Ο Σαρκοζί επιχειρεί μάταια να απαλλαγεί από τη ρετσινιά του «προέδρου των πλουσίων», ενώ ο Ολάντ ακροβατεί ανάμεσα σε σοσιαλδημοκρατικές υποσχέσεις και σε εγγυήσεις προς το κεφάλαιο. Ο Μελανσόν αναδεικνύεται σε μεγάλος πρωταγωνιστής. Το μαζικό ρεύμα προς τα αριστερά, που εκτοξεύει τα ποσοστά του, δημιουργεί ένα νέο τοπίο αλλά και νέες προκλήσεις, τόσο για το Μέτωπο της Αριστεράς, όσο και για το Νέο Αντικαπιταλιστικό Κόμμα.     

Η προεκλογική περίοδος στη Γαλλία έχει χρωματιστεί από την ταξική οργή: όλοι ανεξαιρέτως οι υποψήφιοι ένιωσαν την ανάγκη να εμφανιστούν σε εργοστάσια, όλα τα πολιτικά κόμματα υιοθετούν ένα λιγότερο ή περισσότερο εχθρικό τόνο προς τις Βρυξέλλες και τις αγορές. Σε αυτό το κλίμα, τα προγνωστικά για το δεύτερο γύρο εξακολουθούν να δείχνουν σταθερά μια καθαρή ήττα της Δεξιάς.

Ο Σαρκοζί δοκιμάζει τα πάντα για να διασωθεί. Εμφανίστηκε ως σωτήρας της Ευρώπης. Υιοθέτησε πιο λαϊκιστή ρητορεία για την «ισχυρή Γαλλία», φλέρταρε με τις ιδέες του οικονομικού προστατευτισμού, ασκεί περιστασιακά κριτική σε μια ακαθόριστη ελίτ. Επιστράτευσε το ρατσισμό, την ισλαμοφοβία και τα θέματα τάξης και ασφάλειας. Αν και έχει δείξει μεγαλύτερη αντοχή απ’ ό,τι αναμενόταν και μπόρεσε να συσπειρώσει το κόμμα του, η ήττα του παραμένει το πιθανότερο ενδεχόμενο. Ούτε η επίθεση στην Τουλούζ και η ακροδεξιά σπέκουλα που ακολούθησε γύρισαν το κλίμα. Το μόνο που κατάφερε ο Σαρκοζί είναι να τσιμπολογήσει από την κοινή με το ακροδεξιό Εθνικό Μέτωπο δεξαμενή της Δεξιάς, η οποία όμως παραμένει μειοψηφική, αφού δεν υπήρξε μια ευρύτερη συντηρητική στροφή. Κι ενώ ο «Σαρκό» συντηρεί απλώς τα ποσοστά του ή κερδίζει 1-2 μονάδες, η Μαρίν Λεπέν βλέπει τα δικά της να υποχωρούν (έχει πέσει στο 12%-13%).

Ταξική οργή

Η εξήγηση για την υποχώρηση του Σαρκοζί βρίσκεται στα προηγούμενα χρόνια, στο πρόγραμμα που εφάρμοσε, στην πλατιά καταγραφή του στις συνειδήσεις των Γάλλων ως του προέδρου των πλουσίων, στο «εργατικό φθινόπωρο» του 2010, που ναι μεν δεν νίκησε, αλλά γενίκευσε το ταξικό μίσος απέναντί του. Κάποια δημοσκοπικά ευρήματα είναι αποκαλυπτικά: ο υποψήφιος της Δεξιάς συγκεντρώνει 12% στα «μπλε κολάρα» και 17% στα «λευκά».

Ο Φρανσουά Ολάντ επιχειρεί να πιάσει αυτόν το σφυγμό. Ο υποψήφιος των Σοσιαλιστών βγάζει λόγους ενάντια στον «κόσμο των τραπεζών», ενώ έχει προτείνει μέτρα όπως η φορολόγηση κατά 75% στα εισοδήματα άνω του ενός εκατομμυρίου ευρώ, η πρόσληψη 60.000 εκπαιδευτικών, η κατάργηση κάποιων σκανδαλωδών φοροαπαλλαγών που θέσπισε ο Σαρκοζί. Μαζί με αυτά, βέβαια, υπογραμμίζει την προσήλωσή του στη δημοσιονομική πειθαρχία, υπόσχεται λιτότητα αλλά με «άλλο άρωμα», φροντίζει να «διορθώνει» τις αριστερόστροφες δηλώσεις ή υποσχέσεις (για παράδειγμα, οι προσλήψεις 60.000 εκπαιδευτικών δεν θα γίνουν με αύξηση των δαπανών, αλλά απολύοντας άλλους δημόσιους υπαλλήλους).

