Ο αγώνας που ανάγκασε την κυβέρνηση να υποχωρήσει

Ύ στερα από 31 ημέρες απεργίας πείνας, δίνοντας μια σκληρή και ανυποχώρητη μάχη με την κρατική εκδικητικότητα και τον ίδιο το θάνατο, ο κρατούμενος Νίκος Ρωμανός νίκησε. 
Νίκη που ήρθε κάτω από την τεράστια πίεση ενός πολύμορφου, μαζικού και επίμονου κινήματος συμπαράστασης, αναγκάζοντας τον Αθανασίου και την κυβέρνηση να φέρουν τροπολογία που δίνει το δικαίωμα σε κρατούμενους φοιτητές και σπουδαστές για παρακολούθηση –έστω και με το καταδικαστέο «βραχιολάκι» επιτήρησης– των μαθημάτων τους στις σχολές όπου έχουν εισαχθεί, εφόσον έχουν παρακολουθήσει το πρώτο εξάμηνο εξ αποστάσεως. 
Τη στιγμή που τα πράγματα όδευαν σε οριακό σημείο, με το Ν. Ρωμανό να είναι έτοιμος να ξεκινήσει και απεργία δίψας, μαζί με τον κρατικό αυταρχισμό ακυρώθηκαν και τα όποια νοσηρά σενάρια απεργάζονταν διάφοροι ακροδεξιοί κύκλοι, που στη δολοφονία του νεαρού απεργού πείνας διέβλεπαν τη διέξοδο από την κυβερνητική κρίση και την εμπέδωση του «κράτους έκτακτης ανάγκης». 
Στην ευτυχή κατάληξη συνέβαλαν μια σειρά από παράγοντες, που έκαναν αφόρητη την πολιτική πίεση για τους κυβερνώντες.
Το σθένος και η αποφασιστικότητα του ίδιου του Ν. Ρωμανού. Διεκδικώντας το αυτονόητο δικαίωμα στη μόρφωση, τη στιγμή μάλιστα που κάτι τέτοιο προβλεπόταν ήδη από την υπάρχουσα νομοθεσία, απογύμνωσε τους ισχυρισμούς του υπουργείου Δικαιοσύνης, αναδεικνύοντας το σχέδιο καταστολής όσων αντιστέκονται στη βαρβαρότητα του συστήματος και την υποκρισία των υπερασπιστών της «επιλεκτικής νομιμότητας». Αποδεικνύοντας ότι οι αγώνες δεν είναι νομοτελειακά χαμένοι, ότι η συνεπής αγωνιστικότητα δικαιώνεται. 
Το πλατύ κύμα αλληλεγγύης που πραγματικά «έπνιξε» την κυβέρνηση και την εξανάγκασε να προβεί στην απαραίτητη τροπολογία. Το μέγεθος και ο δυναμισμός των διαδηλώσεων διαμαρτυρίας, τα εκατοντάδες ψηφίσματα από σωματεία, συλλογικότητες, και ιδιαίτερα η στάση των γιατρών και των άλλων εργαζομένων του Νοσοκομείου Γεννηματάς, οι δημόσιες παρεμβάσεις καλλιτεχνών και δημοσιογράφων, έσπασαν την καθεστωτική προπαγάνδα και τη χυδαιότητα του Σαμαρά, που έκανε λόγο για «το ληστή με το καλάσνικοφ» μία μέρα πριν συναντήσει τον πατέρα του Ρωμανού. 
Το άπλωμα της αλληλεγγύης σε κομμάτια της κοινωνίας έξω από τα συνήθη όρια του αντιεξουσιαστικού χώρου (που προφανώς σήκωσε ένα μεγάλο μέρος αυτού του αγώνα) είναι ενδεικτικό παράδειγμα του ότι στη μάχη για κοινωνικά δικαιώματα και δημοκρατικές ελευθερίες, στη μάχη για μισθούς και συντάξεις, στη μάχη για την κυβέρνηση της Αριστεράς σήμερα, για μια κοινωνία χωρίς καταπίεση και εκμετάλλευση αύριο, απαιτείται η συσπείρωση όλου του κόσμου της αντίστασης, των συνδικάτων, όλων των δυνάμεων της κοινωνικής και πολιτικής Αριστεράς. Τότε μόνο είμαστε δυνατοί και αποτελεσματικοί. Τότε μας φοβούνται οι «από πάνω». 
Σημαντική συμβολή σε αυτήν τη νίκη είχε και ο ΣΥΡΙΖΑ. Η παρουσία των μελών και των στελεχών του στις κινηματικές δράσεις για το Ρωμανό και τους άλλους απεργούς πείνας, οι συνεχείς παρεμβάσεις του στον υπουργό Δικαιοσύνης, η μαχητική παρουσία της ΚΟ τις μέρες συζήτησης της επίμαχης τροπολογίας, όπου αποκάλυψε την κυβερνητική αναλγησία και έπαιξε καθοριστικό ρόλο ώστε όλοι οι βουλευτές (πλην των αμετανόητων ακροδεξιών Α. Γεωργιάδη και Θ. Πλεύρη) να την ψηφίσουν. Στάση αριστερής, αγωνιστικής αντιπολίτευσης, φωνή του κινήματος συμπαράστασης ενάντια στην αδικία και τον κρατικό αυταρχισμό, που έκανε περήφανο τον κόσμο του. 
Το μνημονιακό καθεστώς της καταστολής και της συκοφάντησης όσων δεν πειθαρχούν σε αυτό υπέστη σημαντική ρωγμή. Και χαιρόμαστε. Απομένει το οριστικό του γκρέμισμα για να πανηγυρίσουμε. Ο Ρωμανός κέρδισε το δικαίωμα στη ζωή και την εκπαίδευση, χάρη στην κινητοποίηση χιλιάδων ανθρώπων και το προσωπικό του σθένος. Με αυτήν τη μέθοδο οφείλουμε να προχωρήσουμε στην κατεδάφιση της καταρρέουσας συγκυβέρνησης. 

