Όχι στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις ΗΠΑ-ΝΑΤΟ

Οι κλιμακούμενες αψιμαχίες στα οδοφράγματα, του Ντονέτσκ, του Λουγκάνσκ, του Σλαβιάνσκ, του Κραματόρσκ και αλλού, ανάμεσα στις δυνάμεις καταστολής της Ουκρανίας, από τη μια, και Ρώσων και ρωσόφωνων εξεγερμένων, από την άλλη, είναι μια επικίνδυνη εξέλιξη σε μια ιστορικά φορτισμένη περιοχή της Ευρώπης.

Ανταγωνισμοί

Στο έδαφος της Ουκρανίας συγκρούονται αυτήν τη στιγμή δύο ιμπεριαλισμοί, των ΗΠΑ και της Ρωσίας. Και μάλιστα δύο ιμπεριαλισμοί με βαρύ πυρηνικό αλλά και αναρίθμητο συμβατικό εξοπλισμό. Ο Ψυχρός Πόλεμος επανέρχεται με δριμύτητα, γιατί, όπως σημείωναν και οι κλασικοί του μαρξισμού, ο καπιταλισμός υπάρχει ως πολλά αντιτιθέμενα κεφάλαια, υπάρχει δηλ. μόνον μέσα από τον ανταγωνισμό. Ο παλιός ανταγωνισμός των εξοπλισμών που υπήρχε την εποχή του Ψυχρού Πολέμου ανάμεσα σε δύο οικονομικά κλειστούς μεταξύ τους κόσμους, επανέρχεται σήμερα στην κλασική του μορφή, αλλά το ίδιο απειλητικός για την παγκόσμια ειρήνη, για την επιβίωση και την ευημερία των λαών.

Ασφαλώς η σύγκρουση δεν διεξάγεται στα σύνορα των ΗΠΑ ούτε σε περιοχές που είναι κεφαλαιώδους σημασίας για τη στρατιωτική άμυνα των ΗΠΑ, αλλά ούτε και σε περιοχές που είναι αποφασιστικής στρατηγικής σημασίας για το εξαγωγικό εμπόριο των ΗΠΑ. Αντίθετα, ισχύει ακριβώς το ανάποδο: η Ρωσία είναι αυτή που απειλείται από τις ΗΠΑ και τους συμμάχους της. Οι ΗΠΑ στέλνουν πολεμικά τους πλοία στη Μαύρη Θάλασσα, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τις ακτές τους, ενισχύουν με  πολεμικά αεροπλάνα και στρατιώτες τις δυτικές χώρες που συνορεύουν με τη Ρωσία, ενώ εξοπλίζουν με μέσα και «τεχνογνωσία» την ακροδεξιά κυβέρνηση του Κιέβου. Έστειλαν στο Κίεβο τον αντιπρόεδρο Τζ. Μπάιντεν, αλλά και τον  ίδιο τον επικεφαλής της CIA Τζ. Μπρέναν προκειμένου να «συμβουλεύσουν» την κυβέρνηση για την τακτική ενάντια στους φιλορώσους της ανατολικής Ουκρανίας. Ταυτόχρονα εξαγγέλλουν ένα –εντελώς αμφίβολης αποτελεσματικότητας, είναι αλήθεια– σχέδιο οικονομικών κυρώσεων σε βάρος της Μόσχας.

Βεβαίως η επέμβαση των ΗΠΑ πάτησε σε μια πολύ υλική βάση: την εξέγερση του λαού εναντίον του καταπιεστικού και διεφθαρμένου καθεστώτος του Γιανουκόβιτς αλλά και εναντίον όλων των ολιγαρχών που κατά καιρούς κυβέρνησαν τη χώρα από το 1990 και μετά, και που οδήγησαν τον εαυτό τους σε απίστευτο πλούτο και τον υπόλοιπο πληθυσμό στο χαμηλότερο εισόδημα σε σχέση με όλες τις άλλες χώρες της πρώην ανατολικής Ευρώπης (χαμηλότερο και από αυτό της «σοβιετικής» εποχής). 

