Το να «κοπανάς» τον Καναδά, ενώ φλερτάρεις τη Βόρεια Κορέα, ίσως μοιάζει με ένα ακόμα παράδειγμα της παρορμητικής συμπεριφοράς ενός ανθρώπου που είναι μοναδικά ακατάλληλος για τη θέση του προέδρου των ΗΠΑ.

Αλλά όσο κι αν οι πολιτικές του Ντόναλντ Τραμπ είναι αποσταθεροποιητικές, αντανακλούν μια όλο και πιο οξεία συζήτηση μέσα στην αμερικανική καπιταλιστική τάξη ως προς τον τρόπο που θα αντιμετωπίσει τις προκλήσεις που της βάζουν και η ανερχόμενη Κίνα, αλλά και οι παραδοσιακοί της σύμμαχοι στη Δύση και στην Ιαπωνία.   
Ο Τραμπ επιτέθηκε στον Καναδά κατά τη Σύνοδο του G7 στο Κεμπέκ, επειδή οι ΗΠΑ θέλουν την επαναδιαπραγμάτευση ή ακόμα και τον τερματισμό της NAFTA (Συμφωνία Ελευθέρου Εμπορίου στη Βόρεια Αμερική), ως προειδοποίηση στον υπόλοιπο πλανήτη: Θα υποκύψετε στην ατζέντα της Ουάσινγκτον, γιατί αλλιώς…
Η εχθρότητα του Τραμπ απέναντι στις χώρες του G7, ακόμα κι αν την ίδια στιγμή ετοιμαζόταν να κολακεύσει τον Κιμ Γιονγκ-Ουν της Βόρειας Κορέας, σημαίνει πολύ περισσότερα από την κλασική άξεστη συμπεριφορά του. 
Είναι μια δυναμική που δεν περιορίζεται στις ΗΠΑ και στον πρόεδρο των «ριάλιτι σόου». Αποτελεί την τελευταία φάση μιας εξελισσόμενης στροφής στην παγκόσμια πολιτική σκηνή, που αφορά την άνοδο του δεξιού λαϊκισμού σε βάρος των παραδοσιακών πολιτικών κομμάτων σε όλο τον αναπτυγμένο κόσμο, και μια απότομη στροφή προς τον οικονομικό εθνικισμό που έρχεται σε ρήξη με τις δεκαετίες ελεύθερου εμπορίου και τις πολιτικές «απορρύθμισης» του νεοφιλελευθερισμού. 
Η ακριβής μορφή που θα πάρει αυτός ο επερχόμενος οικονομικός εθνικισμός είναι δύσκολο να καθοριστεί. Αλλά η εκλογή του Τραμπ, το δημοψήφισμα για Brexit από την ΕΕ στο Ηνωμένο Βασίλειο και η σύγκρουση της νέας ιταλικής κυβέρνησης με τη Γερμανία γύρω από τις πολιτικές της ΕΕ, προμηνύουν μια νέα περίοδο ανταγωνισμού μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων. 
Σύγκρουση με την ΕΕ
Οι αντιπαλότητες δεν είναι μόνο οικονομικές. Πέρα από τους δασμούς και τους περιορισμούς στο εμπόριο, η αναμέτρηση του Τραμπ με την Ευρώπη επικαθορίζεται από την ωμή ιμπεριαλιστική δύναμη.
Για παράδειγμα, όποια ευρωπαϊκή εταιρεία κάνει δουλειές με το Ιράν, θα μπορούσε σύντομα να αποκλειστεί από κάθε επιχειρηματική δραστηριότητα στις ΗΠΑ, καθώς θα παραβιάζει τις νέες αμερικανικές κυρώσεις, που ακολούθησαν την απόρριψη της πυρηνικής συμφωνίας από τον Τραμπ. Στο μεταξύ, ο πρέσβης του Τραμπ στη Γερμανία στηρίζει ανοιχτά ακροδεξιές πολιτικές δυνάμεις, που θέλουν να αποδυναμώσουν την ΕΕ από τα μέσα.  
Η μάχη ΗΠΑ-ΕΕ για το χάλυβα και το αλουμίνιο και η επακόλουθη διπλωματική κρίση πρέπει να ειδωθούν σε αυτό το πλαίσιο. Όμοια και η πρόταση του Τραμπ να επανενταχθεί η Ρωσία στο G7.
Οι εμπορικές εντάσεις ανάμεσα στις ΗΠΑ και την ΕΕ δεν είναι κάτι καινούργιο. Ωστόσο τέτοιες συγκρούσεις συνήθως επιλύονταν μέσα από γραφειοκρατικά κανάλια, μέσω του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ), ένα πολυεθνικό σώμα που συστάθηκε το 1995 από τις ΗΠΑ, τις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες και την Ιαπωνία, για να επιβάλει μια παγκόσμια εμπορική τάξη που θα ήταν ευνοϊκή για όλους τους. 
Οι τότε κυρίαρχες οικονομικές δυνάμεις χρησιμοποίησαν τον ΠΟΕ –όπως και το ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα– για να «ανοίξουν» τις προηγουμένως κλειστές οικονομίες της πρώην ΕΣΣΔ και της Κίνας, όπως και πολλές λατινοαμερικάνικες και αφρικανικές χώρες, καθώς αυτές ενσωματώνονταν στην παγκόσμια αγορά.  
