Αντέχει η κυβέρνηση Μαδούρο, αντιμέτωπη με τα αδιέξοδά της η αντιπολίτευση

Η διεξαγωγή των περιφερειακών εκλογών στη Βενεζουέλα, στις συνθήκες πολιτικής κρίσης και σύγκρουσης, είχαν πάρει αντικειμενικά χαρακτήρα «εθνικής σφυγμομέτρησης». Τέτοιον κεντρικοπολιτικό χαρακτήρα άλλωστε τους έδωσαν και «υποκειμενικά», τόσο το κυβερνητικό PSUV όσο και η αντιπολίτευση.
 Σε συνθήκες υψηλής συμμετοχής για τέτοιου τύπου αναμετρήσεις (61%), το PSUV κέρδισε 17 από τις 23 περιφέρειες, ενώ πανεθνικά το ποσοστό του έφτασε το 54%, έναντι 45% της αντιπολίτευσης.
Η Δεξιά δεν αναγνώρισε το αποτέλεσμα (όπως κάθε φορά που χάνει εκλογές), και μαζί της συντάχθηκαν αμέσως οι ΗΠΑ. Ακόμα κι αν πάρει κανείς στα σοβαρά τις «παρατυπίες» που έχουν καταγγελθεί για τη διαδικασία των εκλογών, αυτές δεν πιστοποιούν μια «εκτεταμένη νοθεία», ικανή να αντιστρέψει το αποτέλεσμα, όπως ομολογούν και οι πιο νηφάλιοι (εχθρικοί προς τον Μαδούρο) αναλυτές. 
Μια σύγκριση με τις περιφερειακές του 2012 (όταν το PSUV κέρδισε 20 στις 23 περιφέρειες) δεν είναι δόκιμη, λόγω των πολύ διαφορετικών συνθηκών. Μια σύγκριση με τις βουλευτικές του 2015, παίρνοντας πάντα υπόψη τη διαφορά στον χαρακτήρα των εκλογών, είναι πιο ενδιαφέρουσα. 
Ο «τσαβισμός» δεν δημιούργησε ρεύμα, αλλά πέτυχε να συσπειρώσει τον πυρήνα της κοινωνικής του βάσης: Τα πρώτα στοιχεία μιλούν για 5,2 εκατομμύρια ψήφους (κοντά στα 5,6 εκατομμύρια ψήφους που είχε πάρει στην ήττα του 2015). Αντίθετα, η αντιπολίτευση συγκεντρώνει 4,5 εκατομμύρια ψήφους. Είναι μια μαζική «αιμορραγία» από τα 7,7 εκατομμύρια που είχαν κινητοποιηθεί υπέρ της στις κάλπες του 2015.
 Το 2015, ήταν το PSUV που πλήρωσε το τίμημα της αποστασιοποίησης σημαντικού τμήματος της βάσης του, που με την αποχή του έδωσε τη νίκη στη Δεξιά. Σήμερα, πληρώνει η αντιπολίτευση την μαζική αποστασιοποίηση της δικής της εκλογικής βάσης. 
Το φαινόμενο αντανακλά τα αδιέξοδα της αντιπολίτευσης, η οποία (όπως ξεχνάμε καμιά φορά, τονίζοντας τον ηγετικό ρόλο της Δεξιάς) επιχειρεί να λειτουργήσει ως «ομπρέλα» που θα χωρέσει όποιον διαφωνεί με την κυβέρνηση PSUV. Ομπρέλα πολιτική, που προσπαθεί να καλύπτει ένα φάσμα στελεχών που ξεκινά από πρώην μέλη του PSUV και φτάνει ως την ακροδεξιά, και ομπρέλα κοινωνική, που επιχειρεί να «χωρέσει» από απλούς δυσαρεστημένους με την οικονομική κατάσταση ψηφοφόρους του PSUV μέχρι τις πρωτοφασιστικές συμμορίες. 
Αντίρροπες τάσεις
Το αποτέλεσμα ήταν να προκύψουν δύο διαφορετικών ειδών «αποχές», που εκφράζουν τελείως διαφορετική πολιτική κατεύθυνση: 
Ένα σημαντικό τμήμα, που είναι προσανατολισμένο στη βίαιη ανατροπή του «κόκκινου δικτάτορα», θεώρησε προδοσία τη συμμετοχή στις κάλπες «του καθεστώτος». 
Ένα άλλο σημαντικό τμήμα, εκείνο που απλώς εξέφραζε τη δυσαρέσκειά του για την οικονομική κατάσταση, απέσυρε την εμπιστοσύνη του από την αντιπολίτευση, χρεώνοντάς της τη βία στους δρόμους, την συστηματική αποσταθεροποίηση της χώρας, τη σύμπραξή της με τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό, σε μια στιγμή που αυτός έχει κλιμακώσει κατακόρυφα την επιθετικότητά του, επιβάλλοντας σκληρές κυρώσεις που επιδεινώνουν την κατάσταση για τους φτωχούς. 