Σε αυτήν τη φωτιά που άναψε από τα κάτω παρενέβησαν οι ΗΠΑ, υπό την καθοδήγηση των οποίων δυναμιτίστηκαν σε δύο περιπτώσεις οι συμφωνίες που επιτεύχθηκαν κατά τη διάρκεια της κρίσης: αυτή της 21ης Φλεβάρη ανάμεσα στην κυβέρνηση Γιανουκόβιτς και την τότε αντιπολίτευση (γεγονός που οδήγησε σε στρατιωτική ήττα του Γιανουκόβιτς) και αυτή της Γενεύης, στα μέσα Απρίλη, ανάμεσα σε ΗΠΑ, ΕΕ, Ουκρανία και Ρωσία. Πριν στεγνώσει καν το μελάνι από την τελευταία συμφωνία ο Ομπάμα έσπευσε να δηλώσει ότι «δεν μπορούμε να υπολογίζουμε σε αυτή με δεδομένη τη συμπεριφορά της Ρωσίας στο παρελθόν», καθώς και ότι «πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι ώστε να απαντήσουμε».

Αντιφάσεις
Ωστόσο η καταστολή της εξέγερσης στην Α. Ουκρανία ξεκίνησε με παταγώδη αποτυχία, καθώς τα ουκρανικά στρατεύματα που πρώτα στάλθηκαν εκεί, όχι μόνον δεν είχαν καμία διάθεση να χτυπήσουν τον άοπλο λαό (αλλά και τους ένοπλους αυτονομιστές), όχι μόνον δέχθηκαν να αποχωρήσουν με την πρώτη ψυχολογική πίεση των διαδηλωτών, αλλά και σε κάποιες περιπτώσεις άφησαν τα τεθωρακισμένα οχήματά τους στους εξεγερμένους. 

Αυτές οι δυσκολίες του ακροδεξιού νεοφιλελεύθερου καθεστώτος του Κιέβου (που, παρεμπιπτόντως, συμφώνησε να ρίξει τον ίδιο τον πληθυσμό του στον καιάδα του ΔΝΤ), αλλά και η αμερικανική επιθετικότητα δεν σημαίνουν ότι οι εξεγερμένοι στην Α. Ουκρανία είναι «καλύτεροι» από τους εξεγερμένους της πλατείας Μαϊντάν. Γιατί μαζί με τον πληθυσμό που αγωνιά για το τι σχεδιάζουν εναντίον τους το Κίεβο και οι φασίστες του Δεξιού Τομέα, δρουν οι ρωσόφιλοι εθνικιστές και φασίστες –και μάλιστα είναι οι δικές τους ενέργειες (καταλήψεις δημόσιων κτιρίων, τηλεοπτικών σταθμών, δημαρχείων κ.λπ.) που δίνουν τον τόνο. Οι διαδηλωτές στην Α. Ουκρανία είναι συνήθως λίγοι (το πολύ 2.000) σε πόλεις με εκατοντάδες χιλιάδες πληθυσμό. Δημοσκόπηση του Διεθνούς Ινστιτούτου Κοινωνιολογίας του Κιέβου, που διεξήχθη στις ανατολικές πόλεις όταν άρχιζαν οι καταλήψεις, έδειξε ότι το 75% των κατοίκων του Ντονέτσκ διαφωνούσαν με τις καταλήψεις. Συνολικά στην ανατολική περιοχή μόλις το 15,4% του πληθυσμού υποστήριζαν την ενσωμάτωση στη Ρωσία. Μόνο στο Ντονέτσκ (27,5%) και στο Λουγκάνσκ (30,3%) τα ποσοστά ήταν μεγαλύτερα. Ασφαλώς μπορεί να χρεώσει κανείς έλλειψη αντικειμενικότητας σε ένα ίδρυμα του Κιέβου, ωστόσο τα ευρήματα συμβαδίζουν με το ποσοστό συμμετοχής στις διαδηλώσεις. Τα πραγματικά συναισθήματα του πληθυσμού μπορεί βέβαια να καταγραφούν στο δημοψήφισμα (για την αυτονομία) στο οποίο καλεί η αυτοανακηρυχθείσα «Λαϊκή Δημοκρατία του Ντονέτσκ» στις 11 Μαΐου, δύο βδομάδες πριν από τις επίσημες προεδρικές εκλογές της Ουκρανίας. Χαρακτηριστική του σύνθετου χαρακτήρα αυτών των διαθέσεων ήταν η δήλωση ενός κατοίκου του Σλαβιάνσκ, του Βλ. Ιβάνοβιτς, στην «Γκάρντιαν»: «Δεν είμαι ακραίος ούτε υπέρ της απόσχισης. Είμαι μάλιστα περισσότερο προς τα αριστερά. Δεν μου άρεσε και πολύ ο Γιανουκόβιτς. Είμαι υπέρ της ειρηνικής συνύπαρξης. Το πρόβλημα είναι ότι  όταν οι εθνικιστές κατάκτησαν την εξουσία στο Κίεβο, δεν σκέφτηκαν τις συνέπειες».

