Η Κύπρος μετά τη 5ετή διακυβέρνηση του Αναστασιάδη, κατά την οποία εφαρμόστηκαν πιστά και πρόθυμα όλα τα μνημονιακά μέτρα δοσμένα από την τρόικα σε πλήρη ευθυγράμμιση με την ντόπια αστική τάξη, φαίνεται έστω και στα χαρτιά να περνάει σε μια σχετική οικονομική σταθερότητα.

Ταυτόχρονα όμως οφείλουμε να μην ξεχνάμε ότι η φτωχοποίηση του μεγαλύτερου μέρους της κοινωνίας είναι πιο φανερή από ποτέ: σχεδόν μηδενική μέριμνα στη δημόσια υγεία, εργασιακός μεσαίωνας, κομμένα επιδόματα, σταθερά χαμηλοί μισθοί και συντάξεις, κάτω από τη συνεχή εποπτεία των τραπεζών και του προϋπολογισμού από την ΕΕ και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και με την κατάσχεση πρώτης κατοικίας να είναι προ των πυλών.
Το χειρότερο είναι ότι τους τελευταίους 18 μήνες όλα αυτά έχουν μπει στο περιθώριο με τη δικαιολογία των διαπραγματεύσεων στο κυπριακό. Στο όνομα της ενιαίας γραμμής και του κοινού μετώπου με τη Δεξιά, όλα τα κοινωνικά ζητήματα μπήκαν στην άκρη ακόμα και από τις δυνάμεις της Αριστεράς, η οποία οφείλει να τα αποκαλύπτει, να τα προβάλλει και κυρίως να διεκδικεί τη λύση τους μαζί με τους εργαζόμενους. Οι διαπραγματεύσεις, όμως, ναυάγησαν παρ’ όλη την εξωτερική πίεση και το υποτιθέμενο θετικό κλίμα που ήθελαν οι κυβερνώντες να προβάλλουν. Και έφτασαν στο αδιέξοδο για πολλούς λόγους. Πρώτα και κύρια, όμως, γιατί ο Αναστασιάδης και η ελληνική κυβέρνηση θεώρησαν ότι «τους παίρνει να στριμώξουν» την Τουρκία και να ζητήσουν παραπάνω δεσμεύσεις και υποχωρήσεις από αυτήν λόγω της (πρόσκαιρα;) δυσμενούς θέσης της στην ιμπεριαλιστική σκακιέρα. Αυτό βόλεψε τόσο τον Αναστασιάδη που είχε ήδη αρχίσει να σκέφτεται την προεκλογική του τακτική στο εσωτερικό, όσο και την Ελλάδα που διεκδικεί το ρόλο της Τουρκίας στην περιοχή μέσα στη συμμαχία του ΝΑΤΟ. 
Με αυτά τα δεδομένα, οι πολιτικές δυνάμεις έκαναν ξεκάθαρες επιλογές. 
Οι πολιτικές δυνάμεις
Το κόμμα του Αναστασιάδη (ΔΗΣΥ) ήταν αναμενόμενο να στηρίξει και πάλι την υποψηφιότητά του. Προβάλλεται ως ο κύριος εκπρόσωπος της ντόπιας αστικής τάξης που γλυκοκοιτά τη λύση του κυπριακού. Με τον τρόπο, όμως, που χειρίστηκε τις διαπραγματεύσεις, σκληραίνοντας τη στάση του στο τέλος με μεγαλύτερη στροφή προς τα δεξιά, θεωρείται ότι θα υποστηριχτεί ακόμα και από την πιο σκληροπυρηνική του βάση. Έχει τη στήριξη της ΕΕ μετά την πιστή εφαρμογή μνημονίου και κουρέματος, χωρίς να έχει αμφισβητηθεί σε βαθμό που θα τον έκανε αχρείαστο για το σύστημα. Φαντάζει το ακλόνητο φαβορί μιας και ο μόνος που θα μπορούσε θεωρητικά να τον κοντράρει θα ήταν ένας αριστερός υποψήφιος, αλλά αυτός αγνοείται.