Στους λόγους αποτυχίας της Δεξιάς, θα βρει κανείς και τις αιτίες για την εκλογική αντοχή του PSUV, πέρα από την επιβεβαίωση πως συνεχίζει να υπάρχει μια ισχυρή «τσαβική» ταυτότητα σε σημαντικό τμήμα του πληθυσμού. 
Η συσπείρωση γύρω από το PSUV ήταν μήνυμα καταδίκης της αμερικανικής επιθετικότητας: που από τη στιγμή που κλιμακώθηκε, οδήγησε σε σταδιακή ανάκαμψη της δημοφιλίας του Μαδούρο. 
Ήταν ένα εκλογικό αποτέλεσμα «σταθερότητας» μέσα στην κρίση: καθώς η «άμεση ανατροπή της κυβέρνησης» δεν έγινε εφικτή, η αντιπολίτευση χρεώθηκε την παράταση του χάους. Και όσο επέμενε να συντηρεί μια κατάσταση (πολιτικής και οικονομικής) αποσταθεροποίησης χωρίς διέξοδο, ενισχύθηκαν τα αντανακλαστικά που αντιμετωπίζουν την κυβέρνηση ως «πυλώνα σταθερότητας». Οι προσπάθειες όπως οι CLAPS (επιτροπές διανομής τροφίμων, για να αντιμετωπιστούν οι ελλείψεις), παρά τον περιορισμένο τους χαρακτήρα ως μέτρο, ενίσχυσαν την πεποίθηση ότι μια κυβέρνηση που επιχειρεί να λύσει προβλήματα εν μέσω οικονομικής κρίσης, έχει απέναντί της μια αντιπολίτευση που επιχειρεί να προκαλεί καινούργια. 
Αυτό το αποτέλεσμα, σε συνέχεια της κάμψης της συμμετοχής στις αντικυβερνητικές διαδηλώσεις, δείχνει πως η προσπάθεια της αντιπολίτευσης για άμεση ανατροπή του Μαδούρο έφτασε σε ένα «ταβάνι» σε αυτήν τη συγκυρία. 
Όμως οι συνθήκες κρίσης θα συνεχιστούν. Η κάλπη επιβεβαίωσε πως δεν διαμορφώνεται «δεξιά ηγεμονία» στην κοινωνία της Βενεζουέλας. Αλλά δεν αντέστρεψε θεαματικά την εικόνα «κόπωσης» της υποστήριξης στην «μπολιβαριανή διαδικασία». Αυτή η «ισορροπία τρόμου», αναμένεται να συντηρήσει τις συνθήκες «κρίσης χωρίς ορατή πολιτική διέξοδο». 
Η κρίση συνεχίζεται
Κυρίως, πρόκειται για ένα εκλογικό αποτέλεσμα που δεν θα βάλει τέλος στα βαθιά οικονομικά προβλήματα που βρίσκονται στον πυρήνα της κρίσης. Αυτά είναι βαθύτερα από το (υπαρκτό) πολιτικά υποκινούμενο σαμποτάζ, και αφορούν τα όρια του «μπολιβαριανού σχεδίου», που ήρθαν εκρηκτικά στην επιφάνεια μετά την πτώση των τιμών του πετρελαίου. Όσο δεν ξεπερνιούνται αυτά τα όρια (και ο Μαδούρο δεν δείχνει να θέλει ή να μπορεί), η κρίση θα συνεχίζεται, με επώδυνες συνέπειες για τους εργαζόμενους και τους φτωχούς.  
Και όσο θα συνεχίζεται αυτή η κατάσταση, θα δίνει ευκαιρίες στη Δεξιά και τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό να επιχειρούν νέες απόπειρες: η μη αναγνώριση του αποτελέσματος από την αντιπολίτευση και η άμεση ανταπόκριση των ΗΠΑ που απείλησαν με νέα μέτρα κατά της Βενεζουέλας, προειδοποιούν.  
Η διάσωση της ασθμαίνουσας «μπολιβαριανής διαδικασίας» περνά από μια εργατική αντεπίθεση για τη ριζοσπαστικοποίησή της. Όπως συνέβη στις μεγάλες μάχες του 2002-03. Μια εργατική αντεπίθεση που θα χρειαστεί να γίνει παρά ή κι ενάντια στις προθέσεις της ηγεσίας του PSUV, που δείχνει πιο αφοσιωμένη στην «οχύρωσή της» στους κρατικούς θεσμούς, παρά στην ενεργοποίηση κι ενθάρρυνση της εργατικής-λαϊκής αυτενέργειας...