει ανάχωμα στην επέλαση των δυνάμεων του κεφαλαίου. Η ευθύνη της ρεφορμιστικής Αριστεράς είναι μεν σημαντικότερη, όμως, αν δεν θέλουμε απλά να είμαστε μέρος ενός χώρου κινηματικών πρακτικών και αριστερής κριτικής του ρεφορμισμού, είναι ίσως σημαντικότερο για εμάς αυτοκριτικά το να αναγνώσουμε τι και γιατί έχασε στην επαναστατική Αριστερά.
Η ριζοσπαστική και κομουνιστική Αριστερά σε όλες τις μορφές της, με ευθύνες διαφοροποιημένες σε κάθε δύναμη, αποδείχθηκε κατώτερη των περιστάσεων, γιατί είχε κοινωνικές, πολιτικές, ιδεολογικές και οργανωτικές ανεπάρκειες. Κοινωνικά, παρέμεινε περιορισμένη σε μία γείωση σε στρώματα κυρίως μικροαστικά, με έμφαση στη νεολαία.
Πολιτικά, παρέμεινε στη λογική της «Αριστεράς της αντίστασης», έχοντας δομική αδυναμία να υπερβεί έναν καταγγελτικό λόγο. Και αυτό οδήγησε σε αδυναμία προγραμματικής εμβάθυνσης και εμπλοκής με τα ερωτήματα μιας διαδικασίας ρήξης και σοσιαλιστικής μετάβασης στη συγκεκριμένη χώρα που ζούμε.
Ιδεολογικά, παρέμεινε σε σημαντικό βαθμό αποστεωμένη και οργανωτικά δέσμια μιας αντίληψης «πρωτοπορίας», αδυνατώντας να διερευνήσει μια νέα σύνδεση του κοινωνικού με το πολιτικό επίπεδο, νέες οργανωτικές μορφές τόσο στο κίνημα όσο και στο επίπεδο της πολιτικής. Αυτές είναι ανεπάρκειες με τις οποίες οφείλουμε να αναμετρηθούμε στην επόμενη φάση. Η διαπίστωσή τους είναι μία αφετηρία, αλλά δεν αρκεί από μόνη της.
Από την πλευρά μας θέλουμε να συμβάλλουμε σε μια επανεκκίνηση της αναζήτησης απαντήσεων τόσο στο επίπεδο μιας προγραμματικής συζήτησης, όσο και στο επίπεδο των αναγκαίων κοινωνικών και πολιτικών πρακτικών που θα επιχειρούν να κινηθούν αλλιώς. Μαζί και με άλλες δυνάμεις και αγωνιστές/τριες, αναγνωρίζοντας τα όριά μας. Αυτό εκτιμούμε ότι είναι το βασικό καθήκον των επόμενων χρόνων. 
Γνωρίζουμε ότι οι εκλογές δεν πρόκειται να δώσουν απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα. Η τοποθέτησή μας σε αυτές λογοδοτεί σε ό,τι θεωρούμε ως καθήκον της περιόδου. Γι’ αυτό το λόγο θεωρούμε ότι η ψήφος στο ΣΥΡΙΖΑ δεν συμβάλλει σε αυτό, αντιθέτως εντείνει τη λογική ενός «αριστερού ΤΙΝΑ» που διαρκώς οδηγεί δεξιότερα. Καμία ψήφος σε προσωποπαγή μορφώματα νεοκεϊνσιανού (ΜέΡΑ25) ή εθνικο-λαϊκιστικού (Πλεύση Ελευθερίας) περιεχομένου δεν κομίζει επίσης κάτι νέο. Ούτε η ψήφος στο ΚΚΕ συμβάλλει στις αναγκαίες απαντήσεις, απλά ενισχύει τη «δικαίωση» μιας πολιτικής στρατηγικών διακηρύξεων με αποχή από τα άμεσα καθήκοντα.  
Τα μετωπικά μορφώματα της ριζοσπαστικής-αντικαπιταλιστικής Αριστεράς έχουν κλείσει τον κύκλο τους πλέον. Το χρήσιμο για τις δυνάμεις τους είναι να συμβάλουν στους αγώνες, αλλά και να κινηθούν σε ενωτική κατεύθυνση αυτοϋπέρβασης, επιχειρώντας να υπερβούν τις αδυναμίες της προηγούμενης περιόδου. Από αυτή τη σκοπιά, στηρίζουμε την Λαϊκή Ενότητα στις παρούσες εκλογές, θεωρώντας ότι η αναγνώριση των λαθών της θα ολοκληρωθεί έμπρακτα σε μια κίνηση αυτοϋπέρβασης και σύγκλισης των δυνάμεών της, με όσες δυνάμεις και αγωνιστές/τριες επιδιώκουν να αναμετρηθούν τολμηρά με τα ανασυνθετικά καθήκοντα της επόμενης μέρας.