Οι εκλογές στην κεντροαριστερά

πολιτική / Αντώνης Νταβανέλος / 05.12.2017

Η  (αναμενόμενη) νίκη της Φ. Γεννηματά στις εκλογές για την ηγεσία στην κεντροαριστερά ήρθε φυσιολογικά. Πέρα από την επιβεβαίωση της γενικής αλήθειας ότι στην πολιτική δεν υπάρχουν παρθενογεννέσεις, τα μικρότερα, άχρωμα και άοσμα, εξω-ιστορικά μορφώματα όπως η ΔΗΜΑΡ και το Ποτάμι δε θα μπορούσαν να απειλήσουν σε επίπεδο εκλογής ηγεσίας την πασοκική παράδοση.

Τα ονόματα στο επιτελείο της Φ. Γεννηματά (Κ. Λαλιώτης, Μιλτ. Παπαϊωάννου, Θ. Τσούρας κ.ά.) δείχνουν ότι το «κέντρο» της πασοκικής παράδοσης τάχθηκε «με τη Φώφη». Και από τη σκοπιά τους, σωστά έπραξαν: η ανασυγκρότηση του χώρου του ΠΑΣΟΚ –γιατί περί αυτού πρόκειται– δε θα μπορούσε να «περπατήσει» με την παραίτηση από μια κάποια «συνέχεια» της ιστορίας του κόμματος του Α. Παπανδρέου και των μεγάλων γεγονότων στις δεκαετίες του 1970-80.
Αυτό το «υλικό» κουβαλάει μέσα του πολιτική ισχύ: ομάδες στελεχών, εμπειρία διακυβέρνησης, σχέσεις με τμήματα των μηχανισμών του κράτους κ.ο.κ. Αυτά είναι κατά πολύ ουσιαστικότερα «σημεία στήριξης» για μια πορεία πολιτικής οικοδόμησης από τα μεταμοντέρνα σκέτα επικοινωνιακά «ατού» των ανταγωνιστών της Φ. Γεννηματά στην πάλη για την ηγεσία στο «νέο φορέα».
Πρόκειται, λοιπόν, για την πρώτη σοβαρή απόπειρα ανασύνταξης του χώρου της σοσιαλφιλελεύθερης κεντροαριστεράς μετά τη διαλυτική κρίση που ξεκίνησε στο ΠΑΣΟΚ με την κατάρρευση του Γ. Παπανδρέου κάτω από το βάρος των ευθυνών για τη μνημονιακή καταστροφή και την απόφαση του Β. Βενιζέλου να συγκυβερνήσει μαζί με τον Α. Σαμαρά, με μια πολιτική μνημονιακής πυγμής. 
Μνημονιακή ανασυγκρότηση
Όμως, ακριβώς αυτά τα μεγάλα πολιτικά γεγονότα (τα μνημόνια και οι ευθύνες της σοσιαλδημοκρατίας στην επιβολή τους) περιορίζουν ταυτόχρονα και τη δυναμική αυτού του «νέου ξεκινήματος». Ο Κ. Λαλιώτης μπορεί να αισθάνεται «μάγος» και μέγας χειραγωγός, όμως τα «θαύματα» που πέτυχε στο (μακρινό) παρελθόν είχαν τη βάση τους στη μεγάλη περίοδο της εργατικής Μεταπολίτευσης και στην πρώτη ανατροπή της Δεξιάς μετά τον Εμφύλιο, στα 1981. Σήμερα η ανασυγκρότηση της σοσιαλδημοκρατίας περνάει υποχρεωτικά μέσα από τη διαχείριση της μνημονιακής καταστροφής, μέσα από την αποδοχή των «συμφωνιών» με τους δανειστές, σε συνθήκες πρωτοφανούς και παρατεταμένης κοινωνικο-οικονομικής κρίσης. Γι’ αυτό και ο «νέος φορέας» σημαδεύεται εκ γενετής με τα όρια μιας συμπληρωματικής πολιτικής δύναμης. Δεν είναι τυχαίο ότι το δίλημμα που κυριάρχησε στις πολιτικές συζητήσεις των ημερών ήταν: με τη ΝΔ ή με το ΣΥΡΙΖΑ;
Όμως δεν είναι, επίσης, τυχαίο ότι δε δόθηκε σαφής απάντηση σε αυτό το κρίσιμο ερώτημα. Ο πασοκικός χώρος έχει υπάρξει επί δεκαετίες ως καθεστωτική δύναμη. Γνωρίζει καλά ότι μπορεί να χρειαστεί να κυβερνήσει… και με τους δύο. 
