«Αυτά που έχουμε δει μέχρι τώρα από τα έγγραφα δεν είναι τόσο ένα κατηγορητήριο εις βάρος του παγκόσμιου καπιταλισμού όσο ένα κατηγορητήριο εις βάρος των χωρών που έχουν αδύναμους θεσμούς και πολλή διαφθορά. Και παρά τις έντονες αντιδράσεις στις ΗΠΑ, μέχρι στιγμής το μήνυμα για εμάς είναι αρκετά καθησυχαστικό: Δεν είμαστε μία από αυτές τις χώρες». Μ’ αυτή την επιχειρηματολογία η Megan McArdle, μαχητική νεοφιλελεύθερη δημοσιογράφος που οραματίζεται να γίνει η Άιν Ραντ της γενιάς της, υποδέχθηκε τον καταιγισμό των Panama Papers, σε άρθρο της στο BloombergView.

Στον παραπάνω συλλογισμό συνυπάρχουν δυο ψεύδη. Το πρώτο αντιμετωπίζει το φαινόμενο της μαζικής υπεξαίρεσης του κοινωνικού πλούτου μέσω της φοροδιαφυγής και κάθε άλλης ληστρικής μεθόδου ως «εξωκαπιταλιστικό». 
Η βολική «γεωγραφία»
Το δεύτερο ψέμα επιχειρεί να τεκμηριώσει τη βολική «γεωγραφία» της διαρροής των Panama Papers. Το συμπέρασμα που τεχνηέντως υποβάλλει ο χάρτης που επεξεργάστηκαν οι  διαχειριστές των 11,5 εκατομμυρίων εγγράφων της δικηγορικής εταιρείας Mossack Fonseca και το Stratfor, είναι πως το φαινόμενο των φορολογικών παραδείσων και των 240.000 υπεράκτιων εταιρειών που έχει ιδρύσει μόνο η Mossack Fonseca είναι πρωτίστως «ανατολικό, ασιατικό, αφρικανικό ή λατινοαμερικανικό» και αφορά κυρίως διεφθαρμένες πολιτικο-επιχειρηματικές ελίτ χωρών στις οποίες ο καπιταλισμός «δεν ανασαίνει ελεύθερα». Και πάντως, είναι ελάχιστα ή καθόλου αμερικανικό. 
Πράγματι, η απουσία από τα αποκαλυφθέντα έγγραφα εταιρειών ή προσώπων από τις ΗΠΑ, έδρα πολλών φορολογικών παραδείσων όπως η Nevada και το Delaware, προκαλεί εντύπωση. Ερμηνεύεται, όμως, σε μεγάλο βαθμό από το γεγονός ότι η αμερικανική φορολογική διοίκηση βρίσκεται εδώ και χρόνια στο κυνήγι φοροδιαφυγής και άλλων μορφών απάτης εις βάρος του αμερικανικού Δημοσίου οπουδήποτε εκτός αμερικανικής επικράτειας. Ωστόσο, δεν προβάλλει καμιά αντίσταση στη φοροδιαφυγή που ασκείται εις βάρος άλλων κρατών μέσω φορολογικών κινήτρων προσέλκυσης κεφαλαίων στις ίδιες τις ΗΠΑ. Οι ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια πρωτοστατούν σε έναν ιδιότυπο «φορολογικό ιμπεριαλισμό» που υποβοηθά τη νομισματική πολιτική του δολαρίου, προκειμένου να κρατήσουν το μονοπώλιο συσσώρευσης κεφαλαίων και να αντισταθμίσουν τη διαφυγή τους στα ανά τον κόσμο επενδυτικά καταφύγια. 
Οι υπαινιγμοί που διατυπώθηκαν από τα WikiLeaks, «ανταγωνιστές» του ICIJ, του διεθνούς δικτύου συνεργαζόμενων δημοσιογράφων που μεθόδευσε τη διαρροή, περί χρηματοδότησής τους από την αμερικανική USAID ή από ινστιτούτο του Σόρος επιβάλλουν κάποια επιφυλακτικότητα για την ειλικρίνεια των προθέσεων και, κυρίως, για την «κοπτοραπτική» των Panama Papers από τους διαχειριστές των 11,5 εκατ. εγγράφων. 
Ο ανταγωνισμός 
της ρευστότητας

Άλλωστε, η ρητορική κατά των φορολογικών παραδείσων δεν είναι κάτι καινούργιο. Από τα τέλη του 2014, με αφορμή το σκάνδαλο LuxLeaks, οι αρχηγοί των G20 ανέθεσαν στον ΟΟΣΑ την εκπόνηση σχεδίου καταπολέμησης του φαινομένου που κοστίζει στα κράτη απώλεια εσόδων έως και 250 δισ. δολάρια τον χρόνο. Από το σχέδιο αυτό στην πράξη έχει τεθεί σε εφαρμογή μόνο η ανταλλαγή πληροφοριών. 
Εκ πρώτης όψεως φαίνεται αντιφατικό οι ηγεσίες του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, που μεθόδευσαν την απορρύθμιση για να μεγιστοποιήσουν τις αρπακτικές (και φορολογικές) ελευθερίες για το κεφάλαιο, να προσπαθούν ταυτόχρονα να τις περιορίσουν. Και είναι αντιφατικό. Αλλά αποτελεί φυσικό επακόλουθο του γεγονότος ότι τα συμφέροντα του καπιταλιστικού κράτους δεν ταυτίζονται πάντα με αυτά του κεφαλαίου. Το καπιταλιστικό κράτος, όπως  και οι «χαλαρές» ή «στενές» διακρατικές ολοκληρώσεις τύπου ΕΕ, είναι αφοσιωμένα στη διαμόρφωση των γενικών όρων συσσώρευσης του κεφαλαίου. Αυτό συχνότατα τα φέρνει σε σύγκρουση με τους ατομικούς όρους συσσώρευσης που επινοεί κάθε μεμονωμένος κεφαλαιοκράτης. Και παρά την απογειωμένη παγκοσμιοποίηση, η αντίφαση αυτή επεκτείνεται και στις σχέσεις ανάμεσα στα κέντρα ιμπεριαλιστικής ισχύος, που επιδίδονται σε ποικίλες εκδοχές «πολέμου» (φορολογικού, νομισματικού, εμπορικού), πριν εκτονώσουν τις αντιθέσεις τους σε πεδία κανονικών, θερμών πολέμων.  