Οι δυνάμεις του ακραίου κέντρου (ΔΗΚΟ-ΕΔΕΚ-Αλληλεγγύη) στηρίζουν Νικόλα Παπαδόπουλο (γιο του Τάσσου Παπαδόπουλου), ο οποίος κρατά τα σκήπτρα του «γραβατωμένου εθνικισμού» και εμφανίζεται ως μονίμως απορριπτικός. Προβάλει κυρίως το θέμα του κυπριακού με μια «νέα» γραμμή σκληρής στάσης (απόρριψη της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας κτλ). Τα κόμματα αυτά κάνουν γαργάρα όλα τα οικονομικά-κοινωνικά ζητήματα και παραμένουν συνεπείς στο να στηρίζουν όλα τα μνημονιακά μέτρα για την «εξυγίανση της πατρίδας».
Οι φασίστες του ΕΛΑΜ (παράρτημα της Χ.Α.) θα κατέβουν μόνοι τους. Δυστυχώς έχουν τη δυνατότητα, αλλά και τη δυναμική να το κάνουν. Πρώτον, γιατί στηρίζονται άμεσα και έμμεσα από την εκκλησία. Ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Χρυσόστομος Β› έχει δηλώσει πως ταυτίζεται με πολλές από τις θέσεις τους και τους περιγράφει ως «μορφωμένα παιδιά που ενδιαφέρονται για τον τόπο»,(1) ενώ εξέφρασε και την ικανοποίησή του για την είσοδο τους στη βουλή.(2) Μάλιστα για να τους στρώσει κι άλλο το δρόμο, στο χριστουγεννιάτικο «λόγο αγάπης», πέρα από τις γνωστές διχοτομικές του θέσεις για το κυπριακό, προχώρησε σε ένα εμετικό διάγγελμα ενάντια στους μετανάστες και τους «δήθεν» πρόσφυγες που είναι εγκάθετοι της Τουρκίας και έρχονται για να αλλοιώσουν την εθνική μας ταυτότητα και να εισπράξουν παχυλά επιδόματα. 
Επιπλέον, η εθνικιστική κατεύθυνση που έχει πάρει το κυπριακό μέσα από τις ενέργειες της κυβέρνησης και των κομμάτων του ακραίου κέντρου, αλλά και μέσα από τον τρόπο που παρουσιάζεται το θέμα από τα ΜΜΕ, τροφοδοτεί αντικειμενικά τον φασιστικό και ρατσιστικό τους λόγο. Πρόκειται για ένα από τα πιο επικίνδυνα εκλογικά κατεβάσματα, μιας και το αντιφασιστικό κίνημα παρ’ όλες τις προσπάθειες, αλλά και τις πρόσφατες νικηφόρες κινηματικές απαντήσεις στις φασιστικές προκλήσεις, δεν έχει καταφέρει να έχει σταθερή παρουσία και παρέμβαση στην κοινωνία. Αποτέλεσμα αυτής της αδυναμίας είναι να μην μπορεί το αντιφασιστικό κίνημα να δείξει τα απαιτούμενα αντανακλαστικά και να πλήξει καίρια αυτή την υποψηφιότητα που αποτελεί θανάσιμο κίνδυνο για την κοινωνία συνολικά.
