Τα αποτελέσματα των εκλογών αναδεικνύουν τον εγκλωβισμό της πέραν του ΣΥΡΙΖΑ Αριστεράς, σε μια πορεία συρρίκνωσης της εκλογικής επιρροής της, σε σύγκριση με την περίοδο πριν το ξέσπασμα της οικονομικής και στη συνέχεια της πολιτικής κρίσης.

Τα αποτελέσματα αυτά πρέπει να κριθούν με πιο αυστηρά πολιτικά κριτήρια, γιατί σημειώθηκαν μέσα σε συνθήκες αντικειμενικά πιο ευνοϊκές για τη ριζοσπαστική Αριστερά (μακρά εμπειρία των μαζών σε μεγάλα πολιτικά γεγονότα, διάλυση του σοσιαλδημοκρατικού χώρου όπως τον είχε εκφράσει το ΠΑΣΟΚ, έκθεση του ΣΥΡΙΖΑ στους διαλυτικούς κινδύνους της μνημονιακής πολιτικής κ.ο.κ.). 
Τα αποτελέσματα αυτά δείχνουν –ασφαλώς με στρεβλό τρόπο, όπως όλοι οι εκλογικοί δείκτες, όμως με σαφήνεια– τα πιο πραγματικά και μακροχρόνια προβλήματα στην πολιτική γραμμή, στη μαζική δράση και στην οργανωμένη συσπείρωση. Προβλήματα που, με τη σειρά τους, έπαιξαν ρόλο στο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ κατόρθωσε να συγκρατηθεί στο 31%, παρότι «έβγαινε» από μια 4ετία μνημονιακής πολιτικής, όπου ανέλαβε την «πατρότητα» σημαντικών νεοφιλελεύθερων αντιμεταρρυθμίσεων. 
Η πορεία της συρρίκνωσης παρουσιάζει μια εντυπωσιακή αναλογία σε όλους τους βασικούς «χώρους» της Αριστεράς.
ΚΚΕ
Το ΚΚΕ στις εκλογές της 7/7 πήρε 299.592 ψήφους και 5,3%, επίδοση που ουσιαστικά ταυτίζεται με εκείνη των ευρωεκλογών (302.603 ψήφους και 5,34%). 
Στις ευρωεκλογές, πολλά κεντρικά στελέχη του ΚΚΕ είχαν χαιρετίσει με ικανοποίηση το αποτέλεσμα, υπογραμμίζοντας κυρίως την «ανθεκτικότητα» του κόμματος. Μετά τις εθνικές εκλογές της 7/7, ο Δημ. Κουτσούμπας στις δηλώσεις του απέφυγε κάθε χαρακτηρισμό αποτίμησης της επίδοσης του ΚΚΕ, μένοντας κυρίως στο να χαρακτηρίσει δύσκολες τις συνθήκες μέσα στις οποίες αυτή επιτεύχθηκε. 
Και φρονίμως. Γιατί στις εκλογές του Ιούλη του 2019, το ΚΚΕ πήρε λιγότερες ψήφους από τις εκλογές του 1993 (313.000 και 4,54%), τότε που μόλις έβγαινε από τις συνθήκες της διάσπασής του και της ιδεολογικοπολιτικής κρίσης που είχε προκαλέσει το εγχώριο και διεθνές 1989. Πήρε τις μισές ψήφους από την κορυφαία επίδοσή του στις εκλογές του 2007 (583.750 και 8,15%) και σαφώς λιγότερες από την επίδοσή του τον Μάιο του 2012, όταν άρχιζε η ραγδαία άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ (536.000 και 8,48%). 
Τα στοιχεία αυτά δείχνουν την αδυναμία του ΚΚΕ να αντιμετωπίσει πολιτικά, τακτικά και οργανωτικά, την περίοδο της κρίσης. Συγκράτησε δυνάμεις, αλλά η γενικότερη πολιτική επιρροή του συμπιέστηκε για να ταυτιστεί τελικά με τον «σκληρό» οργανωμένο πυρήνα του. 
