Τ ο μακεδονικό ζήτημα κυριάρχησε στο δημόσιο διάλογο τους τελευταίους μήνες. Η συζήτηση αναπόφευκτα έφτασε στις τάξεις και τα προαύλια των σχολείων όπου μαθητές, καθηγητές και γονείς κλήθηκαν να πάρουν θέση. Από τη μία η ακροδεξιά προσπάθησε να διεισδύσει και να κερδίσει το χαμένο έδαφος στη νεολαία, από την άλλη η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ βρήκε την ευκαιρία να παραστήσει τον εκφραστή των μαθητών που αντιστέκονται στον εθνικισμό. Την αλήθεια για το τι συμβαίνει όμως στα σχολεία, μας τη δίνουν οι ίδιοι οι μαθητές.

Ο εθνικιστικός κίνδυνος
Η αλήθεια είναι ότι οι νεοναζί δεν κατάφεραν να κυριαρχήσουν στην πλειονότητα των σχολείων της χώρας. Παρ’ όλα αυτά προσπάθησαν να αξιοποιήσουν την κεντρικοπολιτική αντιπαράθεση στο ζήτημα της Συμφωνίας των Πρεσπών προκειμένου να ρίξουν το εθνικιστικό τους δηλητήριο. Το κατάφεραν σε συγκεκριμένες περιπτώσεις κυρίως στη βόρεια Ελλάδα. Η Τζο, μαθήτρια σε λύκειο της Θεσσαλονίκης, μας είπε: «Η κατάσταση στο σχολείο μου δεν είναι και η καλύτερη. Έχουμε μια ομάδα από πέντε-έξι εθνικιστές μαθητές οι οποίοι δυστυχώς αν και δεν είναι πολλοί, παρασύρουν και τους υπόλοιπους. Σε καθημερινή βάση, αυτά τα παιδιά προσπαθούν να δημιουργήσουν αναταραχές στο σχολείο για δήθεν εθνικά ζητήματα, και ξεκινάνε καβγάδες (ευτυχώς λεκτικούς και όχι σωματικούς) απλά και μόνο για να τραβήξουν την προσοχή. Έχω δει με τα μάτια μου παιδιά να απειλούνται για τις απόψεις τους».
Η περιγραφή της Τζο δείχνει ότι η μετατόπιση της κεντρικοπολιτικής συζήτησης από τους αγώνες ενάντια στα μνημόνια και τις πολιτικές που διαλύουν το δημόσιο σχολείο, στο ζήτημα της Μακεδονίας, έδωσε δύναμη σε λίγους εθνικιστές μαθητές να ηγεμονεύσουν. Ανάλογους προβληματισμούς εξέφρασε και ο καθηγητής σε λύκειο της Ξάνθης Θανάσης Παπαχριστόπουλος με αποτέλεσμα τη στοχοποίησή του από τη Χρυσή Αυγή η οποία γέμισε τους τοίχους του σχολείου όπου δίδασκε με εθνικιστικά συνθήματα εναντίον του. Ο ίδιος, σε δήλωση που έκανε δημόσια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τόνισε: «Χθες το πρωί οι τοίχοι του σχολείου μου γέμισαν συνθήματα μίσους, ρατσισμού και τρομοκρατίας από την ναζιστική οργάνωση ΧΑ. Τα δύο από αυτά στρέφονταν δυστυχώς εναντίον μου, σε μια πρωτοφανή στοχοποίηση. Το ζήτημα, προφανώς δεν είναι προσωπικό. Η τρομοκράτηση και στοχοποίηση εκπαιδευτικών που εκφράζουν διαφορετικές απόψεις είναι συνηθισμένη μέθοδος τον τελευταίο καιρό. Η αντίδρασή μας στο ναζισμό πρέπει να είναι καθολική και χωρίς αστερίσκους».
Η Τζο συνέχισε την περιγραφή για την παρουσία μεμονωμένων εθνικιστών στο σχολείο της το τελευταίο διάστημα τονίζοντας: «Πολλές φορές έχουν προσπαθήσει να κλείσουν το σχολείο με κατάληψη χρησιμοποιώντας ως πρόφαση εθνικιστικά προσχήματα, αλλά χωρίς να έχουν κάποιον συγκεκριμένο ή σοβαρό λόγο. Αν και τις περισσότερες φορές, δεν πέρασε το δικό τους και έπεσε η κατάληψη, υπήρξαν μέρες όπου κατέλαβαν το σχολείο με τη βία, χωρίς να το αποφασίσει η ολομέλεια των μαθητών. Και λυπηρό είναι το γεγονός ότι δεν υπάρχει κάποια δυνατή αντίδραση στο όλο θέμα, ούτε από μαθητές αλλά κυρίως ούτε από καθηγητές. Γενικότερα επικρατεί ένα κλίμα φόβου και αγωνίας στο σχολείο το οποίο χειροτερεύει την κατάσταση περισσότερο».