Η Αριστερά
Το ΑΚΕΛ μετά από την παρωδία της παρά τρίχα υποψηφιότητας του… επιχειρηματία Μάικ Σπανού, πήγε στη «μετριοπαθή» λύση του «κεντρώου τεχνοκράτη» Σταύρου Μαλά. Το έργο το είδαμε και πριν 5 χρόνια, όταν τον κάλεσε το κόμμα να απορροφήσει τους κραδασμούς της αποτυχημένης διακυβέρνησης Χριστόφια. Τώρα καλείται να λειτουργήσει ως ο συνδετικός ιστός ανάμεσα στη βάση του ΑΚΕΛ, στη μερίδα των αστών που στηρίζουν τη λύση, αλλά δεν βλέπουν τον Αναστασιάδη να τους εκπροσωπεί, και τέλος στο κομμάτι της κοινωνίας που ψάχνει τη λύση του κυπριακού, αλλά τοποθετείται στον κεντρώο χώρο. Το ΑΚΕΛ δεν φαίνεται να πιστεύει στην ίδια του την προβληματική επιλογή για άνοιγμα προς τα δεξιά, ούτε όμως να προκρίνει και αριστερό πρόγραμμα και πολιτική, αλλιώς θα όριζε τουλάχιστον ως υποψήφιο κάποιο στέλεχος του κόμματος. Δυστυχώς, αυτό το γεγονός, μαζί με τη λογική της διαχείρισης του συστήματος χωρίς συγκρούσεις με τους από πάνω, και τις γενικότερες επιλογές ήττας τύπου Μαλά, καθιστούν αναπόφευκτη την απαξίωση του ΑΚΕΛ ως εναλλακτικής πρότασης ακόμα και στα μάτια πεισμένων ΑΚΕΛικών.
Οι επερχόμενες προεδρικές εκλογές στην Κύπρο (28/01) βρίσκουν, για μία φορά ακόμα, την ντόπια Αριστερά σε δυσμενή θέση από άποψη επιλογών.
Την τελευταία 5ετία ένα σημείο καμπής για τις δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς ήταν οι αδιέξοδες προσπάθειες αυτόνομης καθόδου στις κατά καιρούς εκλογικές αναμετρήσεις. Πρώτη ήταν η διάσπαση της Επιτροπής για μια Ριζοσπαστική Αριστερή Συσπείρωση (ΕΡΑΣ) μπροστά στο δίλημμα της στήριξης ή μη στήριξης της τότε υποψηφιότητας του Μαλά. Η επόμενη ήταν το δικοινοτικό εκλογικό κατέβασμα της ΔΡΑΣΥ-EYLEM στις ευρωεκλογές του 2014 που, παρόλο το θετικό της πρόσημο, δεν απέδωσε τα αναμενόμενα.
Αυτή, όμως, η εκλογική αναμέτρηση τη βρίσκει μάλλον στο χειρότερο σημείο συσπείρωσης των τελευταίων χρόνων. Κυρίως γιατί δεν έχει πιστέψει στις δυνάμεις της αρκετά ώστε να απογαλακτιστεί από το ΑΚΕΛ. Αποτέλεσμα αυτών είναι η αναγκαστική εκλογική στήριξη του ΑΚΕΛ σύμφωνα με τη λογική του μικρότερου κακού. Το ίδιο θα γίνει και σε αυτές τις εκλογές όπου ο κόσμος της Αριστεράς και των κοινωνικών κινημάτων θα «χαθεί» ανάμεσα στην αποχή και στην (με το ζόρι) ψήφο στο ΑΚΕΛ. Είναι όμως μια στιγμή που πρέπει να συνειδητοποιήσουμε όλοι την ανάγκη δημιουργίας πολιτικού μετώπου της ριζοσπαστικής-αντικαπιταλιστικής Αριστεράς και να αναλάβουμε τις ευθύνες μας.
Μόνο με μια τέτοια συσπείρωση των δυνάμεων υπάρχει η προοπτική της ανάδυσης μιας δύναμης που έχει τις δυνατότητες και το ηθικό ανάστημα να σπάσει στο μέλλον το εκλογικό αδιέξοδο της ανύπαρκτης επιλογής, αλλά κυρίως να δώσει στην κοινωνία τα εργαλεία της διεκδίκησης μιας καλύτερης μέρας.

(1) http://www.lykavitos.gr/archives/410524
(2) http://www.romfea.gr/sinenteyxeis/8958-o-arxiepiskopos-kuprou-gia-elam-k...