Σταμάτησε με το που ξεκίνησε η υλοποίηση των όρων της νέας συμφωνίας (Μινσκ 2), που προέβλεπε, μεταξύ άλλων, αμοιβαία απομάκρυνση των βαρέων όπλων σε απόσταση αρκετών δεκάδων χιλιομέτρων από το μέτωπο. Οι αντίπαλες δυνάμεις άρχισαν να αλληλοκατηγορούνται για παραβίαση της εκεχειρίας σχεδόν με την έναρξή της: ο μεν ουκρανικός στρατός κατηγορούσε τους αντάρτες ότι επιτέθηκαν και σκότωσαν Ουκρανούς στρατιώτες στην περιοχή της Μαριούπολης, οι δε αντάρτες κατηγορούσαν τον ουκρανικό στρατό ότι βομβάρδιζε θέσεις τους στο αεροδρόμιο του Ντονέτσκ.

Μάλιστα, οι αντάρτες υποστηρίζουν ότι ορισμένες περιοχές, όπως ο στρατηγικής σημασίας σιδηροδρομικός κόμβος του Ντεμπάλτσεβε, δεν περιλαμβάνονται στη συμφωνία εκεχειρίας –γι’ αυτό και βομβάρδιζαν την εν λόγω πόλη ανηλεώς στοχεύοντας στην απομάκρυνση των μεγάλων ουκρανικών δυνάμεων που βρίσκονταν εκεί.
Σε τέτοιες συνθήκες είναι αναμενόμενο ότι η συμφωνία του Μινσκ θα έχει την ίδια τύχη με την προηγούμενη συμφωνία εκεχειρίας που είχε συναφθεί στην ίδια πόλη τον Σεπτέμβριο. Έτσι κι αλλιώς η ισχύς της νέας συμφωνίας ήταν εξαρχής υπονομευμένη αφού στο Μινσκ δεν συμμετείχαν όλα τα «μέρη» που εμπλέκονται στον πόλεμο, δηλ. δεν συμμετείχαν οι ΗΠΑ. Το πόσο ανίσχυρη είναι η συμφωνία φαίνεται από το γεγονός ότι δεν την εγγυούνται με την υπογραφή τους ακόμη κι αυτοί που συμμετείχαν στις διαπραγματεύσεις, δηλ. η Μέρκελ, ο Ολάντ, ο Πούτιν, ο Ποροσένκο κ.λπ. Οι μόνοι παράγοντες που υπέγραψαν απ’ όσους εμπλέκονται στη σύρραξη, ήταν οι ηγέτες των «Λαϊκών Δημοκρατιών» του Ντονέτσκ και του Λουγκάνσκ. Οι υπόλοιποι που υπέγραψαν είναι ένας εκπρόσωπος του ΟΑΣΕ (του οργανισμού που υποτίθεται θα επιβλέπει την απομάκρυνση των βαρέων όπλων), ένας πρώην πρόεδρος της Ουκρανίας (ο Β. Κούτσμα) και ο Ρώσος πρεσβευτής στο Κίεβο. 
Στο Μινσκ η Γερμανία και η υπόλοιπη ΕΕ στόχευε στο να ελέγξει τη σύγκρουση την οποία παλιότερα επεδίωξε. Προφανώς η ΕΕ δεν θέλει γενικευμένο πόλεμο στη γειτονιά της (και μάλιστα με τη συμμετοχή της πυρηνικής Ρωσίας), αλλά δεν θέλει και πλήρη αποκοπή από τους ρωσικούς ενεργειακούς αγωγούς. Όμως η Ουάσινγκτον έχει εντελώς αντίθετα συμφέροντα (τόσο οικονομικά όσο και –κυρίως–στρατιωτικά) και γι’ αυτό προκρίνει πιο «άγρια» αντιμετώπιση. Η ΕΕ, για να εξευμενίσει αυτές τις άγριες διαθέσεις των ΗΠΑ, δημοσιοποίησε νέα μαύρη λίστα από ιδιώτες και οντότητες εναντίον των οποίων «επιβάλλονται κυρώσεις για το ρόλο τους στην ουκρανική σύρραξη», ανάμεσά τους και δύο Ρώσοι υφυπουργοί Άμυνας (φυσιολογικά η Μόσχα απάντησε ότι θα προχωρήσει στα σχετικά αντίποινα). 
Ωστόσο αυτές οι κυρώσεις δεν στάθηκαν ικανές να καλμάρουν την αμερικανική επιθετικότητα. Ο αντιπρόεδρος Τζ. Μπάιντεν έχει προχωρήσει ήδη σε σκληρές ψυχροπολεμικές δηλώσεις κατά της Μόσχας, ενώ ο διοικητής των αμερικανικών δυνάμεων στην Ευρώπη στρατηγός Μπ. Χότζες λέει ότι αντάρτες «δεν είναι αυτονομιστές, αλλά αχυράνθρωποι του προέδρου Πούτιν». Ο ίδιος ο Πούτιν υποτίθεται ότι «πάσχει από κάποια σοβαρή μορφή αυτισμού», σύμφωνα με έγγραφο που δήθεν διέρρευσε από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, στο πλαίσιο δαιμονοποίησης του αντιπάλου! 