Στις εκλογές του 2019 το ΚΚΕ για πρώτη φορά σε αυτή την περίοδο δοκίμασε κάποια «ανοίγματα». Απέφυγε –ασφαλώς!– άνοιγμα προς οργανωμένες δυνάμεις ή συλλογικότητες, αλλά κάλεσε πρόσωπα που είχαν απογοητευτεί από άλλους χώρους να συνδράμουν στα ψηφοδέλτια ή να βοηθήσουν στην προεκλογική καμπάνια του. Απ’ ό,τι φάνηκε, η προσέλευση δεν ήταν αμελητέα. Ταυτόχρονα παρατηρήθηκε ένα «άνοιγμα» στην πολιτική γραμμή, όπως τουλάχιστον παρατηρήθηκε στις προεκλογικές ομιλίες (αναβάθμιση της αντιφασιστικής αιχμής, θετική αναφορά σε όσους/ες ψήφισαν ΟΧΙ στο Δημοψήφισμα, μια κάποια αναγνώριση του αντιμνημονιακού στοιχείου, χρήση του όρου «Αριστερά» κ.ο.κ.). 
Κάποια από τα «ανοίγματα» πήγαν και αντίστροφα: ο υπερτονισμός των «κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας» και του κινδύνου του «αλυτρωτισμού» των γειτόνων μας στα Βαλκάνια, επιχειρούσαν να ψαρέψουν στα νερά του εθνικιστικού/πατριωτικού χώρου. 
Όπως φάνηκε, τα «ανοίγματα» δεν απέδωσαν. Απείχαν πολύ από μια συγκροτημένη πολιτική συμμαχιών, ενώ η μακρά αποχή του ΚΚΕ από σημαντικές πολιτικές πρωτοβουλίες φανερώνει την απόστασή του από την αναγκαία μαζική πολιτική σε μια περίοδο κρίσης. 
Την επόμενη μέρα, στο περιεχόμενο των παρεμβάσεων κεντρικών στελεχών του διαφαίνεται μια ένταση. Όσοι/ες δίνουν την έμφαση στην «ανθεκτικότητα» του κόμματος δεν λένε ακριβώς το ίδιο με όσους/ες υποστηρίζουν ως χρήσιμα τα «ανοίγματα» και προαναγγέλλουν τη συνέχειά τους. Αυτή η συζήτηση, στο βαθμό που θα επεκταθεί προς τα κάτω, έχει σημαντικό πολιτικό ενδιαφέρον. 
ΑΝΤΑΡΣΥΑ
Ανάλογη, σε σαφώς μικρότερα μεγέθη, είναι η εικόνα για τις επιδόσεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Οι 23.191 ψήφοι και το 0,41% είναι το μισό της επίδοσής της τον Σεπτέμβρη του 2015 (46.000 ψήφοι και 0,85%) και μόλις το ένα τρίτο της κορυφαίας επίδοσής της τον Μάιο του 2012 (75.000 ψήφοι και 1,2%). Επιβεβαιώνεται έτσι ότι αυτός ο μετωπικός σχηματισμός της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς πάει καλύτερα σε συνθήκες γενικής ανόδου της Αριστεράς, ενώ διαψεύδεται η αντίληψη ότι, «αν ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα», οι ευκαιρίες θα είναι περισσότερες για τους «καθαρούς» και τους «σκληρούς». 
Στις ανακοινώσεις των βασικών συνιστωσών της ΑΝΤΑΡΣΥΑ προαναγγέλλεται εσωτερική πολιτική σύγκρουση. Το ΝΑΡ κάνει λόγο για «τομές» και «τολμηρές αποφάσεις» στην κατεύθυνση προς «ένα σύγχρονο κομουνιστικό πρόγραμμα και πόλο». Το ΣΕΚ καλεί για «ενωτική ταξική απάντηση» ενάντια στη Δεξιά, ενώ καυτηριάζει την τάση «να περιχαρακώνονται οι πρωτοβουλίες» και «να αποκλείεται η κοινή δράση», ενώ υποδεικνύει κάποιες «διασπαστικές κινήσεις» ενάντια στο ΣΕΚ στο εσωτερικό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Η απόκλιση είναι παραπάνω από φανερή και είναι πολύ συζητήσιμο αν θα βρεθεί ενωτικός «συμβιβασμός».
ΛΑΕ
Στη ΛΑΕ ισχύει η συρρίκνωση, αλλά είναι κατά πολύ ισχυρότερη της αναλογίας. Η σύγκριση με τις εκλογές του Σεπτέμβρη του 2015 δείχνει κατάρρευση. 