Το πρόγραμμα και οι κοινωνικές αναφορές στήριξης, δηλαδή οι παράγοντες που παλιότερα θα καθόριζαν την απάντηση στο ζήτημα των πολιτικών συμμαχιών, είναι σήμερα τα πεδία όπου η σοσιαλδημοκρατία έχει υποστεί τη βαθύτερη μετάλλαξη. Ας δούμε πώς απάντησε στα ζητήματα αυτά ο επανεμφανιζόμενος Γ.Α. Παπανδρέου σε δισέλιδη συνέντευξή του στην «Εφ.Συν.»: «Διαρκείς αλλαγές απέναντι στο πελατειακό σύστημα… ρηξικέλευθες μεταρρυθμίσεις… πολιτικός φιλελευθερισμός και πολιτική οικολογία… (να εκφράσουμε) κάθε δημοκράτη πολίτη… να παλεύουμε στην Ελλάδα και να διαμορφώνουμε συμμαχίες… παγκοσμίως». Είναι ένα πρόγραμμα πασπαρτού, που θα μπορούσε να στηρίζεται είτε στη Φ. Γεννηματά, είτε στον Στ. Θεοδωράκη, ενώ θα μπορούσε να οδηγεί σε συμμαχία είτε με τον Τσίπρα είτε με τον Μητσοτάκη, είτε και με τους δύο μαζί! Γιατί δεν περιλαμβάνει λέξη, δεν έχει καμιά επιλογή, στα κρίσιμα επίδικα της συγκυρίας: μνημόνια, λιτότητα, νεοφιλελευθερισμός, χρέος, τράπεζες, ευρώ, ΝΑΤΟ κ.ο.κ.
Έχοντας επίγνωση αυτής της «αμφισημίας», ο ΓΑΠ άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο της στήριξης όποιας κυβέρνησης, δια της ανοχής: «Μπορείς να είσαι χρήσιμος για τη χώρα, στηρίζοντας και ελέγχοντας μια κυβέρνηση καθημερινά στη Βουλή. Δεν είναι ανάγκη να φοράς υπουργικό κουστούμι». 
Κόμμα «πασπαρτού»
Η διαδικασία συγκεκριμενοποίησης θα συνεχιστεί, λέει, στο προαναγγελθέν συνέδριο του «νέου φορέα». Όμως στην πραγματικότητα επαφίεται στις καθεστωτικές ανάγκες που θα προκύψουν μέσα στα επερχόμενα επεισόδια της πολιτικής κρίσης. Η Φ. Γεννηματά είναι πλέον η επικεφαλής ενός «χώρου» που μπορεί να χρησιμεύσει ως το αναγκαίο συμπλήρωμα μιας κυβέρνησης Μητσοτάκη, ή ως σανίδα σωτηρίας της ηγεσίας Τσίπρα, ή ως πόλος πρωτοβουλίας για μια «ευρύτερη» κυβέρνηση εθνικής συνεννόησης, αν οι συνθήκες το καθιστούν αναγκαίο για την κυρίαρχη τάξη και τους δανειστές.
Είναι χαρακτηριστικό το πώς υποδέχθηκαν την εξέλιξη τα στελέχη του κυβερνητικού στρατοπέδου. Ο πέριξ του Μαξίμου «αναλυτής» Χριστόφορος Βερναρδάκης είχε καλωσορίσει πρόσφατα την αρθρογραφία του Κ. Λαλιώτη για την «ιστορικότητα» του Ανδρέα Παπανδρέου και του ΠΑΣΟΚ, ανοίγοντας τη συζήτηση για μια «φυσιολογική συμμαχία» μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ-ΠΑΣΟΚ. Ο Αλ. Φλαμπουράρης έθεσε, ως συνήθως, τα πράγματα πιο ωμά: ξεκόψτε τις σχέσεις με τη ΝΔ και εδώ είμαστε για να συζητήσουμε. Το εντυπωσιακό είναι ότι η εμφανιζόμενη ως «αριστερή ευαισθησία» μέσα στις γραμμές των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, θεωρεί ότι μια συμμαχία με την σοσιαλδημοκρατική κεντροαριστερά θα ήταν μια αξιοπρεπής διέξοδος, που θα επέτρεπε να ξεφορτωθούν τη ντροπή της συμμαχίας με τον Καμένο! Και όλα αυτά σε ένα κόμμα που αναπτύχθηκε έχοντας ως ιδρυτική αρχή την απόρριψη κάθε σχέσης με τη σοσιαλφιλελεύθερη κεντροαριστερά!
Η μνημονιακή μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ και η προσπάθεια ανασυγκρότησης της σοσιαλδημοκρατίας μέσα από τα αποκαΐδια του ΠΑΣΟΚ, δημιουργούν αντικειμενικά το πολιτικό έδαφος για τη «σύγκλιση» των δύο χώρων. Ανεξάρτητα από το εάν και πότε οι πολιτικές εξελίξεις θα επιτρέψουν ή θα ακυρώσουν αυτήν τη «φυσιολογική συμμαχία», οι εργαζόμενοι και οι λαϊκές δυνάμεις δεν έχουν τίποτα θετικό να περιμένουν από αυτήν. Θα είναι μια συμμαχία για την εμπέδωση της μνημονιακής πολιτικής, για τη διαχείριση των προβλημάτων αστάθειας που αυτή η πολιτική δημιουργεί, με στόχο να αποτραπεί το ενδεχόμενο μιας ανεξέλεγκτης παρέμβασης του λαϊκού παράγοντα με ανατρεπτικά αποτελέσματα. 
Γι’ αυτό, όλες οι αναζητήσεις και οι προγραμματισμοί πρέπει να συγκεντρωθούν στο ζήτημα του αντίπαλου πόλου: στο ζήτημα της πολιτικής έκφρασης του χώρου της αντιμνημονιακής ριζοσπαστικής Αριστεράς.