Οι δεσμεύσεις του ΣΥΡΙΖΑ και η τακτική για την υλοποίησή τους

αριστερά / Γρηγόρης Δεμέστιχας, Μιχάλης Βεργίτσης / 24.09.2014

Οι δεσμεύσεις του ΣΥΡΙΖΑ, που ο Αλέξης Τσίπρας ανέλαβε στη ΔΕΘ, δημιούργησαν κύμα ελπίδας για μια συνολική αλλαγή της οικονομικής-κοινωνικής πολιτικής που στα «μνημονιακά» χρόνια της κρίσης τσάκισε κόκαλα μέσα στον εργατικό-λαϊκό κόσμο.

Ποια σημεία συγκέντρωσαν την προσοχή της κοινωνικής βάσης του ΣΥΡΙΖΑ; Οι δεσμεύσεις για αύξηση του κατώτατου μισθού, για την επαναφορά της 13ης σύνταξης, για την επαναφορά του αφορολογήτου των 12.000 ευρώ, για την επαναφορά της τιμής του πετρελαίου θέρμανσης στα προ κρίσης επίπεδα και –κυρίως– για την επαναφορά της ισχύος των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας (γράφουμε κυρίως γιατί αυτή η δέσμευση υποδεικνύει ότι μια κυβέρνηση της Αριστεράς θα είναι, αντικειμενικά, σύμμαχος του συνόλου του εργατικού κινήματος στην τιτάνια προσπάθεια αποκατάστασης όλων των εργατικών και κοινωνικών δικαιωμάτων...).
Αποδεικνύεται έτσι, ξανά, ότι κάθε φορά που η Αριστερά χρησιμοποιεί την «ταξική γλώσσα» έχει αμέσως την ανταπόκριση των εργατικών-λαϊκών μαζών, προκαλεί ευρύτατη πολιτική ευαισθητοποίηση, που θέτει τα θεμέλια για την πολιτική συγκρότηση της κοινωνικής πλειοψηφίας σε ρεύμα πολιτικής ανατροπής. Ακόμα και με τα μικροκριτήρια της εκλογικής αποτελεσματικότητας, μέσα στις σημερινές συνθήκες της βαθιάς κρίσης, η ταξική αναφορά είναι ασύγκριτα αποδοτικότερη από όλες τις τακτικές συμμαχιών «από τα πάνω». Τακτικές που συχνά, στο όνομα μιας προσέλευσης συμμάχων από τον «παλιό κόσμο» (κόσμο που εδώ και δεκαετίες περιλαμβάνει τη μεταλλαγμένη φιλελεύθερη σοσιαλδημοκρατία), θυσιάζουν τη διεύρυνση της επιρροής της Αριστεράς στα πλατιά κοινωνικά στρώματα των υποτελών δυνάμεων. Το παράδειγμα της καταστροφικής ήττας της Αριστεράς στη Γαλλία απέναντι στην ακροδεξιά της Λεπέν είναι το πιο ενδεικτικό.
Παρατηρήσεις
Όμως είναι απαραίτητες ορισμένες γενικότερες παρατηρήσεις για μια συνολική αποτίμηση των εξαγγελιών στη ΔΕΘ, με στόχο να προκύψει μέσα στις γραμμές του ΣΥΡΙΖΑ –αλλά και σε όλη την Αριστερά– μια πιο καθαρή εικόνα για την αναγκαία τακτική σε αυτήν την κρίσιμη περίοδο.
1) Οι δεσμεύσεις αποτελούν «προγραμματικές πτυχές», ενδεικτικούς άξονες μιας κατεύθυνσης του προγράμματος και όχι, ασφαλώς, το σύνολο του προγράμματος. Το γεγονός αυτό υπογράμμισαν, άλλωστε, τα όργανα του ΣΥΡΙΖΑ και ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας.
Η έμφαση του μετώπου της ντόπιας κυρίαρχης τάξης και των δανειστών στις ιδιωτικοποιήσεις θα χρειαστεί μια γενικευμένη απάντηση. Που δεν μπορεί να είναι διαφορετική από τη συνεδριακή απόφαση του ΣΥΡΙΖΑ, που προβλέπει επανακρατικοποίηση των μεγάλων δημόσιων επιχειρήσεων και οργανισμών που ιδιωτικοποιήθηκαν, επανακρατικοποίηση που συνδυάζεται με τον «δημόσιο, δημοκρατικό, εργατικό έλεγχο». Αξίζει να υπογραμμιστεί ότι στον τομέα αυτόν το ιδρυτικό συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ περιλαμβάνει τις τράπεζες, βάζοντας το θέμα της ιδιοκτησίας και όχι –απλώς– ενός «δημόσιου ελέγχου» των τραπεζών.
