Ουτοπία ένα νέο Σχέδιο Μάρσαλ

πολιτική / Πέτρος Τσάγκαρης / 30.01.2014

Μπορεί η ΕΕ να προσφέρει ένα πακτωλό χρημάτων για «ανάπτυξη»;

Το Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα Ανασυγκρότησης (ή Σχέδιο Μάρσαλ από το όνομα του  Τζ. Μάρσαλ, πρώην στρατιωτικού και υπουργού Εξωτερικών) δεν έπεσε από τον ουρανό. Ήταν αξεδιάλυτα δεμένο με το Δόγμα Τρούμαν, τη στρατηγική στροφή δηλ. που, υπό την καθοδήγηση του Δημοκρατικού Κόμματος, θα πραγματοποιούσαν οι ΗΠΑ εγκαταλείποντας το δόγμα της μη επέμβασης στα ευρωπαϊκά πράγματα. 
 
Από το 1948 οπότε ξεκίνησε το Σχέδιο, μέχρι το 1952, οι ΗΠΑ παρείχαν σε πάνω από 15 ευρωπαϊκές χώρες σχεδόν 13 δισ. δολ., ποσό που σήμερα δεν φαίνεται μεγάλο, αλλά που τότε είχε τεράστια αγοραστική δύναμη. Η Ελλάδα έλαβε κατ’ άλλους 700 εκατ. δολ. και κατ’ άλλους 900 εκατ. δολ., δηλ. από 5% έως 7% του συνόλου, ποσό σχετικά υψηλό αναλογικά με το μέγεθος της χώρας (η Δ. Γερμανία, π.χ., πήρε 1,4 δισ. δηλ. το 10,7% του συνόλου).
 
Ο οικονομικός στόχος του Σχεδίου ήταν η τόνωση των αμερικανικών εξαγωγών μέσω της ενίσχυσης των μόνων χωρών εκτός σοβιετικής επιρροής που μπορούσαν να αγοράσουν μαζικά προϊόντα των ΗΠΑ. Είναι ενδεικτικό ότι το σκέλος του Σχεδίου Μάρσαλ για την Ελλάδα έδινε προτεραιότητα στην ενίσχυση βιομηχανικών δραστηριοτήτων οι οποίες δεν ήταν ανταγωνιστικές των αμερικανικών, αφήνοντας, π.χ. έξω τον στρατηγικό για την Ελλάδα κλάδο του καπνού.
 
Αντικομουνισμός
Σε καμία περίπτωση η ίδια η αμερικανική κυβέρνηση δεν πίστευε ότι θα ερχόταν η ανάκαμψη εξαιτίας των χρημάτων που κατευθύνονταν στην Ελλάδα και στις άλλες χώρες. Αντίθετα θεωρούσε ότι έτσι θα αντιμετωπιστεί ο «κομουνιστικός κίνδυνος», θα επέλθει τάξη και ασφάλεια και ΕΤΣΙ θα αρχίσει η ανάκαμψη. Εξάλλου το γεγονός ότι στο σχέδιο συμπεριλήφθηκαν η Πορτογαλία και η Τουρκία, δείχνει ότι κριτήριο δεν ήταν η καταστροφή από τον πόλεμο και συνεπώς η ανάγκη ανακατασκευής των υποδομών αλλά η έγνοια να διατηρηθούν αυτές οι χώρες στη σφαίρα επιρροής της Δύσης.
 
Γι’ αυτό και η παροχή της «βοήθειας» γινόταν μόνον υπό τον όρο του άμεσου ελέγχου εκ μέρους Αμερικανών αξιωματούχων, δηλ. με την επιβολή μιας κατάστασης που σε όρους πολιτικής παρέμβασης στα εσωτερικά της χώρας ξεπερνούσε κατά πολύ και τη σημερινή παρέμβαση της τρόικας: Σε όλα τα ελληνικά υπουργεία υπήρχαν σύμβουλοι των ΗΠΑ που διαχειρίζονταν τα σχετικά κονδύλια. Στο ΙΚΑ (παρότι δεν χρηματοδοτήθηκε από το Σχέδιο Μάρσαλ) και στον ΟΛΠ τοποθετήθηκαν Αμερικανοί διοικητές. Αν κάποιος πρωθυπουργός δεν άρεσε στις ΗΠΑ, αυτές επέβαλλαν την αντικατάστασή του. 
 
Ειδικά για την Ελλάδα, η «βοήθεια» είχε κι ένα άλλο αντίτιμο: οι ΗΠΑ πίεσαν και τελικά κατάφεραν να παραιτηθούν οι ελληνικές κυβερνήσεις από τη διεκδίκηση πολεμικών αποζημιώσεων από τη Γερμανία (διότι αν καταβάλλονταν αυτές οι αποζημιώσεις οι ΗΠΑ θα έπρεπε κατ’ αναλογίαν να αυξήσουν τη βοήθεια προς τη Γερμανία).
 
