Να γκρεμίσουμε τα τείχη της Ευρώπης-φρούριο

Η κατάσταση στην Ειδομένη παραμένει εκρηκτική με την επιμονή της Μακεδονίας να δέχεται μόνο Σύρους, Αφγανούς και Ιρακινούς πρόσφυγες και να κλείνει το δρόμο σε όλους τους άλλους. Η επιλογή αυτή είναι αυθαίρετη, αλλά όχι τυχαία. Η γειτονική χώρα πολύ απλά ανοίγει τα σύνορά της σε όσους η ΕΕ αναγνωρίζει ως πρόσφυγες, αφού για τους υπόλοιπους είναι κλειστά τα σύνορα των ευρωπαικών χωρών και ενδέχεται να μην μπορούν να φύγουν από τη χώρα. Το αποτέλεσμα είναι να βρίσκονται εγκλωβισμένοι αρκετές εκατοντάδες άνθρωποι, σε αντίξοες συνθήκες μέσα σε σκηνές, ενώ κάποιοι Ιρανοί έχουν ξεκινήσει απεργία πείνας ράβοντας και τα στόματά τους. 
Την περασμένη εβδομάδα υπήρξαν εντάσεις, με τους πρόσφυγες να προσπαθούν να ρίξουν το συρμάτινο φράχτη και να αντιμετωπίζουν την καταστολή της αστυνομίας της Μακεδονίας, και να επιχειρούν αποκλεισμό της σιδηροδρομικής γραμμής στον μεθοριακό σταθμό της Ειδομένης, με τραγική κατάληξη αφού ένας Μαροκινός έπιασε τα ηλεκτροφόρα σύρματα και έπαθε ηλεκροπληξία. Ωστόσο οι πρόσφυγες για μία ακόμα φορά έδειξαν ότι μπορούν να πιέζουν, και στο παρελθόν έχουν πετύχει να ανοίξουν τα σύνορα, με τις μάχες που δίνουν μαζί με τους αλληλέγγυους.
Σύνοδος
Η Ευρώπη βέβαια έχει μια λύση για να μην εγκλωβίζονται οι «παράνομοι μετανάστες» στα σύνορα: να μη φτάνουν σε αυτά ποτέ. Έτσι στη Σύνοδο της περασμένης Κυριακής μεταξύ ΕΕ και Τουρκίας συμφωνήθηκε η εφαρμογή Κοινού Σχεδίου Δράσης το οποίο «θα βάλει τάξη στα μεταναστευτικά ρεύματα και θα βοηθήσει στην ανάσχεση της παράνομης μετανάστευσης». Η συμφωνία προβλέπει ότι η συνεργασία των δύο πλευρών θα αφορά «τους μετανάστες οι οποίοι δεν έχουν ανάγκη διεθνούς προστασίας», τους οποίους η Τουρκία θα πρέπει να συλλαμβάνει και να τους απελαύνει. Το ποιος είναι βέβαια «παράνομος μετανάστης» για την Ευρώπη είναι εντελώς αυθαίρετο, αφού οποιοσδήποτε επιχειρεί μέσα σε αυτές τις απάνθρωπες και επικίνδυνες συνθήκες να φτάσει στην Ευρώπη είναι βέβαιο ότι το κάνει γιατί δεν έχει άλλη επιλογή, και άρα χρήζει διεθνούς προστασίας, και όχι για να βρει γενικώς και αορίστως μια καλύτερη ζωή.
H ΕΕ θα χορηγήσει στην τουρκική πλευρά 3 δισ. ευρώ, δεσμεύτηκε ότι θα επιταχύνει τη διαδικασία ένταξηςτης Τουρκίας και υποσχέθηκε την κατάργηση της βίζας για την είσοδο των Τούρκων πολιτών στην ΕΕ. Αυτά είναι χοντρικά τα ανταλλάγματα που υπόσχεται στην Τουρκία προκειμένου να λειτουργήσει ως μαντρόσκυλο και να περιορίσει τις ροές των μεταναστών και προσφύγων στην Ευρώπη. 
Και η Τουρκία έσπευσε να πιάσει δουλειά, αφού πριν περάσει ένα 24ωρο από το κλείσιμο της συμφωνίας, σε επιχειρήσεις-σκούπα συνελήφθησαν πάνω από 1300 πρόσφυγες στις τουρκικές ακτές, στα σημεία από όπου συνήθως αναχωρούν για την Ελλάδα, οι οποίοι οδηγήθηκαν με λεωφορεία σε κέντρο καταγραφής. Σύμφωνα με το πρακτορείο Τύπου Αναντολού, πρόκειται στη συντριπτική πλειοψηφία τους για Σύρους, Αφγανούς και Ιρακινούς, που ακόμα και η ΕΕ δεν μπορεί παρά να αναγνωρίσει ως πρόσφυγες. 
