Η ανασχηματισμένη κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου είναι μια ακόμα πολεμική μηχανή ενάντια στις εργατικές και λαϊκές δυνάμεις. Το συμβολισμό τον αποδίδει με τον καλύτερο τρόπο ο νέος «τσάρος» της Οικονομίας, ο Γκ. Χαρδούβελης, ο τελευταίος της παρέας των, τότε, «νέων λύκων» που ανέλαβαν επί Σημίτη να εξαπολύσουν τον άγριο νεοφιλελευθερισμό στο τραπεζικό σύστημα, στην οικονομία, στην κοινωνία.

Είναι όμως και μια κυβέρνηση πολέμου εναντίον της Αριστεράς. Οι «ντουντούκες» της ΝΔ (Βούλτεψη, Ντινόπουλος, Γιακουμάτος) περνάνε στην πρώτη γραμμή, ο Βορίδης παίρνει τη θέση του Γεωργιάδη, ενώ ο «κατεδαφιστής» Λοβέρδος (μετά την αντιμεταρρύθμιση στην Ασφάλιση και την Υγεία) πιάνει δουλειά στην εκπαίδευση...
Απέναντι σε μια τέτοια κυβέρνηση δεν υπάρχει κανένα περιθώριο για ανακωχή, ούτε καν για αναμονή. Πρέπει να πέσει το ταχύτερο δυνατό!
Θεωρητικά η ανασχηματισμένη συγκυβέρνηση έχει τα περιθώρια να ελπίζει για εξάντληση της τετραετίας. Τα κομμάτια και θρύψαλα του παλιού πολιτικού σκηνικού, η δεξαμενή των «ανεξάρτητων» στη Βουλή, δίνουν στις κοινοβουλευτικές ηγεσίες των ΝΔ και ΠΑΣΟΚ την ελπίδα ότι θα μπορέσουν να συγκεντρώσουν την πολυπόθητη «προεδρική πλειοψηφία» των 180, ώστε να αποφύγουν τη δοκιμασία των εκλογών. 
Όμως πολιτικά η κυβέρνηση αυτή είναι πιο αδύναμη από την προηγούμενη. Έχοντας καταγράψει ότι στηρίζεται στη λαϊκή μειοψηφία, θα δυσκολευτεί να περάσει τα νέα άγρια μέτρα που η τρόικα έχει θέσει ως προϋποθέσεις για συνέχιση της χρηματοδότησης. Έχοντας καταγράψει ότι τα κόμματα-πυλώνες της συγκυβέρνησης οδηγούνται σε ιστορική συρρίκνωση, θα δυσκολευτεί να διατηρήσει ακόμα και τη στοιχειώδη πολιτική πειθαρχία. Επιδιώκοντας να εξαντλήσει την τετραετία –διατυμπανίζοντας ότι αυτό ορίζει η κοινοβουλευτική «τάξη»– έμμεσα καλεί στο προσκήνιο τον πιο επικίνδυνο παράγοντα «αντιπολίτευσης»: έναν νέο γύρο μαζικών κινητοποιήσεων από τα κάτω. 

Απέναντι σε αυτή την κυβέρνηση η Αριστερά δεν έχει κανένα περιθώριο για «θεσμική» ή «προγραμματική» αντιπολίτευση. Χρειάζεται πολεμική αντιμετώπιση, με στόχο την πολιτική ανατροπή.  Ο κρίσιμος παράγοντας θα είναι οι πολιτικές πρωτοβουλίες για την αναθέρμανση της κοινωνικής αντίστασης, για την επανεμφάνιση της δυναμικής του 2010-2012. Στην Υγεία και την Εκπαίδευση, στη ΔΕΗ, στα λιμάνια κ.ο.κ., οι αγώνες από τα κάτω θα διαμορφώσουν τα όρια της κυβερνητικής επιβίωσης. Στην οριστική μάχη για το Ασφαλιστικό, που έρχεται το φθινόπωρο, η Αριστερά θα πρέπει να πρωτοστατήσει για τη δημιουργία μιας «πλατφόρμας» αιτημάτων, στήριξης, κινητοποίησης, των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων, όπως το επιτυχημένο «Podemos» στην Ισπανία. Η σωτηρία των δημόσιων Ταμείων, σχολείων και νοσοκομείων πρέπει να γίνει υπόθεση του λαϊκού παράγοντα. 
Η κυβέρνηση αυτή θα έχει να διαπραγματευτεί με τους δανειστές το χρέος. Η συνέχεια της πληρωμής τόκων και χρεολυσίων προς τους διεθνείς και ντόπιους τοκογλύφους θα επιβάλει διαδοχικά ετήσια προγράμματα λιτότητας για πολλά πολλά χρόνια. Η «αναδιάρθρωση» του χρέους –επιμήκυνση της περιόδου αποπληρωμής και ρύθμιση των επιτοκίων– μοιάζει ευεργετική για τους τραπεζίτες και τους βιομηχάνους, όμως είναι θανατηφόρα απειλή για τα εργατικά και κοινωνικά δικαιώματα. Ανεξάρτητα από τις συνολικότερες θέσεις για το χρέος σε κάθε ρεύμα της Αριστεράς, η απαίτηση για άμεση στάση πληρωμής τόκων και χρεολυσίων γίνεται προϋπόθεση για να ανασάνει η κοινωνία.
Στις ευρωεκλογές φάνηκε ότι η τελευταία ελπίδα του Σαμαρά στηρίζεται στα προβλήματα σαφήνειας της εναλλακτικής λύσης. Σε αυτά θα στηριχτεί η προσπάθεια ανασυγκρότησης της Δεξιάς και η προσπάθεια ανασύνθεσης ενός σοσιαλφιλελεύθερου «Κέντρου». Απέναντι σε αυτά, η Αριστερά συνολικά και ειδικότερα ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλουν να αντιπαρατάξουν ένα ελάχιστο πρόγραμμα που θα λογοδοτεί άμεσα στις εργατικές-κοινωνικές ανάγκες. Ένα πρόγραμμα αντιστροφής των μνημονίων, ένα πρόγραμμα «μεροληπτικό» υπέρ των πολλών που ζουν από τη δουλειά. Ένα πρόγραμμα που θα στηρίζει την πολιτική ενότητας στη δράση της Αριστεράς, τη μοναδική πολιτική συμμαχιών που σήμερα μπορούμε και πρέπει να αντιπαρατάξουμε στο «ενιαίο μέτωπο» του καπιταλισμού, που εκφράζεται από τη συγκυβέρνηση Δεξιάς και σοσιαλδημοκρατίας. 
Αγώνας από τα κάτω –με την απεργία, τη διαδήλωση, την κατάληψη, τη συστηματική αλληλεγγύη– μάχη των ιδεών ενάντια στον, τάχα, μονόδρομο της λιτότητας, πολιτικό μέτωπο των εργατικών κομμάτων και οργανώσεων: αυτή είναι η απάντηση που αξίζει στην ανασχηματισμένη μνημονιακή συγκυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου.