Ακόμα και η έκθεση του ΙΟΒΕ περιγράφει την πλήρη αποτυχία της μνημονιακής πολιτικής: Το 2012 θα είναι ο πέμπτος στη σειρά χρόνος ύφεσης που θα φτάνει στο 5%, ενώ η ανεργία θα ξεπεράσει και με τα επίσημα στοιχεία το εφιαλτικό ποσοστό 20%.

Σε αυτή την καμένη γη που δημιούργησαν οι ντόπιοι καπιταλιστές, οι διεθνείς σύμμαχοί τους της τρόικας και οι κυβερνήσεις τους, θα πρέπει να προστεθούν τον Ιούνη έκτακτα μέτρα λιτότητας της τάξης των 15-16 δισ. ευρώ. Ο Παπαδήμος και ο Καψής, απηχώντας αυθεντικά τις διαθέσεις του καθεστώτος, αποκλείουν κάθε περιθώριο «χαλάρωσης» της λιτότητας και προειδοποιούν –παρότι το σύστημα έχει μπει σε προεκλογική περίοδο– ότι τα χειρότερα δεν βρίσκονται πίσω, αλλά μπροστά μας.

Τα προαναγγελθέντα μέτρα του Ιούνη κρέμονται σαν λεπίδι πάνω από τα κεφάλια των υποψήφιων πρωθυπουργών, κυρίως του Σαμαρά και του Βενιζέλου. Γιατί λιτότητα τέτοιας κλίμακας θα σημαίνει αρχικά προσπάθεια συντριβής των μισθών και των συντάξεων, εξίσωσής τους με τα επίπεδα της Βουλγαρίας-Ρουμανίας, όπως άλλωστε προβλέπει (με διαδικασία σταδιακής «μετάβασης») το Μνημόνιο 2. Θα σημαίνει επίσης συντριβή των κοινωνικών δαπανών, με κίνδυνο άμεσης και μαζικής κατάρρευσης των δημόσιων σχολείων και νοσοκομείων. Προς την κατεύθυνση αυτή, άλλωστε, λειτουργεί ήδη ο Σαχινίδης που προετοιμάζει μια πλήρη στάση πληρωμών του Δημοσίου προς κάθε κοινωνική υπηρεσία.

Το ερώτημα για την κυρίαρχη τάξη είναι πλέον αν θα κατορθώσει να βγάλει από την κάλπη μια κυβέρνηση που θα μπορεί να συνεχίσει να υπηρετεί τη μνημονιακή πολιτική και να πάρει τα πρόσθετα αντεργατικά-αντιλαϊκά μέτρα που αυτή προϋποθέτει. Και εδώ η οικονομική κρίση του συστήματος συναντά την πρωτοφανή πολιτική κρίση, συνθέτοντας ένα πρωτόγνωρο και ανεξέλεγκτο «σταυρόλεξο».

Συγκυβέρνηση;

Στη ΝΔ η ηγεσία Σαμαρά δείχνει να επιμένει στην τακτική διεκδίκησης της αυτοδυναμίας. Απαντώντας στις δημοσκοπήσεις που δείχνουν ότι η ΝΔ απέχει πλέον πολύ από τα αναγκαία ποσοστά, ο Αντ. Σαμαράς δηλώνει ότι θα διεκδικήσει την αυτοδυναμία μέσα από επαναλαμβανόμενες εκλογές μέχρι να την πετύχει.

Πρόκειται για υπερφίαλες δηλώσεις. Γιατί ο χρόνος μέχρι τον Ιούνη είναι ελάχιστος και το καθεστώς θα απαιτεί το σχηματισμό –όποιας– κυβέρνησης, για να πάρει τα έκτακτα μέτρα. Κυρίως, όμως, γιατί η πολιτική δυναμική της ηγεσίας Σαμαρά έχει «κλαδευτεί» μέσα από τη συμμετοχή στην κυβέρνηση Παπαδήμου και τη συνυπογραφή του Μνημονίου 2 και της δανειακής σύμβασης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της αποδυνάμωσης της ηγεσίας Σαμαρά ήταν η αποτυχία της να περιορίσει το «κόμμα Καμένου», να κρατήσει «μέσα στο μαντρί» της Δεξιάς την τάση της αντιμνημονιακής –τάχα λαϊκής– ακροδεξιάς. Επίσης χαρακτηριστικό δείγμα είναι το άνοιγμα της δημόσιας συζήτησης για επιστροφή της Ντόρας Μπακογιάννη, που δηλώνει: «Διεγράφην γιατί, πρωτοπόρα, υποστήριξα την πολιτική που, ευτυχώς, δυο χρόνια μετά ακολούθησε η ΝΔ».