Αδιέξοδο
Και αυτός είναι ο βασικός λόγος που η συμφωνία αυτή δεν θα «ανακουφίσει» τους Ευρωπαίους ηγέτες από το βραχνά των αυξημένων προσφυγικών ροών. Η μεγάλη πλειοψηφία των αφίξεων από την Τουρκία είναι Σύροι, Αφγανοί και Ιρακινοί, άρα δεν θα υπάρχει μεγάλο περιθώριο «απελάσεων» όπως οι δυο πλευρές ελπίζουν.
 Αλλά ακόμα και όσοι προέρχονται από χώρες που οι Ευρωπαίοι ηγέτες δεν αναγνωρίζουν ως πρόσφυγες, στην πραγματικότητα δεν μπορούν να απελαθούν γιατί δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις, όπως απέδειξε το εγχείρημα των «προαναχωρησιακών κέντρων» –δηλαδή των στρατοπέδων συγκέντρωσης– στην Ελλάδα, από όπου υποτίθεται θα απελαύνονταν οι «παράνομοι» μετανάστες αλλά αυτό δεν ήταν εφικτό παρά για ένα απειροελάχιστο ποσοστό. 
Τέλος είναι σαφές ότι οι άνθρωποι που δεν μπορούν να ζήσουν ούτε στη χώρα τους ούτε και στην Τουρκία θα βρουν στο τέλος τρόπο να φύγουν παράνομα, και απλά οι επιχειρήσεις-σκούπα της Τουρκίας θα είναι ένα πρόσθετο εμπόδιο στο έτσι κι αλλιώς μακρύ και επικίνδυνο ταξίδι τους.
Προφανώς λαμβάνοντας όλα αυτά υπόψη ο Ντόναλντ Τουσκ επισήμανε ότι δεν μπορεί η λύση να είναι μόνο η Τουρκία. «Ας μην είμαστε αφελείς. Εμείς έχουμε την ευθύνη και το καθήκον να προστατέψουμε τα εξωτερικά σύνορα της Ευρώπης. Δεν είναι υποχρέωση καμίας τρίτης χώρας να το κάνει. Αν δεν φυλάξουμε τα εξωτερικά μας σύνορα, ο χώρος Σένγκεν θα γίνει ιστορία».
Για άλλη μια φορά επανέρχεται το θέμα των εξωτερικών και εσωτερικών συνόρων της ΕΕ. Ή θα φυλάμε τα εξωτερικά σύνορα με φράχτες, Frontex και καταστολή, ή αλλιώς θα καταργηθεί η Σένγκεν και δεν θα υπάρχει ελεύθερη μετακίνηση μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ. Η τρίτη λύση, να ανοίξουμε τα σύνορα και να υποδεχτούμε τους πρόσφυγες, δεν μπαίνει καν στο τραπέζι των Ευρωπαίων ηγετών.
Στο ίδιο μήκος κύματος και ο Έλληνας πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, που για μία ακόμα φορά εντόπισε τους ενόχους, που δεν είναι άλλοι από τους διακινητές. Σε τουίτ του προς τον Αχμέτ Νταβούτογλου έγραψε: «Ξοδεύουμε δισ. για εξοπλισμούς, εσείς για να παραβιάζετε, εμείς για να σας αναχαιτίζουμε. Έχουμε τα πιο σύγχρονα οπλικά συστήματα στον αέρα και από κάτω δεν μπορούμε να εντοπίσουμε τους διακινητές που πνίγουν αθώους ανθρώπους στο Αιγαίο». Μόνο που τους αθώους ανθρώπους τους πνίγει η Frontex, ο φράχτης του Έβρου και τα κλειστά σύνορα, σε συνδυασμό με τον πόλεμο που τους αναγκάζει να φύγουν πάση θυσία, και οι διακινητές εκμεταλλεύονται αυτήν την κατάσταση για να βγάλουν λεφτά.

 

Όχι σε ισλαμοφοβία - πόλεμο - τρομοϋστερία

Όσο και αν το σχέδιο δράσης δεν θα λύσει το πρόβλημα της Ευρώπης, μπορεί ωστόσο να δημιουργήσει στους πρόσφυγες προβλήματα μεγαλύτερα από αυτά που έχουν ήδη. Το Παρίσι έδωσε στους Ευρωπαίους ηγέτες μια προοπτική: αν ο φόβος νικήσει την αλληλεγγύη, τότε θα έχουν τη δυνατότητα να παραβιάζουν ακόμα περισσότερο τα δικαιώματα των προσφύγων, χωρίς μεγάλες αντιδράσεις. 
