Μαζική η συμμετοχή στα δημοψηφίσματα παρά το αιματοκύλισμα

Στις 11/5 πραγματοποιήθηκε σε δύο περιφέρειες της Ουκρανίας το δημοψήφισμα που διοργάνωσαν τμήματα του κρατικού μηχανισμού που δεν υπακούουν πλέον στην κυβέρνηση του Κιέβου. Στο δημοψήφισμα, με το ερώτημα αν θα πρέπει να είναι αυτόνομες οι περιφέρειες του Ντονέτσκ και του Λουγκάνσκ, υπήρχε πολύ μαζική συμμετοχή (γύρω στο 80%), όπως πιστοποιούν τα βίντεο και οι φωτογραφίες. Εξαίρεση ήταν οι λίγες περιοχές όπου ο ουκρανικός στρατός -και οι παραστρατιωτικοί της Εθνικής Φρουράς που τον πλαισιώνουν- έφτασε πολύ κοντά στα εκλογικά τμήματα ή βομβάρδιζε με όλμους. Το αποτέλεσμα, σύμφωνα με τους διοργανωτές, ήταν συντριπτικό υπέρ της ανεξαρτητοποίησης (στο Ντονέτσκ γύρω στο 90%, ενώ στο Λουγκάνσκ ξεπέρασε το 96%).

Επιχειρήματα
Οι ΗΠΑ και η ΕΕ, όπως και στην περίπτωση της Κριμαίας, δεν αναγνώρισαν το δημοψήφισμα και έδωσαν ουσιαστικά κάλυψη στις δολοφονίες αμάχων (ο Ομπάμα είπε προκλητικά ότι «η ουκρανική κυβέρνηση έχει επιδείξει αξιοσημείωτη αυτοσυγκράτηση στη διάρκεια όλης αυτής της διαδικασίας»). 
Όμως τώρα τα επιχειρήματά τους έχουν πλέον λιγοστέψει σημαντικά: Η δυτική προπαγάνδα δεν αναγνώριζε το δημοψήφισμα της Κριμαίας γιατί αυτό έγινε με την παρουσία ρωσικού στρατού. Όμως, στην περίπτωση του Ντονέτσκ και του Λουγκάνσκ ο μόνος στρατός που βρισκόταν ένα γύρω ήταν ο ουκρανικός, ο οποίος σκότωσε πλειάδα αμάχων, με στόχο ακριβώς να εμποδίσει τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος.

Όμως, υπάρχει και μια άλλη σημαντική διαφορά με την περίπτωση της Κριμαίας. Τότε, η καταπίεση του ρωσικού πληθυσμού ήταν μόνον σε επίπεδο εξαγγελιών από το Κίεβο. Τώρα, στην περίπτωση των Ντονέτσκ-Λουγκάνσκ, έχουν προηγηθεί δύο περιπτώσεις μαζικής δολοφονίας μελών της ρωσικής μειονότητας: Η πρώτη στην Οδησσό με πάνω από 42 νεκρούς και πολλούς αγνοούμενους και η δεύτερη στη Μαριούπολη επίσης με δεκάδες νεκρούς. Αυτά τα δύο γεγονότα ήταν καθοριστικά στο να αλλάξουν οι διαθέσεις των ανθρώπων. Έτσι, παρότι ο Πούτιν ζήτησε να αναβληθούν τα δημοψηφίσματα, οι τοπικοί παράγοντες αλλά και ο πληθυσμός, τον αγνόησαν επιδεικτικά: «Ο Πούτιν κυβερνά τη Ρωσία, εδώ είναι η περιφέρεια του Ντονμπάς», είπε ο αυτοανακηρυγμένος ηγέτης της «Δημοκρατίας του Ντονέτσκ».