 

Μ. Μπόλαρη: «Δεν υπολογίσατε την αλληλεγγύη, κ. Υπουργέ»

Αποσπάσματα από την ομιλία της Μαρίας Μπόλαρη, βουλευτή Α’ Αθήνας του ΣΥΡΙΖΑ, στην Ολομέλεια της Βουλής, στη συζήτηση του σχεδίου νόμου «Ρύθμιση δεσμευμένων ή κατασχεμένων χρηματικών απαιτήσεων και μετρητών» στο οποίο ενσωματώθηκε η τροπολογία για το Ν. Ρωμανό (09/12/14). 
(...) Να σας πω τη γνώμη μου, κύριε υπουργέ, για το τι συνέβη με την ιστορία Ρωμανού. Δεν υπολογίσατε την αλληλεγγύη. Δεν την υπολογίσατε και το έχετε ξαναπάθει. Ο υπουργός Παιδείας της κυβέρνησης Καραμανλή, όταν δολοφονιόταν στα Εξάρχεια ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος, συνέχισε το γλέντι του στα μπουζούκια και την άλλη μέρα πήγε και στο γήπεδο, γιατί δεν κατάλαβε τι σήμαινε η δολοφονία ενός δεκαπεντάχρονου παιδιού, γιατί δεν καταλαβαίνετε τι σημαίνουν για την ελληνική κοινωνία τα νέα παιδιά. 
(...) Είναι ιερά πρόσωπα γι’ αυτή την κοινωνία. Γιατί οι νέοι ήταν πρωτοπόροι στην ΕΑΜική αντίσταση, γιατί οι νέοι στη δεκαετία του ’60 άνοιξαν δημοκρατικούς δρόμους, γιατί ήταν οι νέοι που μπήκαν μπροστά στην εξέγερση του Πολυτεχνείου, γιατί υπήρχαν νέοι στη μεταπολίτευση που έδωσαν μάχη για μια άλλη δημοκρατία και μια άλλη μεταπολίτευση –όχι έτσι όπως την κατάντησε το ΠΑΣΟΚ και η Νέα Δημοκρατία– γιατί είχαμε νεκρούς και εκείνη την περίοδο, τον Κουμή, την Κανελλοπούλου, τη Σωτηρία Βασιλακοπούλου που μοίραζε προκήρυξη έξω από ένα εργοστάσιο της ΕΤΒΑ και ο δολοφόνος της, πρώην χουντικός, αθωώθηκε μετά. Ακολούθησε ο Καλτεζάς, ακολούθησε ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος και δεν καταλαβαίνετε; 
Δεν μπορείτε να καταλάβετε, γιατί υπάρχει αυτή η αλληλεγγύη; Γιατί, ακόμα και αν δεν συμφωνούμε –και δεν συμφωνούμε– με τις πράξεις του Νίκου Ρωμανού ή του Γιάννη Μιχαηλίδη ή άλλων, γιατί έχουμε άλλα πολιτικά προτάγματα, έχουμε άλλο δρόμο επιλέξει να οργανώνουμε τους κοινωνικούς αγώνες, υπάρχει μεγάλη ευαισθησία στην ελληνική κοινωνία για τους νέους ανθρώπους. 
Τελειώνοντας, εμείς δεν θεωρούμε ότι η στάση απέναντι στο Νίκο Ρωμανό είναι κάτι ξεχωριστό από αυτό που έχετε επιφυλάξει στις απολυμένες καθαρίστριες, στους χιλιάδες απολυμένους του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, στους νεολαίους ή τους μεγαλύτερους που διαδήλωσαν και συνεχίζουν να διαδηλώνουν στις γενικές απεργίες ή την 6η του Δεκέμβρη. Είναι όμως ένα σημείο οριακό. Είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου στην κυριολεξία εδώ και τώρα.