Στις εκλογές που έρχονται τα δύο παραδοσιακά κόμματα της αστικής τάξης και το Ποτάμι θα βρεθούν μπροστά σε νέα προβλήματα.

Συγκρινόμενη με το ΠΑΣΟΚ, η ΝΔ έχει καταφέρει να «κρατήσει» σχετικά τις δυνάμεις της επειδή αποτελεί το δεξιό ανάχωμα των συντηρητικών ψηφοφόρων. Εκεί «τερματίζει» η δεξιά μετατόπιση όσων αποδέχτηκαν ή αποδέχονται τη λογική των μνημονίων. Ο Β. Οικονόμου αναπαριστά σε κοινοβουλευτικό επίπεδο την κίνηση αυτών των μνημονιακών εκλογικών ακροατηρίων, δηλ. κυρίως μικροαστικών στρωμάτων, που αφού κλωθογύρισαν στο ΠΑΣΟΚ και τη ΔΗΜΑΡ, «τερμάτισαν» στη ΝΔ. Συνεπώς αυτή η σχετική αντοχή της ΝΔ είναι προϊόν αυτοματισμού και όχι επιτυχημένων πολιτικών επιλογών της ηγεσίας. Γι’ αυτό υποβόσκει βαθιά κρίση στο κόμμα. Το γεγονός ότι τα στελέχη της ΝΔ έχουν αποδεχτεί ως μόνιμη την ηγεσία την προσωρινή λύση Μεϊμαράκη εκφράζει αυτή την υποβόσκουσα κρίση. Όμως το καταφύγιο Μεϊμαράκη δεν μπορεί να αποτελέσει οριστική λύση για τη ΝΔ. Ήδη από τον Ιούλιο ο νεοδημοκράτης περιφερειάρχης Πελοποννήσου Π. Τατούλης άρχισε την ανοιχτή επίθεση στον πρόεδρο της ΝΔ με τόσο βαριές κουβέντες που μόνο αυτή τη βαθιά κρίση υποδεικνύουν: «ενταφιάζει την ελπίδα ενός ολόκληρου λαού», «έχει περισσό κουτσαβακισμό», είναι «υπηρεσιακός αρχηγός δεκανίκι» κ.ά. Ο Τατούλης μάλιστα επανήλθε και στην τωρινή προεκλογική περίοδο αμφισβητώντας δημόσια την κεντρική τακτική του Μεϊμαράκη απέναντι στην απόφαση Τσίπρα για εκλογές. Σε πλήρη αντίθεση με τον αρχηγό του (αλλά σε συμπόρευση με πολλές μνημονιακές δυνάμεις εσωτερικού και εξωτερικού) ο δελφίνος της ΝΔ κάλεσε τον πρόεδρο της ΝΔ «στις κρίσιμες αυτές στιγμές να αντιληφθεί ότι οι εκλογές είναι μονόδρομος για την πατρίδα».
Οι ελπίδες της ΝΔ είναι ότι κανείς ψηφοφόρος της που επέμεινε να τη στηρίζει ακόμη και μέχρι το Γενάρη, δεν πρόκειται να χαθεί. Μάλιστα στη Συγγρού θεωρούν ότι θα επανακάμψουν και πολλοί που ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ και που τώρα έχουν μετανιώσει για την ψήφο τους.
Αυτή η ανάλυση αγνοεί βέβαια ότι το παλιό πολιτικό προσωπικό έχει απαξιωθεί στα μάτια του κόσμου. Ότι επίσης μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων σαφώς προτιμά να ψηφίζει κάποιον που -στα λόγια και μέχρι τώρα- αντιστάθηκε στο μνημόνιο, από αυτούς που υπέγραφαν με κλειστά μάτια υπερθεματίζοντας υπέρ του μνημονίου. Ότι, τέλος, οι εξοργισμένοι με τον ΣΥΡΙΖΑ μικροαστοί είναι εξοργισμένοι όχι γιατί είπε ψέματα αλλά γιατί χτυπάει τις τσέπες τους με πολλαπλούς τρόπους. Γιατί να επιστρέψουν σε ένα κόμμα που συναινεί καθολικά σε αυτό το «χτύπημα της τσέπης»;
Αλλά φαίνεται ότι στη ΝΔ έχουν ξεχάσει δύο ακόμη πράγματα: το εκλογικό τους ακροατήριο είναι πολύ συντηρητικό και οι ίδιοι δεν είναι πια στην κυβέρνηση. Η λογική αυτού του συντηρητικού κόσμου ήταν πάντα να είναι με την κυβέρνηση, μήπως και αποσπάσει άμεσα ανταλλάγματα δηλ. οικονομικά ή πολιτικά ρουσφέτια. Και ο μνημονιακός ΣΥΡΙΖΑ του Τσίπρα φαίνεται να έχει το προβάδισμα και σε αυτή τη μάχη. Όσον αφορά δε τη μάχη της δημοτικότητας μεταξύ των πολιτικών αρχηγών, ακόμη και ο εκβιασμένος και δαρμένος στις Βρυξέλλες Τσίπρας, απέχει παρασάγγας από τον υπηρεσιακό Μεϊμαράκη.