Τα γεγονότα
Το έγκλημα της Οδησσού, όπου χούλιγκαν ποδοσφαιρικών ομάδων, καθοδηγούμενοι από τους ναζί του Δεξιού Τομέα, δολοφόνησαν δεκάδες άμαχους πολίτες, αποσιωπήθηκε ή διαστρεβλώθηκε από τα μεγάλα ΜΜΕ της Δύσης. Η αρχική εντύπωση ότι έπειτα από μια άγρια αντιπαράθεση στο δρόμο, οι ναζί πολιόρκησαν υποστηρικτές του δημοψηφίσματος και τελικά τους έκαψαν ζωντανούς μέσα στο κτίριο των Συνδικάτων της Οδησσού, αποδεικνύεται πολύ «απαλή»: Τα βίντεο καταδεικνύουν ανοιχτή προβοκάτσια, δηλ. συνεργασία της αστυνομίας με «φιλορώσους» ενόπλους, οι οποίοι εν συνεχεία φαίνονται να επιτίθενται στο κτίριο των συνδικάτων. Ακόμη χειρότερα, υπάρχουν καταγγελίες ότι πολλά από τα πτώματα μέσα στο κτίριο σφαγιάστηκαν, πυροβολήθηκαν ή στραγγαλίστηκαν και δεν πέθαναν από τη φωτιά.

Στη Μαριούπολη, η αλήθεια ήταν πια αδύνατο να κρυφτεί ή να «χειραγωγηθεί»: οι στρατιώτες και η Εθνική Φρουρά (που πολλοί καταγγέλλουν ότι στελεχώνεται από το Δεξιό Τομέα) δολοφόνησαν αμάχους, κάποιους μάλιστα ηλικιωμένους, μπροστά στις κάμερες, αδιαφορώντας πλέον για τον πόλεμο της προπαγάνδας –και μάλιστα ακριβώς κατά τη διάρκεια των εκδηλώσεων μνήμης για την ήττα των ναζιστικών στρατιών στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Δεν είναι μόνον το εθνικό ζήτημα, γι’ αυτό είναι στενός ο όρος «φιλορώσοι»: Ο πληθυσμός αντιλαμβάνεται τι επέρχεται με τα προγράμματα λιτότητας του ΔΝΤ, καθώς και με την πολύ πιθανή άρση του προστατευτισμού της ουκρανικής βιομηχανίας, απέναντι στις βιομηχανίες της ΕΕ. Οι εργαζόμενοι στη βαριά βιομηχανία ακριβώς αυτών των δύο περιοχών ξέρουν ότι κινδυνεύουν να έχουν την τύχη των Ελλήνων εργατών –δεν είναι τυχαίο ότι έχουν ξεσπάσει και απεργίες των εργαζομένων στα ορυχεία υπέρ της αυτονόμησης από το Κίεβο. Ο απεσταλμένος της «Washington Post» στο Ντονέτσκ έγραψε στις 17 Απριλίου ότι πολλοί από τους ανθρώπους που του έδωσαν συνέντευξη είπαν ότι η ένταση στην περιοχή τους προερχόταν από το φόβο των «οικονομικών δυσκολιών» και του προγράμματος λιτότητας του ΔΝΤ που θα κάνει τις ζωές τους ακόμη χειρότερες. «Την πιο επικίνδυνη και κρίσιμη στιγμή, ακριβώς τη στιγμή που μάχεται κατά της Μόσχας για να κερδίσει την καρδιά και το μυαλό του πληθυσμού στα ανατολικά, η φιλοδυτική κυβέρνηση ετοιμάζεται να επιβάλει μια θεραπεία-σοκ, δηλ. οικονομικά μέτρα που θα συμμορφώνονται προς τις απαιτήσεις ενός επείγοντος προγράμματος διάσωσης από το ΔΝΤ», διαμαρτυρόταν η εφημερίδα.

 

 

Οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί

Η περίοδος του καπιταλισμού την οποία διανύουμε είναι εδώ και πολλά χρόνια ιμπεριαλιστική. Ασφαλώς ο ιμπεριαλισμός των ΗΠΑ είναι ο ισχυρότερος στον πλανήτη. Όμως η ισχύς του είναι φθίνουσα. Όπως λέει ο Σλ. Ζίζεκ «ο “αμερικανικός αιώνας” έχει τελειώσει, και έχουμε εισέλθει σε μια περίοδο κατά την οποία σχηματίζονται πολλαπλά κέντρα παγκόσμιου καπιταλισμού».

