Νέοι συσχετισμοί, νέα προβλήματα, νέα παζάρια

Αυτό το άρθρο γραφόταν την ημέρα που ξεκινούσαν στην Αστάνα οι συνομιλίες μεταξύ συριακού καθεστώτος, ένοπλων αντικαθεστωτικών, Ρωσίας, Ιράν και Τουρκίας, με τον επιτετραμμένο του ΟΗΕ και τον πρέσβη των ΗΠΑ στο Καζακστάν να παρακολουθούν ως παρατηρητές.
Εκτιμήσεις για το αποτέλεσμα που θα παραχθεί είναι δύσκολο να γίνουν για μια σειρά λόγους. Η ίδια η Αστάνα ξεκινά βάζοντας σχετικά χαμηλά τον πήχη (να σταθεροποιηθεί-μονιμοποιηθεί η εκεχειρία), από εκεί και πέρα έχει μια «ανοιχτή» ατζέντα («μπορεί να συζητηθεί οτιδήποτε»), και κυρίως αναμένεται να λειτουργήσει «προπαρασκευαστικά» για νέους γύρους συνομιλιών –τόσο στη «διαδικασία της Γενεύης» όσο και μεταξύ των επιμέρους «παικτών» παρασκηνιακά. 
Απουσίες
Εκτός από τη σημασία που έχει το ποιοι είναι οι συνδιοργανωτές, σημασία έχουν και οι απουσίες. Η αμερικανική ηγεσία είχε δεχθεί πρόκληση από τη Μόσχα, αλλά επέλεξε τελικά να εκπροσωπηθεί σε πολύ χαμηλό επίπεδο και διακριτικά. Μένει να φανεί αν πρόκειται για διάθεση «απεμπλοκής», για διάθεση «μη νομιμοποίησης» της Αστάνα, ή απλά για «υποχρεωτική» επιλογή καθώς ο Λευκός Οίκος είναι σε φάση «αναδιοργάνωσης» μετά την ανάληψη καθηκόντων από την κυβέρνηση Τραμπ. Το ζήτημα της πρόσκλησης των ΗΠΑ πάντως αποτέλεσε ένα πρώτο δημόσιο «αγκάθι» μεταξύ Ρωσίας-Ιράν (με την Τεχεράνη να εκφράζει τη δυσφορία της). Απούσες είναι και οι μοναρχίες του Κόλπου –εδώ πρόκειται για επιτυχία του Ιράν, που εξισορροπείται σχετικά από την έκκληση της Μόσχας στη Σαουδική Αραβία να επεξεργαστεί τις θέσεις της και να είναι έτοιμη να συμβάλει, κι ας μην προσκλήθηκε σε πρώτη φάση. Τελευταία και πιο ηχηρή απουσία, αυτή των Κούρδων της Συρίας και των συμμάχων τους. Μια επιτυχία της Τουρκίας, που εξισορροπείται σχετικά από τις κατ’ ιδίαν συναντήσεις που οργάνωσε ο ρωσικός στρατός με κουρδικές οργανώσεις.
Αυτές οι εικόνες αποτυπώνουν σε έναν βαθμό και την κατάσταση. Αναφερόμαστε τόσο στη συνεννόηση που έχει καταρχήν επιτευχθεί μεταξύ Ρωσίας-Ιράν-Τουρκίας, για την προστασία/σεβασμό των συμφερόντων της κάθε πλευράς όσο και για τα «αγκάθια» που υπάρχουν και συνοψίζονται στο σχήμα: η Μόσχα επιδιώκει μια διευθέτηση που δεν θα διαταράσσει τις σχέσεις της με καμία πλευρά στην περιοχή και που θα διευκολύνει μια στρατιωτική απεμπλοκή της, τη στιγμή που το πλήθος των ανταγωνιζόμενων συμφερόντων και των διαθέσεων των τοπικών παικτών απειλούν αυτήν την προσπάθεια.
Όπως πάντα, ο «χάρτης» που έχει διαμορφώσει ο πόλεμος είναι η βάση των συνομιλιών. Και τα ανοιχτά ζητήματα αφορούν πλέον τις περιοχές που παραμένουν εκτός του ελέγχου του Μπασάρ Αλ Άσαντ.
Αφήνοντας στην άκρη περιοχές έξω από τη Δαμασκό ή σε άλλα σημεία της συριακής υπαίθρου, όπου υπάρχουν μικροί θύλακες ανταρτών, οι «επίμαχες» περιοχές και τα επίδικα στην καθεμιά είναι οι παρακάτω.