Τελικά συνολικά στην Ευρώπη στις αρχές της δεκαετίας του ’50 το κατά κεφαλήν ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 32%, η αγροτική παραγωγή κατά 11% πάνω από τα προπολεμικά επίπεδα, και η βιομηχανική παραγωγή ξεπέρασε κατά 40% το επίπεδο του 1938. 
 
Πολλοί θεωρούν ότι ήταν το Σχέδιο Μάρσαλ αυτό που οδήγησε στην ανάπτυξη μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Γιατί, όμως, δεν αναπτύχθηκε ιδιαίτερα η Ευρώπη που έλαβε το χρήμα αλλά αναπτύχθηκαν όλες οι καπιταλιστικές χώρες; Γιατί δεν ξεχώρισε η Αγγλία που έλαβε τη μερίδα του λέοντος του σχεδίου Μάρσαλ δηλ. το 25% των χρημάτων; Ο οικονομολόγος Tyler Cowen, παρατήρησε πώς τα κράτη που έλαβαν την μεγαλύτερη κατά κεφαλήν ενίσχυση -Βρετανία, Σουηδία, Ελλάδα- είδαν τη μικρότερη ανάπτυξη ανάμεσα στα έτη 1947 και 1955, ενώ τα κράτη που έλαβαν τη μικρότερη ενίσχυση -Γερμανία, Αυστρία, Ιταλία- αναπτύχθηκαν περισσότερο από τα υπόλοιπα.
 
Το παράδειγμα της Δ. Γερμανίας, που γνώρισε σημαντική ανάπτυξη από το 1955 και μετά, είναι συνολικά  χαρακτηριστικό: Στα 20 χρόνια που ακολούθησαν τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η –ενιαία τότε– Γερμανία (παρότι είχε και πάλι ηττηθεί και καταστραφεί τόσο στρατιωτικά όσο και σε επίπεδο εργατικού δυναμικού), πέτυχε να αναπτυχθεί σε τόσο εντυπωσιακά επίπεδα ώστε να στηρίξει τη μεγαλύτερη στρατιωτική μηχανή που είχε γνωρίσει μέχρι τότε η Ευρώπη. Η εξήγηση ήταν ο πόλεμος που κατέστρεψε κεφάλαιο, ανακόπτοντας έτσι την πτωτική τάση του μέσου ποσοστού κέρδους και δίνοντας τη δυνατότητα ανάπτυξης μέσα από την καταστροφή –και όχι κάποια οικονομική βοήθεια.
 
Στην περίπτωση της Ελλάδας υπήρξε επίσης ανάπτυξη, αλλά και πάλι δεν οφειλόταν σε κανένα Σχέδιο Μάρσαλ. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην περίοδο των προηγούμενων πολέμων η οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας είναι εντυπωσιακή: η εγκαταστημένη βιομηχανική ισχύς είχε αυξηθεί έτσι στο διάστημα 1909-1920 κατά δέκα σχεδόν φορές ενώ κατά το ίδιο χρονικό διάστημα ο ελληνικός πληθυσμός είχε αυξηθεί μόνο κατά 1,9 φορές. Σύμφωνα με στοιχεία της Κοινωνίας των Εθνών, η ελληνική βιομηχανική παραγωγή αυξήθηκε στο διάστημα 1928-38 κατά 68%, επιτυγχάνοντας τους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης στον κόσμο μετά τη Σοβιετική Ένωση και την Ιαπωνία, χωρίς να υπάρχει κανένα Σχέδιο Μάρσαλ. 
Άρα δεν ήταν περισσότερο εντυπωσιακό αυτό που έγινε κατορθωτό με το Σχέδιο Μάρσαλ μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
 
Υποτίμηση
Έτσι κι αλλιώς όμως η ανάπτυξη που υπήρξε μετά ήρθε σε κάθε περίπτωση ΠΟΛΥ ΜΕΤΑ το Σχέδιο Μάρσαλ, δηλ. μετά το 1955. Η εξήγηση γι’ αυτό δεν είναι μόνον ο ελληνικός εμφύλιος, αλλά τα μέτρα και η πολιτική που ακολουθήθηκαν ΜΕΤΑ το Σχέδιο Μάρσαλ: Για να ξεκινήσει τελικά η ανάπτυξη χρειάστηκε οι 18 κυβερνήσεις που υπήρξαν από το 1944 έως το 1953 να προβούν σε οκτώ ανταγωνιστικές υποτιμήσεις με κορυφαία αυτή που έκανε ο Σπ. Μαρκεζίνης (υπουργός Συντονισμού), ο οποίος τον Απρίλιο του 1953 προχώρησε σε κατά 50%(!) υποτίμηση της δραχμής –με ό,τι σήμαινε αυτό για τους εργαζόμενους. Αυτή η ανάπτυξη συνοδεύτηκε επίσης από ένα νέο κεφάλαιο κοινωνικής και οικονομικής αιμορραγίας: τη μαζική μετανάστευση του ελληνικού πληθυσμού στις πιο αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες (τη Γερμανία, το Βέλγιο, την Αυστραλία και τις ΗΠΑ). 
 