Από την άποψη αυτή, δεν πρέπει να διαφεύγει την προσοχή ο «πόλεμος» που διατρέχει τον παγκόσμιο καπιταλισμό από το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2007: ο πόλεμος της ρευστότητας. Από το 2008, οι μεγαλύτερες κεντρικές τράπεζες του κόσμου, ως συλλογικοί εκφραστές της χρηματοπιστωτικής δικτατορίας, προσπάθησαν να αναχαιτίσουν τις υφεσιακές πιέσεις στα περιθώρια κέρδους με πλημμυρίδα φθηνού χρήματος, μέσα από μια σκυταλοδρομία προγραμμάτων ποσοτικής χαλάρωσης άνω των 10 τρισ. δολαρίων. Ένα μεγάλο μέρος αυτής της ρευστότητας φούσκωσε τον «κουμπαρά» των φορολογικών παραδείσων, χωρίς να υπηρετήσει τους έκτακτους όρους συσσώρευσης κεφαλαίου που θέλησε να υπηρετήσει. Διαχύθηκε σε περιοχές του πλανήτη μακριά από τα κέντρα ισχύος. Η νομισματική πολιτική της FED δεν κατάφερε να συγκρατήσει γύρω από το δολάριο όλη την τρομακτική ρευστότητα που δημιούργησε. Και τώρα, ενώ επίκειται αύξηση των επιτοκίων και οι άλλες κεντρικές τράπεζες όπως η ΕΚΤ συνεχίζουν το «βομβαρδισμό» με φθηνό χρήμα, είναι ζωτικό για την αμερικανική ελίτ να «επαναπατρίσει» ένα μέρος αυτής της ρευστότητας μέσω ενός ελεγχόμενου φορολογικού εκβιασμού. Αυτή είναι μια αναγκαία δεύτερη ανάγνωση των Panama Papers, που δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν φθηνή θεωρία συνωμοσίας. 
Ο κανόνας της υπεξαίρεσης
Αυτό ισχύει υπό τον όρο ότι δεν θα διαφεύγει η διαχρονική ουσία του πράγματος. Που αφορά το πρώτο και θεμελιώδες νεοφιλελεύθερο ψέμα περί «εξωκαπιταλιστικής» διαφθοράς. Δυστυχώς, αυτός ο βολικός, παραπλανητικός μύθος συχνά επηρεάζει και αριστερές αναλύσεις, που θεωρούν σημαντικό μόνο τη θεσμικά κατοχυρωμένη συσσώρευση του κεφαλαίου. Αυτή η ανάλυση αντιμετωπίζει τη φοροδιαφυγή, τις πυραμίδες, τα καρτέλ των ναρκωτικών ή το trafficking ως αποκλίσεις κάποιας καπιταλιστικής κανονικότητας. Πράγμα εντελώς ανόητο. Η σχέση ανάμεσα στη «θεσμική» και την «εξωθεσμική» διαδικασία συσσώρευσης του κεφαλαίου είναι συμβιωτική, σε βαθμό που η μία είναι αδύνατη χωρίς την άλλη. Η ατομική ιδιοποίηση του κοινού πλούτου, και της κοινωνικής εργασίας που ενσωματώνει αυτός, βασίζεται στον γενικό κανόνα της υπεξαίρεσης. Ούτε το κεφάλαιο ούτε ο καπιταλισμός μπορούν να υπάρξουν χωρίς την αδιάκοπη, βίαιη υπεξαίρεση του κοινού πλούτου. Με ληστεία, απάτη, διαφθορά, τοκογλυφία, λεηλασία της γης, δουλεμπόριο, παιδική εργασία, πυραμίδες, χειραγώγηση των αγορών ή καρτέλ. Όλες οι μορφές υπεξαίρεσης, συμπεριλαμβανομένης της φοροδιαφυγής, είναι καθοριστικές για τη συσσώρευση του κεφαλαίου. 
Το μόνο που προσθέτει σ’ αυτή την πραγματικότητα η καπιταλιστική «συνταγματικότητα» είναι ότι κάθε φορά επανακαθορίζει ποιες μορφές υπεξαίρεσης νομιμοποιεί και ποιες αποκλείει. Έτσι, το να δούμε τον Κάμερον να αποδομείται λόγω της εμπλοκής του στα Panama Papers ή μερικούς Ρώσους ή Άραβες ολιγάρχες να οδηγούνται στη δικαιοσύνη, δεν σημαίνει ότι ο καπιταλισμός απαρνείται το γενικό «δικαίωμα» του κεφαλαίου στη φοροκλοπή. Όπως αποκαλύπτει το σχέδιο Σόιμπλε για κανόνες καταγραφής των φορολογικών παραδείσων, το ζητούμενο δεν είναι η κατάργησή τους, αλλά ο έλεγχος της φορολογητέας ύλης τους από τα μεγάλα ιμπεριαλιστικά χρηματοπιστωτικά κέντρα, που θέλουν να διευρύνουν τις πηγές της νέας, παγκοσμιοποιημένης «πρωταρχικής συσσώρευσης».