α) Η επαρχία του Ιντλίμπ. Εκεί εξωθούνται εδώ και πολύ καιρό συστηματικά και οι μαχητές της αντιπολίτευσης αλλά και όσοι άμαχοι επιλέγουν να εγκαταλείψουν τις πόλεις τους όταν αυτές ανακαταλαμβάνονται από το καθεστώς. Τη μοίρα αυτής της επαρχίας διαπραγματεύονται ουσιαστικά οι αντικαθεστωτικοί. Αν θα αξιοποιηθεί ως «μάρκα» στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων για το μέλλον όλης της Συρίας, αν θα παραδοθεί στον Άσαντ, αν θα αφεθεί να γίνει ένα «σουνιτιστάν». 
β) Η «τουρκική ζώνη επιρροής». Είναι το τμήμα στα σύνορα Τουρκίας-Συρίας όπου επιχειρούν αντικαθεστωτικοί αντάρτες με τη στήριξη του τουρκικού στρατού εναντίον του Ισλαμικού Κράτους αλλά και των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων (Κούρδοι και σύμμαχοί τους). Αυτή δείχνει να έχει κατοχυρωθεί προς το παρόν, καθώς οι επιχειρήσεις κατά του ΙΚ διεξάγονται με την κάλυψη της ρωσικής αεροπορίας, η Δαμασκός έχει ρίξει τους τόνους για την παρουσία ξένου στρατού σε συριακό έδαφος, ενώ πυκνώνουν οι αναφορές σε «δίαυλο επικοινωνίας Συρίας-Τουρκίας» που έχει ενεργοποιηθεί εδώ και καιρό. 
γ) Οι κουρδικές περιοχές. Είναι η Ροζάβα, όπου οι Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις προωθούν ένα δικό τους μοντέλο αυτοδιοίκησης το οποίο προτείνουν ως λύση για όλη τη Συρία. Η αυτονομία της Ροζάβα επιβίωσε ελισσόμενη τακτικά μεταξύ Άσαντ και αντικαθεστωτικών, αξιοποιώντας όποια στήριξη (από τις ΗΠΑ, από τη Ρωσία) ανάλογα με τη ροή του πολέμου και πρωταγωνιστώντας στον πόλεμο κατά του ΙΚ. Είναι μια «πολυτέλεια» που δεν θα έχει για πολύ χρόνο ακόμα, ενόψει της τελικής διευθέτησης του Συριακού. 
δ) Η Ράκα. Η «πρωτεύουσα» του Ισλαμικού Κράτους. Είναι δεδομένο ότι στόχος είναι να ανακαταληφθεί, αλλά το ερώτημα είναι ποιος θα την ανακαταλάβει. Είναι σε εξέλιξη ήδη η επιχείρηση «Οργή του Ευφράτη», από τις Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (με αμερικανική στήριξη). Η Τουρκία διεκδικεί να παίξει αυτή (και όχι οι ΣΔΔ, με τις οποίες είναι σε ανοιχτό πόλεμο στη βόρεια Συρία) ρόλο στην επιχείρηση. Με το Χαλέπι στα χέρια του, το καθεστώς Άσαντ μπορεί επίσης να επιχειρήσει να στρέψει τις δυνάμεις του προς τη Ράκα. 
Σε όλα αυτά τα μέτωπα, υπάρχουν σοβαρές διαφωνίες και αστάθμητοι παράγοντες. 
Διαφωνίες
Ο Πούτιν, για να διατηρήσει ισορροπίες (με τη Σαουδική Αραβία, με την Τουρκία, με τους Κούρδους), ενδεχομένως να αποδειχτεί πιο διαλλακτικός σε «πολιτικές διευθετήσεις» που ίσως φτάνουν σε σενάρια σχετικής «ομοσπονδοποίησης» ή σε μια συριακή «Ταΐφ» (η συμφωνία που έβαλε τέλος στον εμφύλιο στο Λίβανο, οικοδομώντας ένα πολιτικό σύστημα που προστάτευε το ρόλο και τα συμφέροντα όλων των εμπλεκόμενων ξένων δυνάμεων –κυρίως τότε της Συρίας, του Ιράν και της Σαουδικής Αραβίας). 
Αντίθετα, το Ιράν υιοθετεί μια πιο σκληρή γραμμή, η οποία επιτρέπει και στον Άσαντ να συνεχίσει να διακηρύσσει πως στόχος είναι «η ανακατάληψη όλων των εδαφών της Συρίας», μια προαναγγελία ενός πολύ πιο σκληρού πολέμου στο Ιντλίμπ, μιας ενδεχόμενης επίθεσης στις κουρδικές περιοχές, μιας πιθανής επιχείρησης προς τη Ράκα.