Το 0,28% στις εθνικές εκλογές, σε σύγκριση με το 0,56% στις ευρωεκλογές δείχνει ότι, αφενός, «η ΛΑΕ δεν κατάφερε να συγκρατήσει την πτωτική πορεία που δυστυχώς συνεχίστηκε και μετά το πολύ αρνητικό αποτέλεσμα των ευρωεκλογών» (ανακοίνωση της Εκλογικής Επιτροπής της ΛΑΕ), όμως αφετέρου υπενθυμίζει ότι μια εκλογική παρέμβαση έχει πολιτικές προϋποθέσεις πέραν του (σωστού) βολονταρισμού να κρατηθεί εν κινήσει ένα υπαρκτό και πολύτιμο δυναμικό μελών και στελεχών. 
Μεταξύ των ευρωεκλογών και των εθνικών εκλογών έγιναν στη ΛΑΕ κάποιες αλλαγές και διορθώσεις προς τη σωστή κατεύθυνση. Όμως ήταν λίγες κι ήρθαν αργά, προκειμένου να θεραπεύσουν τις αιτίες που οδήγησαν στην κατάρρευση των ευρωεκλογών. 
Η βασική αιτία της πτώσης από το 2,98% του 2015 στο 0,56% των ευρωεκλογών πρέπει να αναζητηθεί στην πολιτική γραμμή. Οι ηγετικές επιλογές και εκφωνήσεις που μετακινήθηκαν προς την εθνική/πατριωτική ατζέντα δεν αποτελούσαν ένα «αντιιμπεριαλιστικό» συμπλήρωμα στον αντιμνημονιακό/αντινεοφιλελεύθερο «λόγο» της ΛΑΕ, αλλά την ακύρωσή του. Μεταξύ του ΕΠΑΜ και του Άρδην από τη μια και την ΛΑΕ (που διεκδικούσε την ανασυγκρότηση της ριζοσπαστικής Αριστεράς) από την άλλη, δεν προκύπτει κανένας πολιτικός «χώρος», αλλά πολιτική διάλυση. 
Αυτή η διαλυτική τάση ενισχυόταν από τον αυθαίρετο και αρχηγοκεντρικό τρόπο με τον οποίο επιβλήθηκε, τρόπο που μείωσε στο ελάχιστο τις δυνατότητες για διορθωτικές παρεμβάσεις και έγκαιρους επαναπροσανατολισμούς. 
Η ΛΑΕ πλήρωσε ακριβά αυτά τα ηγετικά λάθη και τις αδυναμίες στη λειτουργία της. Όμως αυτά έχουν συνέπειες. 
Όπως έδειξαν οι αυτοδιοικητικές και περιφερειακές εκλογές, στη ΛΑΕ εξακολουθεί να συσπειρώνεται ένα σημαντικό δυναμικό. Που έχει μπροστά του, ως υποχρέωση, το «βήμα» μιας Συνδιάσκεψης ανασυγκρότησης το φθινόπωρο. 
Η σαφής αυτοκριτική, ένας συγκεκριμένος απολογισμός και μια ρητή στροφή στη ριζοσπαστική αριστερή πολιτική είναι οι ελάχιστες προϋποθέσεις γι’ αυτή τη συζήτηση. 
Δεν είναι όμως και αρκετές. Σε αυτή τη βάση μιας συγκεκριμένης αριστερής στροφής, οι δυνάμεις στη ΛΑΕ οφείλουν να κινηθούν με κριτήριο την υπέρβασή της. Οι δραστηριότητες «από τα κάτω» (στον εργατικό χώρο, στα αυτοδιοικητικά σχήματα, στο αντιφασιστικό/αντιρατσιστικό κ.ο.κ.) οφείλουν να προετοιμάσουν αυτή την προοπτική. Η συζήτηση για τη συνέχεια οφείλει να συνδεθεί με τη συζήτηση για μια ευρύτερη νέα προσπάθεια, για μια ενωτική πρωτοβουλία στο χώρο των μαχόμενων δυνάμεων της ριζοσπαστικής Αριστεράς. 
Οι διεργασίες και οι συζητήσεις που διαπερνούν σήμερα όλους τους «χώρους» είναι έντονες και γνωστές. Η παρέμβαση που χρειάζεται, είναι να τους δοθεί μορφή και περιεχόμενο προς μια νέα προσπάθεια, σε ανώτερο επίπεδο. Ο χρόνος που θα έχουμε από την επιθετικότητα του Μητσοτάκη και τη σοσιαλδημοκρατική ανασυγκρότηση του ΣΥΡΙΖΑ, δεν θα είναι μεγάλος.