Αντίστοιχες και ίσως μεγαλύτερες δυσκολίες έχει το ΠΑΣΟΚ που θα δώσει μάχη για να μπει στη Βουλή. Οι «περαστικοί» μνημονιακοί ψηφοφόροι του αστικού και του μικροαστικού κόσμου δεν πηγαίνουν μόνον προς τη ΝΔ. Φυγοκεντρίζονται και προς το Ποτάμι αλλά και προς τον νεομνημονιακό ΣΥΡΙΖΑ ο οποίος εκτός από κυβερνητικό κόμμα (που το ΠΑΣΟΚ πια δεν είναι) είναι και πολύ μεγαλύτερος από το κόμμα της Γεννηματά. Η ίδια η επιλογή Γεννηματά είναι προϊόν αδυναμίας αντίστοιχης με τη λύση Μεϊμαράκη για τη ΝΔ. Τα δε σχέδια για εκλογική διάσωση μέσω επιστροφής του Γ. Παπανδρέου ή συνεργασίας με τη ΔΗΜΑΡ του... Θ. Θεοχαρόπουλου μόνον τα βαθύτατα προβλήματα ύπαρξης του παραδοσιακού κόμματος της σοσιαλδημοκρατίας υποδηλώνουν.
Το Ποτάμι έχει το πρόβλημα που θα είχε και η ΔΗΜΑΡ αν υπήρχε: Ο νεομνημονιακός ΣΥΡΙΖΑ καλύπτει ανέτως το εκλογικό ακροατήριο του Θεοδωράκη. Γι’ αυτό η υποστήριξή του προς την επιλογή Τσίπρα για εκλογές προέρχεται μάλλον από «εντολές» των αφεντικών του και όχι από δική του ελεύθερη βούληση. 
Βέβαια όλα τα υπαρκτά μνημονιακά κόμματα θα έχουν να αντιμετωπίσουν κι άλλους επίδοξους εκφραστές της ρεβάνς που πήρε η ΤΙΝΑ στις 13 Ιούλη. Όλες αυτές οι δυνάμεις που κανονικά μετά τις 5 Ιούλη θα έπρεπε να είχαν εξαφανιστεί διά παντός, αναστημένες από τη μνημονιακή μετάλλαξη της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, θα διεκδικήσουν μνημονιακές ψήφους: Το ΚΙΔΗΣΟ, αν επιλέξει να κατέβει μόνο του, το Δημοκρατικό Κόμμα που έχει εξαγγείλει ο σημιτικός Αλέκος Παπαδόπουλος, το κόμμα του Γκλέτσου και το κόμμα του Λεβέντη (όλα με το «ναι» στο δημοψήφισμα). 
Ανεξαρτήτως ποσοστών, πάντως, τον μετεκλογικό τόνο θα το δώσει το κόμμα του Τσίπρα, δηλ. ό,τι έχει απομείνει από και σε ό,τι έχει μεταλλαχθεί ο ΣΥΡΙΖΑ. Χωρίς το κόμμα αυτό δεν υπάρχει διακυβέρνηση και άρα όλες οι άλλες μνημονιακές δυνάμεις θα αναγκαστούν να υποταγούν στις κεντρικές κινήσεις του απελθόντα πρωθυπουργού. Ο πρώην ΣΥΡΙΖΑ θα γίνει το κεντρικό κόμμα επιβολής των μνημονίων με το οποίο αναγκαστικά θα συνεργαστούν οι υπόλοιποι. Από αυτή την άποψη ο Μεϊμαράκης είχε δίκιο όταν έλεγε προς τον Τσίπρα, «γιατί να μη συνεργαστούμε από τώρα και να πάμε σε εκλογές;». Όμως ο Τσίπρας ήθελε να απαλλαγεί από την επίμονη αντιμνημονιακή πτέρυγα του κόμματος και όλος ο αστικός κόσμος, εντός και εκτός Ελλάδας, από το «Όχι» της 5ης Ιουλίου - ελπίζοντας σε ένα 70%-80% των μνημονιακών κομμάτων που θα σβήσει έτσι το 62%. 
Χωρίς αυτά τα «αγκάθια» η συνεργασία μετά τις εκλογές θα είναι -νομίζουν- πολύ πιο αγαστή. Ωστόσο λογαριάζουν χωρίς την πρόσφατη μνημονιακή ιστορία, αλλά κυρίως χωρίς τον ξενοδόχο.