 

Το αποκορύφωμα ήταν η επίσκεψή του στο Λονδίνο, για να καθησυχάσει το Σίτι. Εκεί, ο Ολάντ περηφανεύτηκε πως «η Αριστερά κυβέρνησε στη Γαλλία για 15 χρόνια, στη διάρκεια των οποίων φιλελευθεροποιήσαμε την οικονομία και ανοίξαμε τις αγορές στο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο και τις ιδιωτικοποιήσεις. Δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας».  

Αριστερό Μέτωπο

Το μεγάλο θέμα των εκλογών είναι η δυναμική καμπάνια του Αριστερού Μετώπου, της συμμαχίας του ΚΚ Γαλλίας με το Αριστερό Κόμμα (διάσπαση των Σοσιαλιστών) και κάποιες μικρές ομάδες της Αριστεράς. Ο δημοσκοπικός καλπασμός του υποψηφίου του, ηγέτη του Αριστερού Κόμματος Ζαν Λικ Μελανσόν, συνεχίζεται και έχει φτάσει πλέον να αγγίζει το 15%. Στις τελευταίες δημοσκοπήσεις έχει περάσει στην τρίτη θέση, αφήνοντας πίσω του τη Λεπέν και τον κεντρώο Μπαϊρού. Πέρα από τα δημοσκοπικά νούμερα, η συμμετοχή, ο ενθουσιασμός και η μαχητικότητα των συγκεντρώσεων (σε αρκετές συγκεντρώσεις τον τόνο δίνει η συμμετοχή μπλοκ απεργών εργατών) δείχνουν πως στο χώρο «στα αριστερά της Αριστεράς» δημιουργείται μια νέα ελπίδα. Σφυροκοπώντας από τα αριστερά τον Ολάντ, έχει κατορθώσει να σπάσει το κλίμα «οποιοσδήποτε για να φύγει ο Σαρκοζί», να εκφράσει πολιτικά τη δυσπιστία απέναντι στο σοσιαλφιλελευθερισμό, τη διάθεση για μια πιο αριστερή ριζοσπαστική πολιτική. Έτσι, διεκδικεί ψηφοφόρους του Σοσιαλιστικού Κόμματος, ενώ με μια εκστρατεία γεμάτη αναφορές στα σύμβολα της Αριστεράς (Κομμούνα, Βαστίλλη κ.λπ.) έχει καταφέρει να επανασυσπειρώσει τη βάση των κομμουνιστών που είχε αποσαρθρωθεί τις 2 τελευταίες δεκαετίες.

Το Αριστερό Μέτωπο έχει μια λίστα σημαντικών ριζοσπαστικών αιτημάτων (αυξήσεις στις συντάξεις και στον κατώτατο μισθό, επιβολή ορίου ανώτατου εισοδήματος με φορολόγηση 100% των εισοδημάτων που ξεπερνούν την κλίμακα, χτίσιμο κοινωνικών κατοικιών, άνοιγμα νέων νοσοκομείων κ.λπ.). Τα αιτήματα αυτά, αλλά και ο μαχητικός τόνος του Μελανσόν, συνυπάρχουν με διάφορες προβληματικές πολιτικές: η υπόκλιση στην ισλαμοφοβία (με «κοσμικό» άλλοθι), η έντονη πατριωτική ρητορεία (που καταλήγει συχνά σε υπεράσπιση του γαλλικού ιμπεριαλισμού ή σε επίκληση στις παραγωγικές δυνάμεις της χώρας ενάντια στους κερδοσκόπους), οι «ρεαλιστικές» προσαρμογές στο πρόγραμμά του, η στάση του σε ζητήματα όπως το χρέος και η ΕΕ. Αν και υπάρχουν κάποιες πολύτιμες ταξικές αιχμές, ο λόγος του Μελανσόν είναι τουλάχιστον αμφιλεγόμενος όταν προκύπτει το ποιος θα επιβάλλει και πώς τα ριζοσπαστικά αιτήματα. Το σύνθημά του «Να πάρουμε την εξουσία!» συνοδεύεται από μια θολή «επανάσταση των πολιτών» και την «εξέγερση στις κάλπες», ενώ ο στρατηγικός στόχος είναι μια εξίσου θολή «6η Δημοκρατία».