Σε κάθε περίπτωση, η αντιπαράθεση στην Ουκρανία μπορεί να αποτελέσει το φιτίλι για μια παγκόσμια σύρραξη. Η πολύ υπαρκτή διαπλοκή ευρωπαϊκών και αμερικανικών επιχειρήσεων με αντίστοιχες ρωσικές δεν σημαίνει ότι μπορεί να εμποδίσει τον πόλεμο. Παρόμοιες ευρύτατες συνεργασίες είχαν μεταξύ τους οι καπιταλιστές της Ευρώπης λίγο πριν από το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η ΕΕ συνολικά, παρά τα επιμέρους συμφέρονται εταιρειών της, είναι πρόθυμη να ενταχθεί στην εκστρατεία κατά της Ρωσίας αδιαφορώντας για τη βούληση των ίδιων της των λαών. Η «υπουργός Εξωτερικών» της ΕΕ, Κάθριν Άστον, έγραψε στα παλιά της τα παπούτσια το ψήφισμα 2627/2014 του Ευρωκοινοβουλίου, που αναφερόταν στην ανάγκη διεξαγωγής ανεξάρτητης έρευνας για το ρόλο και τις διασυνδέσεις των ελεύθερων σκοπευτών στο Κίεβο, που εξέφραζε επίσης βαθιά ανησυχία για τον κυβερνητικό ρόλο των ακροδεξιών κομμάτων Σβόμποντα και Δεξιός Τομέας και που επέκρινε το γεγονός ότι η ΕΕ και τα κράτη-μέλη αγνόησαν συστηματικά τις ανησυχίες και τα συμφέροντα της Ρωσίας. 

Αριστερά
Η ελληνική κυβέρνηση, παντελώς ανυπόληπτη παρά την προεδρία της ΕΕ, παίρνει θέση υπέρ της Δύσης, ενώ συμμετέχει ενεργά στο ΝΑΤΟ. Η ελληνική Αριστερά, αντίθετα, έχει καθήκον να παλέψει για την ειρήνη γιατί αυτό είναι προς το συμφέρον όλων των λαών –και βεβαίως του ελληνικού. Η καταγγελία της βαθύτατης υποκρισίας του συμμάχου της Ελλάδας, των ΗΠΑ, για την Ουκρανία είναι απαραίτητη προϋπόθεση σε αυτή την κατεύθυνση. Και, σε περίπτωση αριστερής κυβέρνησης, η έξοδος από το ΝΑΤΟ αποτελεί την ελάχιστη συμβολή για τη διάλυση της επιθετικής ιμπεριαλιστικής συμμαχίας και για την προάσπιση της ειρήνης στην Α. Ευρώπη.