Υποχώρηση
Πράγματι, τα τελευταία χρόνια, παρά τη σχεδόν εξωπραγματική στρατιωτική τους δύναμη, οι ΗΠΑ έχουν οδηγηθεί σε μια σειρά πολεμικών ηττών: Στο Ιράκ παρέδωσαν την εξουσία στους χειρότερους εχθρούς τους, στους σιίτες συμμάχους του Ιράν, ενώ ως πιο δυνατή σουνιτική αντιπολίτευση αναδείχθηκε η… Αλ Κάιντα, η οποία πριν από την εισβολή των ΗΠΑ ήταν ανύπαρκτη στο Ιράκ. Στο Αφγανιστάν οι Ταλιμπάν είναι και πάλι δυνατοί σε όλη την ύπαιθρο, ενώ ακόμη και ο εγκάθετος των ΗΠΑ πρόεδρος καταγγέλλει κάθε λίγο την αμερικανική παρουσία. Στην περίπτωση του Ιράν, παρότι σχεδίαζαν να επιτεθούν, οι ΗΠΑ αναγκάστηκαν να κάνουν πίσω, αποδεχόμενες το δικαίωμα της Τεχεράνης να εμπλουτίζει ουράνιο. Ούτε στη Συρία μπόρεσαν να επέμβει η Ουάσινγκτον, ενώ την προηγούμενη φορά που ένας σύμμαχός της (η Γεωργία) θέλησε να δοκιμάσει τη ρωσική ισχύ, κατατροπώθηκε στρατιωτικά χάνοντας το 1/4 του εδάφους της χώρας.

Έτσι, ως πληγωμένο θηρίο, η αστερόεσσα έχει γίνει ακόμη πιο επικίνδυνη για εκατομμύρια ανθρώπους, σε όλη τη Γη, και για την παγκόσμια ειρήνη. Σήμερα ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός λειτουργεί με γυμνή βία σε όποια περιοχή και με όποιο τρόπο μπορεί. Ακόμη και κάτω από τη διακυβέρνηση Μπους, οι ΗΠΑ ήθελαν να συλλάβουν και να δικάσουν «τρομοκράτες» (δηλ. όσους διαφωνούν εμπράκτως μαζί τους) από όλον τον κόσμο. Κάτω από τη διακυβέρνηση Ομπάμα, οι δίκες θεωρούνται δημοκρατική πολυτέλεια. Τώρα πλέον τα τηλεκατευθυνόμενα αεροπλάνα δολοφονούν μαζικά (κυρίως αθώους αμάχους βεβαίως) στο Αφγανιστάν, στο Πακιστάν, στην Υεμένη και στη Σομαλία, σχεδόν καθημερινά. Ταυτόχρονα οι παρακολουθήσεις ανθρώπων σε όλο τον πλανήτη από τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες έχουν συστηματοποιηθεί και διευρυνθεί όσο ποτέ (η περίπτωση Σνόουντεν είναι χαρακτηριστική). 
Η βία μπορεί να είναι γυμνή αλλά δεν είναι τυφλή. Η αμερικανική υποχώρηση θέλει να μην αφήσει πίσω της ευνοϊκό έδαφος για τους μελλοντικούς ανταγωνιστές, αξιοποιώντας το πλεονέκτημα που διαθέτει εν αφθονία: τα όπλα και τις πάνω από 800 βάσεις που έχει σε 100 χώρες με 400.000 στρατιώτες. Ο στόχος των ΗΠΑ είναι παλιός, εκκινώντας από την αρχή της δεκαετίας του 1980, και διατυπώθηκε με σαφήνεια από τον προεδρικό σύμβουλο Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκι στην έκθεσή του προς το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ με τίτλο «Σχέδιο Παιχνιδιού: Γεωστρατηγικό Πλαίσιο για τη διεξαγωγή του ανταγωνισμού ΗΠΑ-ΕΣΣΔ». 