Εκτός από δηλώσεις και φήμες όμως, οι ΗΠΑ προχωρούν και σε πράξεις, καθώς ετοιμάζονται να στείλουν τον Μάρτιο ένα τάγμα στρατιωτικών για να εκπαιδεύσουν τον ουκρανικό στρατό. Ακόμη χειρότερα, τον Δεκέμβρη το αμερικανικό Κογκρέσο πέρασε ένα νόμο που προβλέπει την αποστολή στρατιωτικής βοήθειας ύψους 350 εκατ. δολ. στο Κίεβο και το μόνο που χρειάζεται πλέον για να υλοποιηθεί η αποστολή είναι η έγκριση του Ομπάμα. Μάλιστα φαίνεται ότι ο ίδιος ο Ποροσένκο εμπιστεύεται πιο πολύ τα αμερικανικά όπλα από τη διπλωματία της ΕΕ, γι’ αυτό και δεν ενδιαφέρθηκε και αυτός να υπάρξει πραγματική συμφωνία εκεχειρίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι το Γενάρη το ουκρανικό κοινοβούλιο ενέκρινε ένα νέο νόμο επιστράτευσης για το 2015 με στόχο την ένταξη επιπλέον 100.000 ανδρών στο στρατό (ήδη ο ουκρανικός στρατός «υποφέρει» από 7.500 λιποταξίες). Αν ο πόλεμος σταματούσε με μια συμφωνία στο Μινσκ, τότε όλα αυτά δεν θα είχαν νόημα.
Από την πλευρά της Ρωσίας υπήρξαν αντίστοιχα σκληρές δηλώσεις, καθώς ο Πούτιν χαρακτήρισε πολύ πρόσφατα τον ουκρανικό στρατό ως «νατοϊκή λεγεώνα» που το μόνο που την ενδιαφέρει είναι να περιορίζει τη Ρωσία, ενώ και ο Λαβρόφ έκανε λόγο για κλιμάκωση της έντασης εκ μέρους των ΗΠΑ. Ο Ρώσος αντιπρόσωπος στο ΝΑΤΟ Αλ. Γκρούτσκο δήλωσε ότι τυχόν ενίσχυση του Κιέβου με βαρύ αμερικανικό οπλισμό (αυτόν των 350 εκατ. δολ.), θα έχει επικίνδυνες και απρόβλεπτες συνέπειες.
Την ίδια στιγμή τα δημόσια οικονομικά της Ουκρανίας έχουν καταρρεύσει, το εθνικό νόμισμα υποχωρεί ραγδαία, το ίδιο και τα συναλλαγματικά αποθέματα. Φυσικά σε τέτοιες συνθήκες η εξυπηρέτηση του εξωτερικού χρέους είναι πολύ δύσκολη, ωστόσο υπάρχει πάντα ο διεθνής πρεζέμπορος: Το ΔΝΤ «προσέφερε» και η κυβέρνηση της ρημαγμένης χώρας αποδέχθηκε νέο δανειακό «πακέτο» ύψους 17,5 δισ. δολ. στο οποίο θα συμμετάσχει και η ΕΕ (το σύνολο των δανείων που έχει συνάψει το Κίεβο έφτασε έτσι στα 40 δισ. δολ.) Σε αντάλλαγμα, σύμφωνα με την Κ. Λαγκάρντ, η Ουκρανία θα πρέπει να πραγματοποιήσει «ένα πρόγραμμα βαθιών οικονομικών μεταρρυθμίσεων» το οποίο, όπως γνωρίζουμε από την ελληνική εμπειρία, θα κοστίσει κι άλλο αίμα στο λαό εκτός από αυτό του πολέμου. Ήδη ο πρωθυπουργός Γιάτσενιουκ δήλωσε πως ένας από τους βασικούς στόχους είναι οι περικοπές δημόσιων δαπανών, ενώ ένας από τους διακηρυγμένους στόχους των δανειστών είναι να πάρουν τον έλεγχο της δημόσιας επιχείρησης πετρελαίου και φυσικού αερίου της Ουκρανίας, δηλ. του ενεργειακού κολοσσού Naftogas. Από την πλευρά του ο Πούτιν απειλεί πάντα να ζητήσει πίσω μερικά από τα δισεκατομμύρια δολ. που το Κίεβο χρωστάει στη Μόσχα. Κι όλα αυτά σε μια χώρα που ήδη θρηνεί 5.300 νεκρούς, 12.000 τραυματίες και εκατοντάδες χιλιάδες ξεσπιτωμένους –με τα περισσότερα από τα θύματα βέβαια να είναι από την πλευρά του ρωσόφωνου πληθυσμού.