Κίνημα αλληλεγγύης
Αν η ισλαμοφοβία αποκτήσει μεγαλύτερη επιρροή στους λαούς της Ευρώπης, αν η τρομοϋστερία επικρατήσει, τότε θα αμβλυνθούν και τα αισθήματα αλληλεγγύης των λαών της Ευρώπης προς τους πρόσφυγες. Αν στο όνομα της ασφάλειας οι ευρωπαϊκοί λαοί δεχτούν να κάνουν υποχωρήσεις στα δικά τους δικαιώματα, και θεωρήσουν αναγκαία την αστυνομοκρατία και την περιστολή δημοκρατικών ελευθεριών, τότε προφανώς και θα είναι λιγότερο ευαίσθητοι και για την παραβίαση των δικαιωμάτων των προσφύγων. Οι φοβισμένοι άνθρωποι που κάνουν παραχωρήσεις στους «προστάτες» τους για να μπορούν αυτοί να κάνουν καλύτερα τη δουλειά τους, δεν είναι σε θέση να διεκδικήσουν τίποτα, ούτε για τον εαυτό τους ούτε για τους άλλους. 
Αυτήν την ευκαιρία βλέπουν οι ηγέτες της ΕΕ και προχωράνε στο Κοινό Σχέδιο Δράσης –γιατί χωρίς ακόμα μεγαλύτερη παραβίαση δικαιωμάτων θα έχει πολύ μικρά αποτελέσματα. 
Με τα νέα δεδομένα το κίνημα αλληλεγγύης στους πρόσφυγες έχει περισσότερα καθήκοντα και διεκδικήσεις, και πρέπει να αναπτυχθεί ταυτόχρονα με ένα δυναμικό αντιπολεμικό και αντιιμπεριαλιστικό κίνημα. 
Πρώτο αίτημα για την Ελλάδα παραμένει να πέσει ο φράχτης. Είναι το αίτημα που αφορά εμάς και πρέπει να συνεχίσουμε να το διεκδικούμε από την ελληνική κυβέρνηση. Τα εξωτερικά σύνορα της Ευρώπης, που τόσο θέλουν οι ηγέτες τους να τα «υπερασπιστούν», βρίσκονται στην Ελλάδα. Καθήκον δικό μας είναι να μην τους επιτρέψουμε να συνεχίσουν να τα «υπερασπίζονται» πνίγοντας ανθρώπους. Και όσο περισσότεροι πρόσφυγες καταφέρουν να περάσουν αυτά τα σύνορα, τόσο μεγαλύτερη πίεση θα ασκήσουν να ανοίξουν όλα τα σύνορα και να φτάσουν στις χώρες τελικού προορισμού τους.
Στις νέες συνθήκες οφείλουμε με κάθε τρόπο να δίνουμε ιδεολογικές μάχες ενάντια στην ισλαμοφοβία και την Ευρώπη-φρούριο. Το θέμα βρίσκεται στο προσκήνιο είτε το θέσουμε εμείς είτε όχι, και αν δεν αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά την αντιπροσφυγική προπαγάνδα, υπάρχει ο κίνδυνος να επικρατήσουν οι φωνές που επιχειρούν να συνδέσουν την τρομοϋστερία με τους πρόσφυγες και ως εκ τούτου να πείσουν για την αναγκαιότητα των κλειστών συνόρων. Το τεράστιο κύμα αλληλεγγύης του προηγούμενου διαστήματος –που συνεχίζεται και τώρα– καθιστά δύσκολη την επιτυχία αυτής της προπαγάνδας. Αν δεν είχε προηγηθεί αυτό, θα ήταν πιο εύκολο να εμπεδωθεί η σχέση ασφάλειας-κλεισίματος συνόρων και η σύνδεση προσφύγων-τζιχαντιστών. Αλλά η μάχη απέναντι σε αυτά τα ιδεολογήματα πρέπει να είναι συνεχής, γιατί η μεταστροφή του κόσμου δεν είναι κάτι απίθανο να συμβεί.
