Την Κυριακή 7/7 ολοκληρώνονται και οι τελευταίες εκλογικές διαδικασίες για την ανάδειξη αντιπροσώπων στο 1ο Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ.

Ενός συνεδρίου που εκ των πραγμάτων θα έχει μια κεντρική πολιτική διάσταση, μιας που θα έλθει να «επισφραγίσει» ένα ιστορικό ενωτικό εγχείρημα για το χώρο της Αριστεράς. Ωστόσο, μια σειρά από στοιχεία, δεδομένα και παραμέτρους, δείχνουν ότι πρόκειται για ένα συνέδριο που στοχεύει σε τυπικές εγκρίσεις κάποιων πολιτικών επιλογών, παρά ένα συνέδριο ουσίας, πραγματικής πολιτικής συζήτησης και συμμετοχής, που είναι βασική προϋπόθεση για έναν πραγματικά δημοκρατικό ΣΥΡΙΖΑ των μελών.

Η παραβίαση συμφωνημένων διαδικασιών, με άλλοθι το «είμαστε μια καινούργια προσπάθεια» (πράγμα που δεν είναι γεγονός), δημιούργησε μια κατάσταση που, σε πολλές περιπτώσεις, χανόταν το μέτρο και ο κανόνας, κυριαρχώντας μηχανισμοί με αδήλωτα πολιτικά χαρακτηριστικά, που έκοβαν και έραβαν κατά το δοκούν. Το αποτέλεσμα ήταν να βρεθούν εκτός συνεδρίου σημαντικά στελέχη τής μέχρι σήμερα Κεντρικής Επιτροπής, να βρεθούν εκτός λίστας εμπρόθεσμες υποψηφιότητες και εντός εκπρόθεσμες (όπως π.χ. στο Αγρίνιο), να υπάρξουν αντιφατικά κριτήρια εγγραφής μελών (π.χ. στο Ηράκλειο Κρήτης μαζική εγγραφή 70 μελών, ενώ σε άλλες περιπτώσεις υπήρξε άρνηση με το πρόσχημα της αποφυγής «αθρόων εγγραφών») και βέβαια συγκρούσεις και ανεπίτρεπτες συμπεριφορές στη βάση προσωπικών μικροπολιτικών, αλλά και μιας καθοδηγούμενης στρατηγικής «έντασης», κυρίως απέναντι στην Αριστερή Πλατφόρμα.

Η βάση για όλες αυτές τις καταστάσεις ήταν η προφανής επιλογή «να γίνει το συνέδριο όπως-όπως, αλλά να γίνει». Η διεξαγωγή ψηφοφοριών (σε πολλές και μεγάλες οργανώσεις της Αθήνας, αλλά και της Αχαΐας) τρεις μέρες πριν την έναρξη του συνεδρίου, «συμπιέζει» ακόμα περισσότερο την ισχύ του. Και το ερώτημα που προκύπτει είναι: πόσο σοβαρές αποφάσεις, και με ποιο κύρος μπορεί να πάρει αυτό το συνέδριο; Η νομιμοποίηση των καταστάσεων των μελών έγινε δυόμισι εβδομάδες μετά το κλείσιμο των καταλόγων (με αποτέλεσμα να είναι ανεξέλεγκτη η διαδικασία εγγραφής μελών) και όταν ήδη είχαν γίνει οι πρώτες ψηφοφορίες ανάδειξης αντιπροσώπων. Η παρουσία των μελών στις συνελεύσεις ήταν περιορισμένη (στις περισσότερες γύρω στο 25%) -και αυτό είναι πολύ ουσιαστικό, γιατί άγνωστα μέλη μεταξύ τους ψήφιζαν μόνο καθ’ υπόδειξη παλαιών και προβεβλημένων στελεχών από τους γνωστούς μηχανισμούς, επιβεβαιώνοντας ότι το πρόβλημα «λιστών» στις ψηφοφορίες δεν είναι προνόμιο μιας πλευράς και βέβαια δεν εμποδίζεται με την απαγόρευση της ξεχωριστής λίστας.

Όλα αυτά είχαν σαν άμεσο αποτέλεσμα γκρίνιες, πικρίες και αφορισμούς και σε κάποιες περιπτώσεις έντονες διενέξεις και αμφισβητήσεις. Όμως, το βασικότερο είναι η αξιοπιστία του ίδιου του συνεδρίου. Η σπουδή για να οργανωθεί ένα «άρον-άρον» συνέδριο (που συμπιέστηκε ακόμα περισσότερο λόγω δικαιολογημένων αναβολών συνελεύσεων εξαιτίας των κινητοποιήσεων της ΕΡΤ), παραβλέποντας τα πολύ ασφυκτικά χρονικά περιθώρια για να γίνουν ουσιαστικές πολιτικές συζητήσεις, μαρτυρά την πρόθεση να περιβληθούν το μανδύα της νομιμοποίησης μια σειρά από αποφάσεις που έμεναν ουσιαστικά εκτός ατζέντας πολιτικής συζήτησης.