Εκείνο που πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη σε σχέση με το Σχέδιο Μάρσαλ, είναι ότι τότε ακόμη και οι επικυρίαρχες ΗΠΑ πρόκριναν ως μοναδικό μοντέλο ανάπτυξης την κρατική ιδιοκτησία στις μεγάλες υποδομές. Η γερμανική ΑΕΤΕ κρατικοποιήθηκε, ο κρατικός πλέον ΟΤΕ προικοδοτήθηκε με 8 εκατ. δολ. ενώ συνολικά για τις υποδομές της κρατικής ΔΕΗ δόθηκαν 130 εκατ. δολ.: Η ΔΕΗ, ο ΟΤΕ και αργότερα ο ΕΟΤ, είναι τα χοντρά παραδείγματα ανάπτυξης με κέντρο το κράτος και ήταν αυτές οι επιχειρήσεις που άλλαξαν την εικόνα της Ελλάδας. Αυτή είναι η μόνη θετική κληρονομιά του Σχεδίου Μάρσαλ.
 
Αυταπάτη
Τα ζητήματα που ανακύπτουν είναι προφανή: Πιστεύει κανείς σήμερα ότι η Γερμανία και η γραφειοκρατία της ΕΕ θα χρηματοδοτήσουν μια χώρα (ή μια σειρά χώρες) που θα αντιπολιτεύονται το Βερολίνο, τη Φρανκφούρτη, τις Βρυξέλλες και το ΔΝΤ καταργώντας τα μνημόνια; Πιστεύει, ακόμη πιο ευφάνταστα, ότι αυτοί θα χρηματοδοτήσουν την οικοδόμηση κάποιου είδους δικαιότερης κοινωνίας πολλώ δε μάλλον του σοσιαλισμού; Πιστεύει κανείς ότι η Γερμανία του σήμερα θα χρηματοδοτήσει την (επανα)κρατικοποίηση των μεγάλων δημόσιων επιχειρήσεων (ή την αληθινή κρατικοποίηση των τραπεζών) όπως έκαναν οι ΗΠΑ πριν από 70 χρόνια; Με το Σχέδιο Μάρσαλ δόθηκαν από το 1948 μέχρι το 1953 αθροιστικά χρήματα που αντιστοιχούσαν σε πάνω από το 47% του τότε ελληνικού ΑΕΠ. Σήμερα χοντρικά η αναλογία θα ήταν κοντά στα 90 δισεκατομμύρια ευρώ. Πιστεύει κανείς ότι θα δώσουν απλόχερα οι τραπεζίτες ή η Μέρκελ τόσα λεφτά σήμερα χωρίς να θιγεί η ίδια η υπόσταση της ΕΕ ως έχει, χωρίς δηλ. να καταργηθούν οι περιοριστικοί όροι στο έλλειμμα (3%) και στο χρέος (60%) αλλά και χωρίς τελικά να χάσει η σημερινή άρχουσα τάξη τον έλεγχο όλων των θεσμών που αυτή δημιούργησε;
 
Αλλά ακόμη κι αν γίνουν όλα αυτά, πιστεύει κανείς ότι θα επαναληφθούν οι ευρωπαϊκές οικονομικές επιτυχίες της δεκαετίας του ’50; Σήμερα δεν έχει καταστραφεί παγκοσμίως το κεφάλαιο που είχε καταστραφεί με τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, συνεπώς το ποσοστό κέρδους πιέζεται διαρκώς προς τα κάτω. Καμία χώρα δεν μπορεί να γίνει ατμομηχανή ανάπτυξης: σε αντίθεση με τη δεκαετία του ’50 τώρα όλες οι χώρες βουλιάζουν προς τα κάτω και δεν υπάρχει κάπου να «γαντζωθεί» κάποια χώρα που βουλιάζει ταχύτερα. 
 
Αλλά ακόμη κι αν όλα αυτά δεν υπήρχαν, αν είχαμε σήμερα μιαν επανάληψη των συνθηκών που υπήρχαν μετά τον πόλεμο, δεν θα χρειαστεί άραγε να επαναλάβει κανείς τις επιτυχημένες τελικά υποτιμήσεις του νομίσματος (εντός ή εκτός ευρώ); Και μπορεί μια πιθανή κυβέρνηση της Αριστεράς να οδηγήσει σε περαιτέρω μεταναστευτοποίηση του πληθυσμού, όπως έκαναν τα αστικά κόμματα στις δεκαετίες του ’50 και το ‘60; 
 
Κατά τη γνώμη μας, τα περί νέου Σχεδίου Μάρσαλ είναι πρόταση προς τις άρχουσες τάξεις της Ευρώπης και τους εκπροσώπους της. Είναι σχέδιο μη ρεαλιστικό. Στις συνθήκες της Ευρώπης και της Ελλάδας του 2014 η Αριστερά χρειάζεται ακριβώς το αντίθετο: Μια πρόταση προς τις αρχόμενες τάξεις της Ευρώπης. Μια πρόταση που θα λέει «ανατρέψτε τους, μπορείτε».