Η υποκρισία των Πρεσπών
Η Ρόζα, μαθήτρια της Γ’ Λυκείου επίσης από τη Θεσσαλονίκη, ευτυχώς δεν αντιμετωπίζει την εθνικιστική έξαρση στην έκταση που την αντιμετωπίζει η Τζο, δείγμα του ότι οι εικόνες ποικίλλουν από σχολείο σε σχολείο ακόμη και στη βόρεια Ελλάδα. Προβληματίζεται περισσότερο για το πώς θα χτιστεί μια μαθητική απάντηση απέναντι στον εθνικισμό που να καταφέρνει όμως να μη γίνεται ουρά του ΣΥΡΙΖΑ. Φαίνεται πολύ σίγουρη για την άποψή της δηλώνοντας: «Σε όσους θορυβήθηκαν από το εθνικιστικό παραλήρημα που ξέσπασε με το Μακεδονικό ζήτημα, η Συμφωνία των Πρεσπών και η σύνταξη με τη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ προβλήθηκαν ως η καλύτερη αντιεθνικιστική απάντηση. Ωστόσο, παρά τα προτάγματα της κυβέρνησης περί “φιλίας των λαών” και “αντιπαράθεσης με την ακροδεξιά”, η συμφωνία εξυπηρετεί καθαρά την οικονομική κυριαρχία της ελληνικής αστικής τάξης στη Β. Μακεδονία και διευκολύνει τις ευρωπαϊκές επενδύσεις σε αυτήν με την ένταξή της στην ΕΕ».
Επιχειρηματολογώντας στους συμμαθητές της για τη Συμφωνία των Πρεσπών η Ρόζα προβάλλει μια καθαρά διεθνιστική αντίληψη απογυμνώνοντας τον υποκριτικό διεθνισμό της κυβέρνησης και των δημοσιογράφων της: «Πρόκειται για μια συμφωνία με εθνικιστικά και αντιδημοκρατικά χαρακτηριστικά καθώς το γειτονικό κράτος υποχρεώνεται να αλλάξει όχι μόνο το όνομα αλλά και το Σύνταγμά του. Παράλληλα, η συμφωνία επιτρέπει την επέκταση του ΝΑΤΟ στα Βαλκάνια πράγμα που μεγεθύνει την πιθανότητα του πολέμου θυμίζοντας τα αποτελέσματα της εμπλοκής του στο πρόσφατο ιστορικό παρελθόν των Βαλκανίων. Επομένως, η Συμφωνία των Πρεσπών όχι μόνο δεν συνιστά απάντηση στον κίνδυνο των εθνικιστικών εκρήξεων, αλλά αποτελεί εξίσου επικίνδυνη για το λαό εναλλακτική».
Το ίδιο μοτίβο μας απάντησε και ο Σταύρος, μαθητής σε Λύκειο στο Ηράκλειο της Αττικής με έντονη αντιφασιστική δράση: «Τον τελευταίο καιρό και ειδικότερα με την ψήφιση της Συμφωνίας των Πρεσπών οι εθνικιστές βρήκαν την ευκαιρία να βγουν στους δρόμους σπέρνοντας μίσος. Δεν έχουμε να χωρίσουμε τίποτα με τον γειτονικό λαό, καθώς μια τέτοια συμφωνία είναι περισσότερο αρνητική για την (Βόρεια) Μακεδονία πάρα για την Ελλάδα. Αν συγκρίνει κανείς τους στρατούς ανάμεσα στην Ελλάδα και τη γείτονα χώρα θα διαπιστώσει ότι ο κίνδυνος “εισβολής” της Β. Μακεδονίας στην Ελλάδα, όπως θεωρούν οι εθνικιστές, είναι μηδαμινός. Όσον άφορα τη συμφωνία, είναι λανθασμένη γιατί σύμφωνα με αυτήν δημιουργούνται νατοϊκές βάσεις στα Βαλκάνια, κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε εθνικιστικές συγκρούσεις μεταξύ των λαών. Το μαθητικό κίνημα μέσα από τακτικές συγκεντρώσεις, ομιλίες άλλα και συνθήματα σε πορείες πρέπει να δείξει στους ανθρώπους την αλήθεια πίσω από όλα αυτά και όχι να γίνεται “ουρά” κάποιου συγκεκριμένου κόμματος».
Η πραγματική 
μαθητική αντίσταση

Φαίνεται λοιπόν ότι πίσω από τα κάγκελα των προαυλίων και μέσα στις σχολικές αίθουσες υπάρχουν δύο αλληλοσυγκρουόμενοι κόσμοι. Από τη μια αυτός των αγώνων ενάντια στα μνημόνια, του κινήματος ενάντια στο νομοσχέδιο Γαβρόγλου, των αναπληρωτών και των μαθητών που διαδήλωναν μαζί, και από την άλλη η μαύρη εικόνα του μίσους, του ρατσισμού και του εθνικισμού. Ο πρώτος κόσμος όμως έχει πιο στέρεα πόδια. Πατάει πάνω στις παραδόσεις του πανεκπαιδευτικού κινήματος του 2006-7, στην εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008, στις μαζικές αντιμνημονακές απεργίες και στο δυναμικό μαθητικό αντιφασιστικό κίνημα των προηγούμενων ετών. Όλα τα παραπάνω δεν μπορεί να τα καπελώσει ο ΣΥΡΙΖΑ όσο κι αν προσπαθεί.
Είναι ζωτικής σημασίας ανάγκη, όλο το ζωντανό και μαχητικό κομμάτι του εκπαιδευτικού και νεολαιίστικού κινήματος να επανασυγκροτήσει τις δυνάμεις του σε ριζοσπαστική κατεύθυνση τόσο απέναντι στους φασίστες όσο και απέναντι στις πολιτικές λιτότητας και φτώχειας. Η δυναμική του πρόσφατου κινήματος των αναπληρωτών είναι μια εικόνα που πρέπει να πολλαπλασιαστεί. Το σύστημα δεν τρομάζει ούτε από τις ελληνικές σημαίες, ούτε από τα συνθήματα των νεοναζί στους τοίχους των σχολείων. Το σύστημα τρομάζει όταν από κοινού μαθητές, γονείς και εκπαιδευτικοί σηκώνουν τις γροθιές τους.