Η τακτική διαμορφώθηκε εκ νέου κυρίως μετά το 1991. Στα πρόσφατα εκδοθέντα απομνημονεύματά του ο πρώην υπουργός Εξωτερικών και διευθυντής της CIA, Ρόμπερτ Γκέιτς αποκαλύπτει το εξής: «Όταν κατέρρεε η Σοβιετική Ένωση στα τέλη του 1991, ο υπουργός Εξωτερικών Ντικ Τσένι ήθελε το διαμελισμό όχι μόνο της Σοβιετικής Ένωσης και της ρωσικής αυτοκρατορίας, αλλά και της ίδιας της Ρωσίας ώστε να μην μπορεί να αποτελέσει απειλή για τον υπόλοιπο κόσμο (σ.σ.: διάβαζε: για την κυριαρχία των ΗΠΑ)». Τελικά, τότε, η καταρρέουσα Σοβιετική Ένωση συναίνεσε στην επανένωση της Γερμανίας, με αντάλλαγμα οι ΗΠΑ να μην επεκτείνουν το ΝΑΤΟ προς τις χώρες της σφαίρας επιρροής  της ΕΣΣΔ. Φυσικά οι ΗΠΑ δεν τήρησαν την άτυπη συμφωνία και 12 χώρες της πρώην σφαίρας επιρροής της ΕΣΣΔ, εντάχθηκαν στο ΝΑΤΟ του οποίου οι βάσεις πλησίασαν πλέον απειλητικά τα ρωσικά σύνορα.

Εμπλοκή
Στην ίδια την Ουκρανία η αμερικανική εμπλοκή είναι διαρκής τα τελευταία χρόνια –πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς αφού το ίδιο το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ομολογεί ότι έχει ξοδέψει 5 δισ. δολ. γι’ αυτό το σκοπό. Σύμφωνα με το Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων, «δεκάδες ειδικοί της CIA και του FBI  συμβουλεύουν την ουκρανική κυβέρνηση, βοηθώντας το Κίεβο να τερματίσει την εξέγερση στα ανατολικά της Ουκρανίας και να στήσει μια λειτουργική δομή ασφαλείας». Ο ίδιος ο επικεφαλής της CIA παραδέχθηκε ότι βρισκόταν στο Κίεβο όταν άρχισε η στρατιωτική επιχείρηση της ακροδεξιάς κυβέρνησης εναντίον των ρωσικών πληθυσμών. 

Σύμφωνα με τη γερμανική εφημερίδα «Bild am Sonntag», στις στρατιωτικές επιχειρήσεις συμμετέχουν 400 μισθοφόροι της διαβόητης Blackwater (που τώρα ονομάζεται Academi), μεταξύ άλλων γνωστή για μαζικές σφαγές αμάχων στο Ιράκ. Η γερμανική εφημερίδα ισχυρίζεται ότι για τη συμμετοχή αυτών των μισθοφόρων είναι ήδη ενήμερη η Μέρκελ.

Η επέμβαση στην Ουκρανία συνδυάζεται με στρατιωτική πίεση προς τη Ρωσία: στρατιωτικά γυμνάσια στην Εσθονία με 6.000 Αμερικανούς στρατιώτες, και ανάπτυξη χιλιάδων άλλων στρατιωτών στην Πολωνία, τη Λετονία και τη Ρουμανία. 

Όπως φαίνεται, στο πολιτικοστρατιωτικό κατεστημένο της Ουάσινγκτον κυριαρχεί πλέον η άγρια ψυχροπολεμική φράξια, όπως την εκφράζει η αναπληρώτρια υπουργός Εξωτερικών Β. Νούλαντ. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι αρχές του Κιέβου ξεκαθάρισαν επανειλημμένως ότι η στρατιωτική επιχείρηση στα ανατολικά της χώρας θα συνεχιζόταν ακόμη και στην περίπτωση που αναβάλλονταν τα δημοψηφίσματα. Τα νέα «γεράκια» της Ουάσινγκτον θεωρούν ότι πρόκειται για win-win τακτική: Αν ο Πούτιν δεν επέμβει, θα έχουν πετύχει μια στρατιωτική νίκη την οποία θα περιφέρουν ως λάφυρο παγκοσμίως –και μάλιστα ίσως στη συνέχεια εντάξουν και την Ουκρανία στο ΝΑΤΟ. Αν ο Πούτιν επέμβει στρατιωτικά, τότε οι ΗΠΑ θα δείξουν στους δυτικούς συμμάχους τους, κύρια στη Γερμανία, ότι η «ρωσική αρκούδα» είναι πράγματι επικίνδυνη και γι’ αυτό πρέπει να στοιχηθούν όλοι πίσω από τις κανονιοφόρους και τα πυρηνικά της Ουάσινγκτον, εγκαταλείποντας τις οικονομικές συμφωνίες και τα πολιτικά φλερτ με τη Μόσχα. Σε κάθε περίπτωση ο άρρητος στόχος είναι η Γερμανία, η οποία θα υποφέρει ιδιαίτερα σε περίπτωση διακοπής της ροής υδρογονανθράκων από τη Ρωσία. Αυτός ο προφανής στόχος έχει υποτιμηθεί από τους περισσότερους αναλυτές της τωρινής κρίσης (θυμίζουμε ότι ο καπιταλισμός, ακόμη και στην ιμπεριαλιστική εποχή, υπάρχει μόνον ως διαφορετικά και ανταγωνιζόμενα μεταξύ τους κεφάλαια και οι συμμαχίες είναι πάντοτε λυκοφιλίες).

