Το πογκρόμ στην Ομόνοια μετά την νεοναζιστική παρέλαση της Χρυσής Αυγής για τα Ίμια και οι δημοσκοπήσεις που εμφανίζουν τους νεοναζί να κερδίζουν πόντους από τον ομογάλακτό τους Καρατζαφέρη στην εκτίμηση ψήφου και να φτάνουν οριακά στο 3% προκάλεσαν δικαιοληγμένα ανησυχίες σε πολλούς ανθρώπους. Στην περίοδο κρίσης που ζούμε, η Αριστερά οφείλει να κάνει πολύ περισσότερα από όσα έκανε ως τώρα, προκειμένου οι φασίστες να ξαναμπουν στο περιθώριο.

Η νεοναζιστική παρέλαση της Χρυσής Αυγής για τα Ίμια κατέληξε και φέτος σε τραυματισμούς μεταναστών και ντόπιων στην Ομόνοια και σε σταθμούς του Μετρό.  Η ΕΛ.ΑΣ., σε αγαστή συνεργασία με τους νοσταλγούς του Χίτλερ, τους άφησε να αλωνίζουν. Από τις 45 προσαγωγές φασιστών δεν κατάφερε να βρει ενοχοποιητικά στοιχεία για κανέναν και τους άφησε ελεύθερους.

Τις ίδιες μέρες είδαν το φως της δημοσιότητας δημοσκοπήσεις που εμφανίζουν τους νεοναζί να κερδίζουν πόντους από τον ομογάλακτό τους Καρατζαφέρη στην εκτίμηση ψήφου και να φτάνουν οριακά στο 3%. Πολλοί άνθρωποι δικαιολογημένα ανησύχησαν, ενώ ακόμα και το «Βήμα» είχε ειρωνικά σχόλια για τη στάση της Αστυνομίας. Στους κόλπους των αγωνιστών του κινήματος και της Αριστεράς άνοιξε για άλλη μια φορά συζήτηση για το φασιστικό κίνδυνο.

Παρότι η αντιφασιστική πάλη υποτιμήθηκε από τα μεγάλα κόμματα και πολλά ρεύματα της Αριστεράς τα προηγούμενα χρόνια, στην Ελλάδα περισσότερο από άλλες ευρωπαϊκές χώρες έχουμε κάθε δυνατότητα να χώσουμε τους νεοναζί ξανά στις τρύπες τους το επόμενο διάστημα. Το άθροισμα της ακροδεξιάς στις δημοσκοπήσεις αγγίζει το 7-8%, ενώ της Αριστεράς το 30%.

Μαζικές αντιφασιστικές κινητοποιήσεις που έχουν γίνει στο χρόνο που πέρασε, ανάγκασαν τους Χρυσαυγίτες να περιοριστούν σε αναιμικές συγκεντρώσεις περιφρουρημένες από τα ΜΑΤ σε πολλές γειτονιές και πόλεις, ενώ κάποιες από τις παρελάσεις τους ματαιώθηκαν. Όποτε αποπειράθηκαν να κάνουν κεντρική εμφάνιση «αντιμνημονιακού χαρακτήρα» απέτυχε οικτρά (Σύνταγμα 23 Δεκέμβρη). Ο λόγος είναι απλός: Οι φασίστες παραδοσιακά είναι μπράβοι των αφεντικών και ρουφιάνοι στους χώρους δουλειάς (βλέπε επιθέσεις σε απεργούς των ΟΤΑ στο Δήμο Λαγκαδά).

Την ώρα που γίνονται απεργίες διαρκείας και γενικές απεργίες με εκατομμύρια εργάτες, δεν μπορούν να πείσουν ούτε τους ψηφοφόρους τους ότι αγωνίζονται για το δίκιο του «Έλληνα εργάτη».  Η Χρυσή Αυγή Βόλου βγάζει ανακοινώσεις καταγγελίας για τους απεργούς της χαλυβουργίας και υποστήριξης για τον ιδιοκτήτη Μάνεση, ενώ ο Μιχαλολιάκος ισχυρίζεται πως τάχα αυτό δεν εκφράζει όλη τη συμμορία, αλλά οι τοπικές κινήσεις της έχουν δική τους άποψη (λες και οι νεοναζί είναι πολυτασικό κόμμα...).  

Παρ’ όλα αυτά οι δημοσκοπικές «επιτυχίες» της Χρυσής Αυγής στρατολογούν νέους χαλαρούς οπαδούς τους στη συμμορία και οι φασιστικές επιθέσεις σε γειτονιές πληθαίνουν, ενώ, σε όποια περιοχή η παρουσία της Αριστεράς είναι υποτονική, βρίσκουν ευκαιρία να κλιμακώνουν τις προκλήσεις τους (π.χ. Λούτσα).

Στην περίοδο κρίσης που διανύουμε, η Αριστερά οφείλει να κάνει πολύ περισσότερα από όσα έκανε ως τώρα, προκειμένου οι φασίστες να ξαναμπούν στο περιθώριο. Οι αγώνες του εργατικού κινήματος θα κρίνουν σίγουρα την τύχη των φασιστών, όμως υπάρχει κι ένα δεύτερο επίπεδο παρέμβασης: Η μαζική αντιφασιστική πολιτική και δράση ως τμήμα του κινήματος των εργαζομένων και της νεολαίας.

Η ανακοίνωση των εργαζομένων στον ΗΣΑΠ, που καταγγέλλει τις επιθέσεις των νεοναζί στους σταθμούς του τρένου, δείχνει το δρόμο. Το ίδιο και η κινητοποίηση μαζικών φορέων των Αμπελοκήπων για τη δίκη των φασιστών της Πανόρμου.

Η Αριστερά χρειάζεται να πρωτοστατεί στην αποκάλυψη και περιθωριοποίηση των φασιστών σε χώρους δουλειάς και νεολαίας, στις επιτροπές για τα χαράτσια, τις λαϊκές συνελεύσεις και τις γειτονιές. Σε κεντρικό επίπεδο πρέπει να καταγγέλλεται η Χρυσή Αυγή ως νεοναζιστική συμμορία μαχαιροβγαλτών, απεργοσπαστών και μπράβων των αφεντικών, και ο Καρατζαφέρης ως πρόθυμος κολαούζος του Παπαδήμου και της τρόικας, ένας φασίστας με γραβάτα που στελέχη του συμμετέχουν σε φασιστικές επιθέσεις (βλέπε Πανόρμου).

Τέλος με τη μαζική μας αντιφασιστική κινητοποίηση να μην αφήσουμε τους νεοναζί να κάνουν παρελάσεις και ρατσιστικές επιθέσεις σε καμία γειτονιά. Δεν υπάρχει περιθώριο περαιτέρω υποτίμησης των νεοναζί από τμήματα του κινήματος και της Αριστεράς. Η απειλή είναι ορατή. Οι δυνάμεις υπάρχουν και χρειάζεται να χρησιμοποιηθούν έγκαιρα.