Ανάλογη είναι η εικόνα και στον άλλο πυλώνα του πάλαι ποτέ κραταιού δικομματισμού. Η νέα ηγεσία Βενιζέλου δείχνει να «τσιμπάει» κάποια ποσοστά, δίνοντας αναπνοές στο ημιθανές σώμα του ΠΑΣΟΚ. Όμως απέχοντας ακόμα από το 20%, με συντριβή της εκλογικής επιρροής στις εργατογειτονιές της Αθήνας και του Πειραιά, με αφανισμό της επιρροής στη νεολαία (στις ηλικίες 18-25 το ΠΑΣΟΚ μετά βίας ανιχνεύεται δημοσκοπικά), η ηγεσία Βενιζέλου, παρότι δηλώνει ότι θα παλέψει «για την πρωτιά», δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως επιτυχημένη.

Και εδώ τα προβλήματα είναι μπροστά: η αρχική διετία του ΓΑΠ και κυρίως η προσφυγή στο ΔΝΤ (που μπορεί να αποτελέσει αφορμή ακόμα για ποινική δίωξη από τη ΝΔ) είναι μια «καυτή πατάτα» στα χέρια του Βενιζέλου, που δύσκολα θα την αντιμετωπίσει στην όποια προεκλογική δημόσια συζήτηση. Το αποτέλεσμα είναι, στην πραγματικότητα, ότι οι ξεσκολισμένοι σοσιαλφιλελεύθεροι του ΠΑΣΟΚ οφείλουν να συμβιβαστούν με την προοπτική της δεύτερης θέσης, που στη συγκεκριμένη συγκυρία τους περιορίζει, στην καλύτερη περίπτωση, στο ρόλο συμπληρωματικής δύναμης σε μια «συγκυβέρνηση» με πρωτοκαθεδρία της Δεξιάς.

Είναι χαρακτηριστικό ότι τα (άμεσα συνδεδεμένα με τις τράπεζες) ΜΜΕ προπαγανδίζουν ακόμα και πριν τις εκλογές τη «λύση» της συγκυβέρνησης. Ο πανικός μπροστά στη ραγδαία κρίση του πολιτικού προσωπικού τους κάνει να αντιμετωπίζουν ακόμα και τα σενάρια όπου το άθροισμα ΝΔ και ΠΑΣΟΚ δεν θα συγκεντρώνει τον ελάχιστο αναγκαίο αριθμό των 151 βουλευτών. Και να μιλούν για «κυβέρνηση τεχνοκρατών» –με ή χωρίς τον Παπαδήμο– που θα πρέπει να αναλάβει τη διακυβέρνηση, παίρνοντας απλώς από τη βουλή την «εντολή» και την ψήφο ανοχής όποιων 151 βουλευτών.

Σε κάθε εκδοχή, οι «λύσεις» αυτές είναι συνταγές ακραίας αστάθειας. Η κυβέρνηση του ΓΑΠ κατέρρευσε παρότι ξεκινούσε από τη βάση των 165 βουλευτών, βάση που είναι απολύτως ανέφικτη για τον Αντ. Σαμαρά. Η αρχικά τρικομματική κυβέρνηση Παπαδήμου ξεκινούσε από μια πρωτοφανή πλειοψηφία στη βουλή και πέρασε το Μνημόνιο 2, χάνοντας δεκάδες βουλευτές, αγκομαχώντας και με την προσοχή στραμμένη στο βουητό των διαδηλωτών και των απεργών που πολιορκούσαν τη βουλή.

Η επερχόμενη κάλπη, καταγράφοντας έστω στρεβλά την οργή και την αγανάκτηση του κόσμου, αν δώσει πολιτική λύση για τις αστικές δυνάμεις, θα δώσει μια λύση ασταθή, αβέβαιη και προσωρινή.

Δημοκρατία;

Η εκτίμηση αυτή θα πρέπει να ενισχύει την αυτοπεποίθηση και την αποφασιστικότητα για την κλιμάκωση των αγώνων μας. Δεν αφήνει όμως κανένα περιθώριο για «εύκολες» αντιμετωπίσεις που στηρίζονται στις θεωρίες ότι οι εξελίξεις θα καθοριστούν από τις κάλπες και την ομαλή λειτουργία του (έστω αστικού) δημοκρατικού συστήματος.
Οι καπιταλιστές έχουν την πραγματική εξουσία, βρίσκονται σε κρίσιμη θέση και θα δώσουν μάχη για τη διαιώνιση της κυριαρχίας τους.

Τα σημάδια της «σκλήρυνσης» του καθεστώτος είναι ήδη ορατά με τη στάση των δυνάμεων καταστολής στις διαδηλώσεις, με τα πρωτοφανή μέτρα περιφρούρησης και καταστολής στις 25/3, με τις αποφάσεις των δικαστηρίων κατά των απεργών, των διαδηλωτών κ.λπ. Ο Λοβέρδος και ο Χρυσοχοΐδης πυροδοτούν μια ανοιχτά ρατσιστική προεκλογική «ατζέντα», επιχειρώντας να μειώσουν τις δυνάμεις της Αριστεράς και αδιαφορώντας για το αν έτσι εκτοξεύουν τις πιθανότητες της ναζιστικής Χρυσής Αυγής.

Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, αν και η προεκλογική μάχη έχει ουσιαστικά ξεκινήσει, η κυβέρνηση δεν έχει ακόμα επίσημα προκηρύξει τις εκλογές. Καθημερινά κυκλοφορούν σενάρια που εξετάζουν το ενδεχόμενο αναβολής των εκλογών, αν η κυρίαρχη τάξη και οι δανειστές δεν πεισθούν από μετρήσεις ότι το αποτέλεσμά τους θα είναι «βιώσιμο» για το σύστημα. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι ο σημερινός πρωθυπουργός δεν έχει εκλεγεί ποτέ και ότι το πρόγραμμα της κυβέρνησής του δεν πήρε ποτέ και πουθενά λαϊκή έγκριση.

Αυτό το παιχνίδι στα όρια της αστικής δημοκρατίας είναι πλέον διεθνές. Κυβέρνηση τεχνοκρατών «διαθέτει» σήμερα και η Ιταλία, ενώ αυτή η μορφή διακυβέρνησης συνιστάται πλέον από τα πιο επίσημα χείλη στην ΕΕ προς όλες τις χώρες που ζητούν την ευρωπαϊκή «βοήθεια». Ο Σόιμπλε απαιτεί ανοιχτά –μέσω του Συμφώνου για το ευρώ– τον έλεγχο των προϋπολογισμών, τον έλεγχο της οικονομικής πολιτικής κάθε χώρας-μέλους της ΕΕ, από «ανεξάρτητα» σώματα διορισμένων τεχνοκρατών του κεφαλαίου.

Στις συνθήκες της κρίσης οι κυρίαρχες τάξεις και οι άμεσα προσδεμένες κρατικές γραφειοκρατίες συγκεντρώνουν όλο και πιο άμεσα στα χέρια τους τον έλεγχο των εξελίξεων, φτάνοντας να παραμερίζουν ως «περιττές πολυτέλειες» τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες, που κάποτε αποτελούσαν το «ευαγγέλιο» για τη χειραγώγηση των μαζών.
Αυτό σημαίνει ότι η Αριστερά οφείλει να συνεχίσει να απαντά στις εκλογικές προκλήσεις, να αξιοποιεί την αστάθεια του αντιπάλου και τις ρωγμές στο πολιτικό σύστημα. Δεν μπορεί όμως να περιορίζει τον αγώνα για την υπεράσπιση του κόσμου της εργασίας, για την κοινωνική και πολιτική αντεπίθεση, στο πεδίο των εκλογών.

Ανατροπή

Η υποχρέωση που έχει ήδη εγγραφεί στις εξελίξεις είναι η υποχρέωση ανατροπής της μνημονιακής πολιτικής και της νέας ευρωπαϊκής πολιτικής που περιγράφει το σύμφωνο για το ευρώ. Πρόκειται για έναν μεγάλο στόχο που, για την ώρα τουλάχιστον, δεν είναι ανεκτός για το σύστημα. Οι καπιταλιστές κατανοούν ότι τα μνημόνια, οι συμφωνίες με τους δανειστές, η νέα ευρωπαϊκή πολιτική είναι ζητήματα περίπου «ζωής ή θανάτου» για την τάξη τους.

Στην Ευρώπη, κατανοώντας την ανελαστικότητα αυτού του πλαισίου και κάτω από τις εκτιμήσεις για επιδείνωση της κρίσης, αρχίζουν να διατυπώνονται δειλά-δειλά κάποιες δεύτερες σκέψεις κυρίως από το σοσιαλδημοκρατικό χώρο. Αυτό ερμηνεύει τη θέση του Ολάντ υπέρ της φορολόγησης των πλουσίων, αλλά και κάποιους ελιγμούς των ευρωγραφειοκρατών προς τα ευρωομόλογα και κάποια μέτρα «αναπτυξιακής» πολιτικής.

Όμως θα ήταν πολιτικό έγκλημα να αρκεστεί η Αριστερά σε τέτοιες υποσχέσεις, να δώσει ξανά εμπιστοσύνη στις σοσιαλδημοκρατικές σειρήνες. Το καθήκον είναι η ανατροπή της λιτότητας, η επιβολή μιας οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής που θα λογοδοτεί στις ανάγκες των εργαζομένων. Πρόκειται για καθήκον ασύμβατο με τι σημερινές πολιτικές της υπαρκτής ΕΕ, συνδεμένο με τις προοπτικές μιας άλλης Ευρώπης.

Η πορεία προς την κατεύθυνση αυτή είναι υπόθεση της Αριστεράς. Της ενότητάς της μέσα στο κίνημα αντίστασης, της συμπαράταξής της στις πολιτικές μάχες, της κυβέρνησης της Αριστεράς ως αντίπαλο δέος απέναντι σε όλα τα αστικά κυβερνητικά σχέδια. Με τελικό στόχο την αντικαπιταλιστική ανατροπή και τη σοσιαλιστική αλλαγή της κοινωνίας.