Οι κινητοποιήσεις των αναπληρωτών της εκπαίδευσης από τις 2 Μάρτη μέχρι σήμερα, με μαζικό και δυναμικό τρόπο, δείχνουν ότι οι ελαστικά εργαζόμενοι, αλλά και οι μόνιμοι συνάδελφοί τους δεν επιτρέπουν στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ τις απολύσεις τους, δεν το βάζουν κάτω, δεν αποτελούν εύκολο στόχο, αλλά, αντίθετα, απειλούν την πολυπόθητη για το σύστημα σταθερότητα της κυβέρνησης με γενίκευση των αντιστάσεων.

Το μέτωπο αγώνα δεν είναι μόνο ένα. Στα νοσοκομεία, το επικουρικό προσωπικό βρίσκεται εδώ και καιρό σε μικρότερες, αλλά πολλές διάσπαρτες κινητοποιήσεις, ενώ σε ορισμένα νοσοκομεία η οργάνωση του αγώνα με επιτροπές βάσης και πρωτοβάθμια σωματεία προχωράει με συσπειρωτικό τρόπο και εξωστρεφείς πρωτοβουλίες.
Όσο για το χώρο της τοπικής αυτοδιοίκησης, η πετυχημένη απεργία του προηγούμενου καλοκαιριού των εργαζομένων στην καθαριότητα στοιχειώνει ακόμα την κυβέρνηση και το Υπουργείο Εσωτερικών και οι απεργοί ξανακάνουν αισθητή την παρουσία τους. Η αναστάτωση που επικρατεί στους δήμους (επειδή απολύονται χιλιάδες εργαζόμενοι, η πάλη των οποίων έφερε προσλήψεις άλλων κι όχι όσων δούλευαν το καλοκαίρι) συμπεριλαμβάνει και προετοιμασία για νέες αντιδράσεις.
Τουλάχιστον 50.000 άνθρωποι θα προσληφθούν, μετά από χρόνια ανεργίας, με καθεστώς «κοινωφελούς εργασίας», έχοντας επίγνωση ότι αποτελούν τμήμα των νέων συνθηκών δουλειάς ή, ακριβέστερα, της ανακυκλούμενης ανεργίας.
Χιλιάδες ελαστικά εργαζόμενοι και εργαζόμενες δεν υποτάσσονται στη μνημονιακή λογική των τελευταίων κυβερνήσεων, που μιλούν για «λήξη των συμβάσεων» και τις αντιλαμβάνονται όπως ακριβώς είναι, δηλαδή ως απολύσεις.
Τα προβλήματα των μόνιμων πολλαπλασιάζονται από τις συνεχιζόμενες μνημονιακές πολιτικές και η θέση τους επιδεινώνεται και από το ίδιο το καθεστώς εργασίας των συναδέλφων τους, οι οποίοι, ενώ κάνουν την ίδια δουλειά με τους μόνιμους, εργάζονται με ελαστικές σχέσεις.
Ο αγώνας των αναπληρωτών της εκπαίδευσης μοιάζει να αποτελεί πόλο έλξης και διαφαίνεται η δυνατότητα να συγκεντρωθούν οι δυνάμεις από πολλούς και μεγάλους χώρους δουλειάς σε κοινές ημερομηνίες κινητοποιήσεων, με προοπτική μεγαλύτερου συντονισμού.
Η πίεση που ασκούν οι χιλιάδες ελαστικά εργαζόμενοι έχει αναγκάσει την Αριστερά να κινηθεί με μία στοιχειώδη συνεννόηση και έχει φτάσει να μην αφήνει αδιάφορη ούτε τη μνημονιακή πλειοψηφία της ΑΔΕΔΥ, που τόσον καιρό συνειδητά έχει αφήσει όλον αυτό τον κόσμο εκτός του οργανωμένου συνδικαλιστικού κινήματος.