Ένα επίσης κρίσιμο θέμα είναι το ασφαλιστικό, που αποτελεί βόμβα που –πιθανότατα– θα σκάσει στα χέρια της επόμενης κυβέρνησης. Σε όλες τις επεξεργασίες σχετικά με το ασφαλιστικό που θα γίνονται από τη σκοπιά των εργατικών συμφερόντων, η αποκατάσταση –επειγόντως!– των αποθεματικών των ταμείων αναδεικνύεται ως προϋπόθεση για την επιβίωση του δημόσιου συστήματος συνταξιοδότησης και περίθαλψης.
2) Από την άποψη αυτή, το ζήτημα «της χρηματοδότησης», των πόρων που θα στηρίξουν το πρόγραμμα, είναι μεγαλύτερης σημασίας. Κατά τη γνώμη μας μια προσπάθεια να παρουσιαστεί η θέση ότι ένα «νοικοκύρεμα» αρκεί ή ότι μια ομαλή διαπραγμάτευση θα δώσει χρόνο και πόρους (ΕΣΠΑ κ.ο.κ.) για να χρηματοδοτηθεί το πρόγραμμα μπορεί να εξελιχθεί σε αυτογκόλ.
Στην Κύπρο –παλαιότερα αλλά και πρόσφατα– οι δανειστές απέδειξαν ότι δεν παίζουν με αυτούς τους κανόνες. Ότι χρησιμοποιούν τη χρηματοδότηση ως μέσο στραγγαλισμού κάθε απόπειρας για διαφορετική πολιτική.
Η δανειακή συμφωνία προβλέπει την υποχρέωση του ελληνικού Δημοσίου να καταβάλλει για αρκετά από τα επόμενα χρόνια το κολοσσιαίο ποσό των 10 δισ. ευρώ ετησίως για τόκους επί των παλαιότερων ή πρόσφατων δανείων. Η συμμόρφωση με αυτόν τον όρο –ανεξάρτητα από τη γενικότερη συζήτηση για το χρέος– οδηγεί σε διαδοχικά ετήσια προγράμματα λιτότητας και είναι ασύμβατη με μια πολιτική που θα δίνει προτεραιότητα στις εργατικές-λαϊκές ανάγκες. Έτσι η άρνηση πληρωμής στους διεθνείς και ντόπιους τοκογλύφους (μαζί με την αλληλένδετη θέση για εθνικοποίηση-κρατικοποίηση των τραπεζών υπό δημοκρατικό-εργατικό έλεγχο) γίνεται «κόμβος» για το πρόγραμμα της Αριστεράς.
Η άρνηση πληρωμής των τόκων μαζί με τη μείωση των πολεμικών-νατοϊκών δαπανών και τη φορολόγηση της εκκλησιαστικής περιουσίας είναι τα πρώτα πεδία αναζήτησης πόρων για τη στήριξη ενός κοινωνικού προγράμματος.
Όμως είναι σαφές ότι το μεγάλο θέμα στην ελληνική οικονομία είναι η (μη) φορολόγηση των κερδών των επιχειρήσεων. Θεωρητικά σήμερα οι συντελεστές φορολόγησης των κερδών είναι στο 26%, με τη δέσμευση του Σαμαρά για σταδιακή μείωση στο 15%. Πρακτικά, όλοι γνωρίζουν ότι το ποσοστό αυτό, με διάφορες μεθόδους, μειώνεται γύρω στο 5%, εξοργίζοντας ακόμη και τους «εμπειρογνώμονες» της Λαγκάρντ. Η άποψη «κύκλων» του ΣΥΡΙΖΑ ότι δεν υπάρχει πρόθεση ούτε για μείωση αλλά ούτε και για αύξηση στη φορολόγηση του κεφαλαίου είναι έξω από κάθε δημόσια κομματική επεξεργασία και σε φανερά λαθεμένη κατεύθυνση.
Εξίσου λαθεμένη είναι και η άποψη των ίδιων κύκλων περί «ισοσκελισμένων προϋπολογισμών». Είναι μια δέσμευση με ελάχιστη πρακτική σημασία, μιας και όλοι γνωρίζουν ότι στην πραγματική ιστορία του καπιταλισμού και κυρίως στην ιστορία αντιμετώπισης των κρίσεών του ποτέ δεν δόθηκε σημασία σε αυτόν τον παράγοντα. Όμως είναι μια δέσμευση με ιδεολογική-πολιτική σημασία, μιας και αποτελεί υποχώρηση μπροστά σε ένα από τα «λάβαρα» του νεοφιλελευθερισμού, υποδηλώνοντας μια τάση αναζήτησης συμβιβασμού ακόμη και με τον περίγυρο του νεοφιλελευθερισμού.