Ο άλλος «σκληρός» είναι η Τουρκία, όσον αφορά τις κουρδικές περιοχές. Φαίνεται πως ο Ερντογάν «εγκατέλειψε» το Χαλέπι (και τη στήριξη στους αντικαθεστωτικούς) με αντάλλαγμα να κερδίσει στήριξη στον πόλεμό του κατά των Κούρδων και των συμμάχων τους. Σε αυτόν το στόχο μπορεί να συμπλεύσει με τον Άσαντ, αλλά είναι πιθανό να βρει αντιρρήσεις από τη Ρωσία, που είναι σε διαγκωνισμό με τις ΗΠΑ ως προς την επιρροή πάνω στο κίνημα της Ροζάβα. 
Η αρχική λοιπόν «μοιρασιά» και «συνεννόηση» μπορεί να σκοντάψει και στις αποκλίσεις μεταξύ των τριών, αλλά και στις διαθέσεις των τοπικών δυνάμεων. 
Λέγεται πως στο Ιντλίμπ «βράζουν» ενάντια στην τουρκική στροφή: αυτό θέτει σοβαρό ενδεχόμενο απειθαρχίας αν οι διοικητές των αντικαθεστωτικών δεν κερδίσουν τίποτε στην Αστάνα, και είναι το κλίμα («Όλοι σάς εγκατέλειψαν», όπως έλεγαν τα φυλλάδια που έριχνε η ρωσική αεροπορία) που μπορεί να ενισχύσει ακόμα περισσότερο τις τζιχαντιστικές οργανώσεις. 
Στη Ροζάβα υπάρχουν αντίστοιχα ζητήματα. Σύμφωνα με κάποια ρεπορτάζ, στη συνάντηση με τον ρωσικό στρατό ουσιαστικά δόθηκε τελεσίγραφο υποταγής. Ενώ έχει επιδοθεί ήδη επίσημα ένα άλλο τελεσίγραφο: κατά τη μάχη του Χαλεπιού, οι κουρδικές πολιτοφυλακές πολέμησαν τους αντικαθεστωτικούς και διεύρυναν τις περιοχές της πόλης που έλεγχαν (και αποτέλεσαν βασικό προορισμό για πολλούς πολιορκημένους που δεν ήθελαν να παραδοθούν στον Άσαντ). Σήμερα, το καθεστώς ζητά από τους Κούρδους και τους συμμάχους τους να αποχωρήσουν από αυτές τις περιοχές…
Αυτές οι αντιφάσεις υπάρχουν ήδη, χωρίς να ξέρουμε τι «γραμμή» θα ακολουθήσουν οι ΗΠΑ του Τραμπ (και απέναντι στους αντικαθεστωτικούς, αλλά και απέναντι στους Κούρδους, και απέναντι στην Τουρκία), αν θα μείνουν με σταυρωμένα τα χέρια οι μοναρχίες του Κόλπου, αν μπορούν οι «χρηματοδότες» να ελέγξουν πλέον τις αντικαθεστωτικές ένοπλες ομάδες, αν μπορεί ο Άσαντ να ελέγξει τις πολιτοφυλακές που αντικατέστησαν τον Συριακό Στρατό… Και χωρίς να έχει αρχίσει ακόμα η συζήτηση για τη χρηματοδότηση της «ανοικοδόμησης», που -στην εποχή του ιμπεριαλισμού- είναι συνήθως «συνέχεια του πολέμου με άλλα μέσα»…
Η εκεχειρία είναι καλά νέα για τους Σύρους. Το ενδεχόμενο να τερματιστεί ο πόλεμος, επίσης. Αυτήν τη στιγμή, αυτή η επίγνωση μπαίνει πάνω απ’ όλα. Αλλά δεν αναιρεί το ότι πρόκειται για μια εύθραυστη ισορροπία, όπου «το τέλος του πολέμου» μπορεί να οδηγήσει σε πολλούς διαφορετικούς καινούργιους. Ότι πρόκειται για ένα κυνικό παζάρι που μόνο σε σάπιες λύσεις μπορεί να οδηγήσει. Όπως δεν είχαμε καμία εμπιστοσύνη στη «Γενεύη», δεν έχουμε καμία εμπιστοσύνη στην «Αστάνα»…