Έτσι, η πλειοψηφία της ΑΔΕΔΥ αναγκάστηκε να υιοθετήσει το αίτημα που, τόσον καιρό και τόσο επίμονα, κυρίως οι δυνάμεις του ΜΕΤΑ θέτουμε για τη σύγκληση μιας σύσκεψης συντονισμού των μεγάλων ομοσπονδιών που τις αφορούν οι ελαστικές σχέσεις εργασίας και πιθανότατα θα γίνει την εβδομάδα μετά την Κυριακή του Θωμά.
Επιπλέον, η 25η Απριλίου (ημερομηνία που η ΠΟΕΔΗΝ είχε αποφασίσει κινητοποίηση) θεωρείται από μεγάλο τμήμα των συνδικαλιστικών δυνάμεων στην υγεία και την εκπαίδευση ως ευκαιρία για κοινό αγώνα των δύο μεγάλων χώρων.  Δυστυχώς η ΠΟΕ-ΟΤΑ έχει συνέδριο εκείνες τις ημέρες και θα είναι δύσκολη η συμμετοχή της. Ωστόσο αναζητούνται και νέες ημερομηνίες κοινών κινητοποιήσεων, που θα διεκδικούν μονιμοποίηση των συμβασιούχων και μαζικούς, μόνιμους διορισμούς στις δημόσιες και κοινωνικές υπηρεσίες.
Η πολιτική και συνδικαλιστική Αριστερά έχει ρόλο να παίξει και μάλιστα πολύ κρίσιμο, ενοποιώντας τις προσπάθειές της για κοινούς αγώνες όλων των χώρων και όλων των εργαζομένων σε αυτούς, σπάζοντας τους τεχνητούς συντεχνιακούς διαχωρισμούς και την απογοήτευση της προδοσίας του ΣΥΡΙΖΑ και πιέζοντας ασφυκτικά τις μνημονιακές δυνάμεις στα συνδικάτα.
Η συσπείρωση της βάσης των εργαζομένων και η συγκέντρωση δυνάμεων και από άλλους τομείς όπου αναπτύσσονται αξιοσημείωτοι αγώνες, όπως ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις ρεύματος, νερού κλπ, και οι αντιστάσεις στους πλειστηριασμούς είναι αποκλειστική αρμοδιότητα της Αριστεράς, αφού αυτή είναι ο μόνος και ο φυσικός πολιτικός και συνδικαλιστικός εκφραστής της εργατικής τάξης.
Και επειδή το ζήτημα του πολέμου ή της προετοιμασίας για αυτόν, μαζί με την κατασπατάληση δισεκατομμυρίων ευρώ για εξοπλισμούς, είναι θέμα κυρίως της εργατικής τάξης, που θα υποστεί τις τραγικές συνέπειες, ο σταθμός της εργατικής Πρωτομαγιάς είναι πολύ χρήσιμο να αξιοποιηθεί και να ενταχθεί στην αντιπολεμική πάλη, αποτελώντας συγχρόνως ένα ακόμη βήμα απεργιακών κινητοποιήσεων που εντάσσονται στις εξελισσόμενες διεκδικήσεις.
Η 16η Μαΐου, όπου όπως φαίνεται η ΓΣΕΕ θα προκηρύξει Γενική Απεργία, είναι επίσης μία ημερομηνία που δεν πρέπει να αχρηστευτεί, επειδή οι ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ την εντάσσουν σ’ ένα διαταξικό και υποχωρητικό για τους εργαζόμενους πλαίσιο δράσης, μιας μη αποδεκτής «Κοινωνικής Συμμαχίας».
Η 16η Μαΐου θα είναι ένας απεργιακός σταθμός, που δίνει τη δυνατότητα, στην Αριστερά ως σύνολο, να τον αξιοποιήσει έγκαιρα για να οργανώσει τη Γενική Απεργία και την ταξική σύγκρουση, κοντράροντας στην πράξη τις απόψεις του Παναγόπουλου για κοινωνική συναίνεση κι αποτελεσματική καπιταλιστική οικονομία, από την οποία θα κερδίσουν μόνο τα αφεντικά και όχι οι εργαζόμενοι.