Πούτιν και ΕΕ
Αυτή η υπαρκτή σχέση Γερμανίας-Ρωσίας εξηγεί και τη στάση Πούτιν, ο οποίος ζήτησε την αναβολή των δημοψηφισμάτων. Μάλιστα ο Ρώσος πρόεδρος έφτασε στο σημείο να χαρακτηρίσει «κίνηση προς τη σωστή κατεύθυνση» τις προεδρικές εκλογές που οργανώνει στις 25 Μαΐου η κυβέρνηση του Κιέβου. Είναι ξεκάθαρο ότι είχαν προηγηθεί διαβουλεύσεις με το Βερολίνο, όπου προφανώς η Μόσχα θα πήρε κάποια ανταλλάγματα και εξασφαλίσεις για τη συμμετοχή της στο μέλλον της Ουκρανίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι πλειάδα μεγάλων Γερμανών επιχειρηματιών πιέζουν ακόμη και τώρα για ειρηνική διευθέτηση του ζητήματος με τη Ρωσία. Είναι επίσης ενδεικτικό ότι η ανάπτυξη της Γερμανίας ενδέχεται να μειωθεί μέχρι και κατά 1% φέτος, αν η ΕΕ επιβάλει σκληρότερες κυρώσεις, όπως ανέφερε γερμανικό περιοδικό επικαλούμενο μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Γι’ αυτό η Γερμανία ζητεί περισσότερο χώρο για διπλωματία, τη στιγμή που άλλοι στην ΕΕ, όπως η Βρετανία, πιέζουν για σκληρότερη δράση. Ο Χανς Βέρνερ Ζιν, πρόεδρος του γερμανικού Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών, έγραψε πολύ χαρακτηριστικά στις 2/5 στη «Γουόλ Στριτ Τζέρναλ»: «Πρέπει να κρατάμε στο μυαλό μας ότι η τωρινή κρίση πυροδοτήθηκε από τη Δύση… Αφού σκότωσε εκατομμύρια Ρώσους στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και απήλαυσε την καλή τύχη της ειρηνικής επανένωσης, χάρη επίσης στη στήριξη της Ρωσίας, η Γερμανία έχει ιδιαίτερο καθήκον να αποκλιμακώσει τη σύγκρουση με τη Ρωσία». Αλλά και η Γαλλία, παρότι καταδικάζει τα δημοψηφίσματα, θα συνεχίσει τη συνεργασία και δηλώνει ότι θα παραδώσει στη Μόσχα τα δύο πολεμικά πλοία που κατασκευάζει.