Προβλήματα και κίνδυνοι

Ο Μελανσόν καλεί λιγότερο σε ταξική σύγκρουση και περισσότερο σε μια εκλογική στήριξή του για την εφαρμογή ενός κυβερνητικού σχεδίου μεικτής οικονομίας, απαλλαγμένης από τις «υπερβολές» και την «κερδοσκοπία». Αυτό το σημείο είναι πιο κρίσιμο ακόμα και από τη συζήτηση για το πρόγραμμα, γιατί θα καθορίσει την κατεύθυνση που θα πάρει μετεκλογικά το αριστερό δυναμικό που συσπειρώνεται προεκλογικά. Η ελπίδα που γέννησε η εκστρατεία του Μελανσόν μπορεί να δημιουργήσει τη βάση για την ανασυγκρότηση της ριζοσπαστικής Αριστεράς στις γειτονιές και στα εργοστάσια, να στηθεί και να ενεργοποιηθεί ένα δίκτυο αγωνιστών με ενεργή παρουσία στους αγώνες. Η επιμονή στην κυβερνητική πολιτική υποβαθμίζει αυτά τα καθήκοντα προς όφελος των προγραμματικών επεξεργασιών και της αναζήτησης συγκλίσεων. Στις σημερινές συνθήκες, αυτός ο δρόμος περνά μόνο από τη συνεργασία με τους Σοσιαλιστές. Ο ίδιος ο Μελανσόν έχει ξεκαθαρίσει πως δεν θα συμμετάσχει σε μια κυβέρνηση Ολάντ. Σε αυτό το σημείο στέκεται αριστερότερα από το ΚΚΓ. Το ΚΚ τελευταία ζητά περισσότερες δεσμεύσεις για τη συμμετοχή του σε μια κυβέρνηση πληθυντικής Αριστεράς, αλλά παραμένει στρατηγικά προσηλωμένο σε αυτή την –καταστροφική στο παρελθόν– προοπτική.

ΝΑΚ

Στα αριστερά του Μετώπου, προβληματισμό έχει προκαλέσει η καθήλωση του υποψηφίου του Νέου Αντικαπιταλιστικού Κόμματος (ΝΑΚ) στο 0,5%. Ο Φιλίπ Πουτού είναι ένας συνδικαλισμένος εργάτης αυτοκινητοβιομηχανίας, που πρωτοστάτησε σε ένα νικηφόρο αγώνα ενάντια σε απολύσεις. Πρόκειται για μια αξιέπαινη για το συμβολισμό της επιλογή. Όμως η προεκλογική εκστρατεία αποδείχτηκε αδύναμη. Οι λόγοι είναι πολλοί και η συζήτηση που ήδη ανοίξει στο ΝΑΚ και στη διεθνή αντικαπιταλιστική Αριστερά αξίζει να προχωρήσει.

 

Τα ζητήματα ξεπερνούν την ίδια την εκλογική τακτική, αλλά κάτω από την ασφυκτική προεκλογική πίεση ενισχύονται οι πιο ακραίες τάσεις μέσα στο κόμμα και δυσχεραίνουν επιπλέον την προσπάθεια του Πουτού: Μια ομάδα ηγετικών στελεχών επέλεξε εν τω μέσω της προεκλογικής εκστρατείας να αδειάσει τον Πουτού και να δηλώσει στήριξη στον Μελανσόν. Στο άλλο άκρο καλλιεργείται μια αντανακλαστική άμυνα που αναλώνεται στην αποδόμηση του Μελανσόν και στην απόδειξη πως το ΝΑΚ έχει ριζοσπαστικότερο πρόγραμμα. Είναι χαρακτηριστικό αυτής της προβληματικής προσέγγισης πως στη συγκέντρωση στη Βαστίλλη, τη μεγαλύτερη προεκλογική συγκέντρωση της Αριστεράς εδώ και δεκαετίες, δεν υπήρξε παρέμβαση των μελών του ΝΑΚ...

Η ενδεχόμενη απομόνωση από το αριστερό δυναμικό που σήμερα εκφράζεται μέσα από τη στήριξη στο Αριστερό Μέτωπο θα είναι αυτογκόλ για μια πολιτική δύναμη που έχει αποδείξει στο κίνημα πως είναι ειλικρινά ενωτική και η πιο δραστήρια. Την επομένη των εκλογών θα χρειαστεί τα ζητήματα των συμμαχιών, της επιρροής των ρεφορμιστικών ιδεών, του τρόπου παρέμβασης των επαναστατών να τεθούν με νηφαλιότητα. Γιατί το ρεύμα που εκφράζεται σήμερα εκλογικά μπορεί να γίνει η βάση για μια μαζική ανασυγκρότηση της «Αριστεράς της Αριστεράς». Και απέναντι στις σειρήνες της πληθυντικής Αριστεράς και του κυβερνητικού ρεαλισμού, οι σύντροφοι του ΝΑΚ μπορούν να παίξουν σημαντικό ρόλο.