Κρίσιμες επιλογές
3) Το μείζον ζήτημα σε κάθε ανατρεπτικό πρόγραμμα είναι το ερώτημα «ποιος, ποιον;». Το ερώτημα σε ποιες κοινωνικές δυνάμεις θα στηριχτεί μια πολιτική ανατροπή και σε βάρος ποιων θα επιβάλει οικονομικοκοινωνικές αλλαγές.
Είναι αυταπάτη η άποψη ότι υπάρχει η δυνατότητα να αποφύγουμε αυτές τις κρίσιμες επιλογές, ότι η κρίση διεθνώς αλλά και στην Ελλάδα διαμορφώνει περιθώρια για πλατύτερες συμμαχίες που θα απαντήσουν στα προβλήματα, χωρίς ρήξεις και ανατροπές.
Στην Ευρώπη, ακόμα και στο Νότο, οι υποψήφιοι σύμμαχοί μας περιορίζονται στις δυνάμεις της Αριστεράς και των κινημάτων αντίστασης. Το ηγετικό πολιτικό και οικονομικό προσωπικό π.χ. της Ιταλίας, που καλοδέχτηκε τον Αλέξη Τσίπρα στο Κόμο, ασκεί στο εσωτερικό της χώρας του μια σκληρή πολιτική λιτότητας. Μεγάλοι δημοσιογράφοι στην Ευρώπη χρησιμοποιούν ήδη τον όρο «Μέρκντσι», δηλαδή Μέρκελ-Ρέντσι (μετά το επιβεβαιωμένο Μερκολάντ), για να αποδείξουν τη σύγκλιση της βόρειας χριστιανοδημοκρατίας με τη νότια Κεντροαριστερά, πάνω στη βάση της διαρκούς λιτότητας. Απέναντι σε αυτόν τον ευρωπαϊκό «τοίχο» θα βρεθεί, στην πραγματικότητα, μια κυβέρνηση της Αριστεράς που είναι πιθανό να προκύψει στην Ελλάδα.
Όμως και στο εσωτερικό της χώρας είναι αδύνατος ένας συμβιβασμός με την κυρίαρχη τάξη. Οι βιομήχανοι, οι τραπεζίτες και οι εφοπλιστές αναγνωρίζουν ότι το πρόγραμμα της Αριστεράς θα είναι –αντικειμενικά– πρόγραμμα ταξικής μονομέρειας. Δεν πείθονται από κεϊνσιανά ιδεολογήματα (π.χ. ότι οι αυξήσεις στους μισθούς θα αναθερμάνουν την οικονομία και τελικά θα ωφελήσουν τις επιχειρήσεις), γνωρίζοντας ότι όλα αυτά είναι εκτός διεθνούς συγκυρίας, αλλά και ενθυμούμενοι ότι και στο παρελθόν (π.χ. στη δεκαετία του ’80) τα πράγματα δεν λειτουργούσαν έτσι. Ακριβώς γι’ αυτό η κυρίαρχη τάξη θα δώσει μάχη για τη νίκη του Σαμαρά. Και αν ηττηθεί, θα δώσει μάχη για να στραγγαλίσει μια κυβέρνηση της Αριστεράς, να την κάνει προσωρινή «παρένθεση» ή –χειρότερα– να τη μεταλλάξει σε σοσιαλφιλελεύθερο στήριγμα του συστήματος, ανάλογο με τις κεντροαριστερές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις της περασμένης δεκαετίας.
Οι προθέσεις, λοιπόν, της κυρίαρχης τάξης, όπως και των διεθνών συμμάχων της, είναι η ήττα των προοπτικών του ΣΥΡΙΖΑ, τουλάχιστον ως σχέδιο της ριζοσπαστικής Αριστεράς.
Κατ’ αναλογία, οι προθέσεις και οι σχεδιασμοί του ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να είναι κεντραρισμένοι στην ουτοπική αναζήτηση ενός συμβιβασμού στην Ελλάδα και την Ευρώπη, αλλά στη ρήξη-ανατροπή. Και αυτή η εκτίμηση οφείλει να καθορίζει την πορεία του «κόμματος», την προετοιμασία των εργατικών-λαϊκών δυνάμεων, τις σχέσεις με την «άλλη» Αριστερά, την εκλογική τακτική του, ακόμη και τη σύνθεση των ψηφοδελτίων του.