Αντιπολεμικό κίνημα
Τη στιγμή που η Γαλλία βομβαρδίζει τη Συρία για να «χτυπήσει το ISIS» και οι άνθρωποι ψάχνουν να βρουν ποια είναι η καλή πλευρά από όλους όσοι κάνουν τους Σύρους να εγκαταλείπουν τα σπίτια τους –Ρώσοι, Γάλλοι, Άσαντ, ISIS, Αμερικάνοι– είναι σημαντικό να λέμε με κάθε τρόπο ότι δεν υπάρχει καλή πλευρά. Η λύση στον πόλεμο δεν είναι κι άλλος πόλεμος, και οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις που επιχειρούν στην περιοχή προασπίζονται τα δικά τους συμφέροντα μέσα στους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς. Αν οι λαοί στηρίζουν αυτές τις επεμβάσεις, είτε γιατί θεωρούν ότι βοηθάνε τους λαούς που δοκιμάζονται, τον συριακό εν προκειμένω, είτε γιατί νομίζουν ότι έτσι επιτυγχάνουν τη δική τους ασφάλεια, γίνονται συνένοχοι. Και από τη στιγμή που γίνονται συνένοχοι στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, το ενδιαφέρον τους για τα θύματα αυτών των επεμβάσεων αναγκαστικά μειώνεται, αλλά και τα δικά τους δικαιώματα απεμπολούν, αφού είναι πρόθυμοι να δεχτούν π.χ. μείωση των κοινωνικών δαπανών για αύξηση των εξοπλισμών.
Στην Ελλάδα το αντιπολεμικό κίνημα πρέπει δυναμικά να απαιτήσει να μην υπάρξει καμία εμπλοκή της Ελλάδας, καμία διευκόλυνση, καμία συνενοχή. Και το κίνημα αλληλεγγύης στους πρόσφυγες να συνεχίσει την έμπρακτη βοήθεια προς αυτούς για όσο διάστημα παραμένουν στη χώρα μας, αλλά και να απαιτήσει να ανοίξουν τα σύνορα και να πέσουν οι φράχτες. Οι πρόσφυγες καλοδεχούμενοι, ο πόλεμος όχι!

 

Αντιιμπεριαλισμός και Ισλαμικό Κράτος

Ο πόλεμος σε Ιράκ-Συρία έχει πάρει δύο παράλληλες μορφές που είναι εξίσου επικίνδυνες: Αυτήν του «πολέμου ενάντια στην τρομοκρατία» (όπου όλοι συμφωνούν και λίγο-πολύ συντονίζονται στους βομβαρδισμούς ενάντια στο Ισλαμικό Κράτος), και αυτήν του ενδοϊμπεριαλιστικού ανταγωνισμού (όπου ο καθένας βομβαρδίζοντας επιχειρεί και να υπερασπίσει τα δικά του συμφέροντα στη Μέση Ανατολή). Και τα δύο μαζί έχουν δημιουργήσει το απόλυτο χάος και μια πραγματική κόλαση στις δύο χώρες. Αυτή η φρίκη πρέπει να τελειώσει. Η Αριστερά οφείλει να απαιτήσει να αποχωρήσουν όλες οι ξένες δυνάμεις από τη Συρία, να σταματήσουν όλες οι ξένες επεμβάσεις.
Σε αυτό το αυτονόητο αντιπολεμικό καθήκον έχουν υπάρξει σημαντικές καθυστερήσεις. 
Κοινή ρίζα είναι η έμφαση σε μια αντίληψη που βλέπει το ΙΚ ως το «απόλυτο κακό». Όμως το ΙΚ είναι μια ακόμα εκδοχή βαρβαρότητας, σε μια «σύγκρουση βαρβαροτήτων» που περιλαμβάνει και τις εξίσου φονικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και τα εξίσου φονικά δικτατορικά καθεστώτα της περιοχής. Παρ’ όλα αυτά, στις γραμμές του κινήματος αναπτύσσεται μια συζήτηση για το «πώς θα σταματήσουμε το ΙΚ», που θέτει το ζήτημα σε λάθος βάση. Το ΙΚ πράγματι είναι μία από τις πολλές δυνάμεις που έχουν να αντιμετωπίσουν τα αδέλφια μας στη Μέση Ανατολή. Αλλά δεν είναι δουλειά του κινήματος στα ιμπεριαλιστικά κράτη να το σταματήσει, δική του δουλειά είναι να σταματήσει την πολεμική μηχανή αυτών των κρατών που είναι επίσης μια απειλή για τα αδέλφια μας στη Μέση Ανατολή. 