Ο Μπαρόζο επιβεβαίωσε τις εσωτερικές διαφωνίες στη ΕΕ. Παρότι διαμαρτυρήθηκε επειδή ο Πούτιν «θέλει να χτίσει μια Ευρασιατική Ένωση, ένα είδος πόλου εξουσίας απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δυστυχώς» και παρότι δήλωσε πως η κρίση στην Ουκρανία αποτελεί τη μεγαλύτερη απειλή για την ασφάλεια στην Ευρώπη μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, τόνισε ότι οι χώρες της ΕΕ πασχίζουν για να συμφωνήσουν στην προσέγγιση που θα υιοθετήσουν έναντι της κρίσης. «Και, ας είμαστε ειλικρινείς, αυτό είναι το ζήτημα», τόνισε χαρακτηριστικά. 
Σε κάθε περίπτωση οι αντιρρήσεις τμημάτων του γερμανικού κεφαλαίου δεν αναιρούν την επίσημη στάση της ΕΕ, όπως την εκφράζει η επίτροπος Εξωτερικής Πολιτικής, Κάθριν Άστον, η οποία έδωσε στο Κίεβο το «πράσινο φως» για τις σφαγές στα ανατολικά, λέγοντας ότι η ουκρανική κυβέρνηση έχει το δικαίωμα να επιβάλει το νόμο και την τάξη στο εσωτερικό της χώρας. Φυσικά όλοι οι Δυτικοί οι ηγέτες έλεγαν τα εντελώς ανάποδα όταν η κυβέρνηση Γιανουκόβιτς κατέστελλε την εξέγερση του Μαϊντάν.

 

Οι προοπτικές

Μ ετά τα δημοψηφίσματα, οι ηγεσίες των εξεγερμένων σε Ντονέτσκ και Λουγκάνσκ δήλωσαν ότι θα ζητήσουν είτε άμεσα είτε μέσω νέου δημοψηφίσματος την ένωση με τη Ρωσία. Ο Πούτιν σε αυτή τη φάση προκρίνει τις διαπραγματεύσεις με το Κίεβο ώστε να προκύψει έμμεση αναγνώριση των δύο νέων οντοτήτων. Ωστόσο το αίμα που έχει χυθεί κάνει πολύ απίθανη αυτή την εξέλιξη. Από τη μια οι πληθυσμοί των δύο περιοχών απέδειξαν ήδη ότι δεν αποδέχονται τους συμβιβασμούς του Πούτιν με τη Δύση. Από την άλλη, η κυβέρνηση του Κιέβου δεν φαίνεται διετεθειμένη να αποδεχτεί άλλη μια ήττα μετά την Κριμαία γιατί τότε κινδυνεύει από την ίδια της την κοινωνική βάση στη Δ. Ουκρανία. Γι’ αυτό, ήδη πριν από τα δημοψηφίσματα, το ουκρανικό υπουργείο Εξωτερικών διεμήνυσε ότι «ένας διάλογος με τρομοκράτες είναι αδύνατος και αδιανόητος», ενώ και ο μεταβατικός πρόεδρος της χώρας Τουρτσίνοφ έχει αποκλείσει κατηγορηματικά την έναρξη διαπραγματεύσεων με όποιον έχει «αίμα στα χέρια του». Εξάλλου η αυτονόμηση αυτών των περιοχών θα σημάνει την απώλεια της πιο βαριάς βιομηχανίας της χώρας, όπως τα χημικά (44% της εθνικής παραγωγής λιπασμάτων –στην οποία βασίζεται η μεγάλη αγροτική παραγωγή της δυτικής Ουκρανίας– βρίσκεται στις δύο περιοχές), καθώς και των ορυχείων.
Η κατάσταση θα παραμείνει εκρηκτική, έτσι κι αλλιώς. Μόνον οι μαζικές κινητοποιήσεις στις χώρες όλης της Ευρώπης μπορούν να σταματήσουν την αμερικανική επιθετικότητα (όπως και την επιθετικότητα της συμμάχου των ΗΠΑ, της ΕΕ). Αλλά για να αποτραπεί η κλιμάκωση του πολέμου, και οι σφαγές των αμάχων, πρέπει οι εργαζόμενοι σε όλη την Ουκρανία να ξαναπιάσουν το νήμα της κοινωνικής εξέγερσης η οποία αμφισβήτησε την κυριαρχία των ολιγαρχών, δυτικών και ανατολικών, ουκρανόφωνων και ρωσόφωνων, αλλά της οποίας την ηγεσία έκλεψαν οι νεοναζί του Δυτικού Τομέα στα δυτικά, και οι εθνικιστές και οι δυνάμεις του Πούτιν στα ανατολικά. Το υπέρτατο αγαθό της ανθρωπότητας, η ειρήνη, δεν μπορεί να εξασφαλιστεί στις διαπραγματεύσεις, της Νούλαντ, της Άστον, του Λαβρόφ και των υποχείριών τους.