Η σύγχυση πάνω σε αυτό το ζήτημα μπορεί να δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στην ανάπτυξη σοβαρού αντιπολεμικού κινήματος. Στις γραμμές της πιο «φιλοδυτικής» Αριστεράς αυτή μπορεί να μεταφραστεί σε στήριξη ή ανοχή στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις στη Μέση Ανατολή, όταν αυτές παίρνουν «ανθρωπιστικό» ή «αντιτρομοκρατικό» μανδύα. Είναι μια πολιτική υποχώρησης στο ιμπεριαλιστικό ιδεολόγημα της «σύγκρουσης πολιτισμών» που θεωρεί αυτονόητη μια κάποια ηθική υπεροχή του «δυτικού κόσμου» του οποίου οι επεμβάσεις μπορεί να έχουν «ευγενή κίνητρα» ή «εκπολιτιστικά αποτελέσματα». Είναι μια πολιτική που κλείνει τα μάτια στη σκληρή πραγματικότητα δεκαετιών ξένων επεμβάσεων, που πάντοτε όχι μόνο έσπερναν το θάνατο αλλά και έκαναν τα πράγματα χειρότερα απ’ ό,τι ήταν πριν στην παγκόσμια «περιφέρεια». 
Αλλά μια αντίστοιχη σύγχυση επικρατεί και στις πιο συνεπείς αντιιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Με την ίδια αφετηρία, που βλέπει το ΙΚ ως τον «μεγάλο εχθρό», αλλά με μια διαφορετική ανάλυση, που το αντιμετωπίζει ως «όργανο της Δύσης», καταλήγει συχνά σε προβληματικά συμπεράσματα. Το ένα είναι η καταγγελία των Δυτικών ιμπεριαλιστών ότι «δεν πολεμούν πραγματικά το ΙΚ» που μπορεί να οδηγήσει σε παράλυση. Αν η «Δύση δεν πολεμά πραγματικά το ΙΚ», τι απαιτούμε; Περισσότερο και πιο αποφασιστικό πόλεμο; Συχνά η απάντηση που δίνεται είναι να υποστηριχθούν οι δυνάμεις που «πολεμούν πραγματικά το ΙΚ», εννοώντας τη Ρωσία, τον Άσαντ και τους συμμάχους του. Είναι μια ιδέα την οποία ενστερνίζονται δυστυχώς αρκετοί σύντροφοι με γνήσια αντιιμπεριαλιστικά ανακλαστικά. Για παράδειγμα, σε ομιλία του σε αντιπολεμική διαδήλωση στο Λονδίνο, κάτι παρόμοιο δήλωσε ο Ταρίκ Αλί. Είναι μια άποψη που αντιλαμβάνεται την ιεράρχηση της πάλης ενάντια στη «δική μας αστική τάξη», αλλά στην επιχειρηματολογία της καλλιεργεί επικίνδυνες αυταπάτες για τον «θετικό ρόλο» που μπορούν να παίξουν άλλες, εξίσου επικίνδυνες δυνάμεις. 
Οι βόμβες, είτε αμερικανικές, είτε ρωσικές, είτε γαλλικές, είτε της αεροπορίας του Άσαντ, δεν θα σταματήσουν το ΙΚ, αντίθετα το ενισχύουν πολιτικά. Δεν υπάρχει καλή εκδοχή «πολέμου ενάντια στην τρομοκρατία», ούτε καλή πλευρά στον ενδοϊμπεριαλιστικό ανταγωνισμό.
Στην Ελλάδα, μέλος του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, και με μια κυβέρνηση που κινείται σε ξεκάθαρα «ευρωατλαντική» τροχιά, τα καθήκοντα είναι σαφή. Να αγωνιστούμε ενάντια σε κάθε μορφής παρέμβαση στη Συρία, στο όνομα της «καταπολέμησης της τρομοκρατίας». Καμία ελληνική συμμετοχή στις νέες εξορμήσεις του ιμπεριαλισμού στη Μέση Ανατολή. Να αγωνιστούμε ενάντια σε κάθε διευκόλυνση των δυτικών «συμμάχων» της Ελλάδας: είτε πρόκειται για πιθανή αξιοποίηση των νατοϊκών βάσεων για επιχειρήσεις κατά του ΙΚ, είτε πρόκειται για ανταπόκριση στο αίτημα της γαλλικής κυβέρνησης για «στήριξη» όλων των κρατών-μελών της ΕΕ στην επέμβασή της στη Συρία. Αλλά χωρίς να κάνουμε την παραμικρή έκπτωση στην κριτική μας στις άλλες δυνάμεις που αποτελούν μέρος του προβλήματος και όχι της λύσης.