Ο ΠΟΕ επέβαλε μια εκδοχή «ελευθέρου εμπορίου» στις φτωχότερες χώρες, ενώ ρύθμιζε τις αντιπαραθέσεις ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις –όπως τη μόνιμη διαμάχη ανάμεσα στην Μπόινγκ και την ευρωπαϊκή Έρ-μπας γύρω από τις εμπορικές πτήσεις, ή όπως την τιμή συγκεκριμένων αγροτικών προϊόντων. 
Οι συγκρούσεις ΗΠΑ-ΕΕ όσον αφορά τον χάλυβα είναι επίσης χρόνιες: Το 2003, ο ΠΟΕ ενέκρινε την επιβολή 2,2 δισ. σε δασμούς-αντίποινα από την ΕΕ, αφού η κυβέρνηση Μπους, με τη στήριξη του συνδικάτου Ενωμένων Χαλυβεργατών, είχε πρώτη επιβάλει δασμούς στις εισαγωγές χάλυβα.    
Υπήρχε η προσδοκία ότι οι ανερχόμενες δυνάμεις όπως η Κίνα, ως νεοεισερχόμενες στον ΠΟΕ, θα συμμορφώνονταν στους όρους που ευνοούσαν τους παραδοσιακούς παίχτες. 
Η Κίνα
Αλλά τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν έτσι. Η Κίνα, αφότου μπήκε στον ΠΟΕ το 2001, αναδύθηκε ως ένα νέο δυναμικό κέντρο καπιταλιστικής συσσώρευσης και μεταλλάχθηκε από μια χαμηλόμισθη εξαγωγική πλατφόρμα για τις αμερικανικές, ευρωπαϊκές και γιαπωνέζικες εταιρείες, σε έναν αυτοδίκαια παγκόσμιο ανταγωνιστή. 
Η υπερ-ταχεία εκβιομηχάνιση της Κίνας ενίσχυσε την ανάπτυξη του παγκόσμιου συστήματος, τονώνοντας τις εξαγωγικές οικονομίες στην Αφρική και τη Λατινική Αμερική. Αλλά η ίδια έβαλε τις βάσεις και για μια παγκόσμια οικονομική αστάθεια –συμβάλλοντας σε μια κρίση υπερβολικής παραγωγικής δυνατότητας και την επακόλουθη πίεση των κερδών προς τα κάτω. 
Η ανάπτυξη, που στηρίχθηκε υπερβολικά στην αύξηση του χρέους, επιβραδύνθηκε δραματικά κατά την ύφεση του 2007-2008. 
Οι συντονισμένες παγκόσμιες πολιτικές «τόνωσης» του 2009 –που περιλάμβαναν τη διάσωση τραπεζών, την εθνικοποίηση ολόκληρων βιομηχανιών και μαζικές κρατικές δαπάνες– απέτρεψαν τη Μεγάλη Ύφεση από το να εξελιχθεί σε κάτι ακόμα χειρότερο από αυτό που ήταν. 
Όταν αποκαταστάθηκε η ανάπτυξη, η Κίνα καθόρισε και πάλι το ρυθμό, τραβώντας μαζί της και πολλές αναπτυσσόμενες χώρες. Η Παγκόσμια Τράπεζα προβλέπει ότι η Κίνα μόνη της θα αντιπροσωπεύει το 35% της αύξησης του παγκόσμιου ΑΕΠ το 2018-2019.
Η οικονομία της Κίνας είναι γεμάτη αντιφάσεις και εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από το χρέος. Η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών εκτίμησε ότι, ως τα μέσα του 2017, το χρέος της Κίνας ως ποσοστό του ΑΕΠ είχε φτάσει το 256%, σε σύγκριση με το 190% που είναι ο μέσος όρος για αναδυόμενες οικονομίες και το 250% των ΗΠΑ.
Η τροφοδοτούμενη από το χρέος επέκταση της Κίνας επίσης παροξύνει το πρόβλημα της υπερπαραγωγής, που αποτελεί τη δυναμική που σπρώχνει προς τα κάτω τις τιμές, διαμορφώνοντας το έδαφος για τους εμπορικούς πολέμους στο χάλυβα και το αλουμίνιο. Αλλά ταυτόχρονα, η Κίνα κάνει προσπάθεια να ανταγωνιστεί με θηριώδεις δυτικές και ιαπωνικές πολυεθνικές στην αεροδιαστημική, στα μικροτσίπ και άλλα. 
Η άνοδος της Κίνας και η επίμονα υποτονική οικονομική ανάπτυξη στις ΗΠΑ έχουν βρεθεί στο επίκεντρο των οπαδών του προστατευτισμού, που χαράσσουν πολιτική γύρω από τον Τραμπ.  
Μετά το τέλος της ύφεσης το 2009, η ανάπτυξη στις ΗΠΑ έχει ετήσιο μέσο όρο 2,2%, σε σύγκριση με τη μέση ετήσια αύξηση 3% από το 1945 και μετά. Χρειάστηκε σχεδόν μια ολόκληρη δεκαετία για να ανακάμψει το αμερικανικό ΑΕΠ από τη Μεγάλη Ύφεση πριν 10 χρόνια. Οι ΗΠΑ παραμένουν εγκλωβισμένες σε αυτό που ο πρώην υπουργός Οικονομικών Λόρενς Σάμερς αποκαλεί «κοσμική στασιμότητα» (ΣτΜ: secular stagnation, μια μόνιμη, «δομική» κατάσταση χαμηλών ή ανύπαρκτων ρυθμών ανάπτυξης).  
Μαζί με την υποχώρηση της αμερικανικής οικονομικής δύναμης σε σχέση με τους άλλους, συνυπάρχει η ατίθαση κρίση του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, ως συνέπεια των αποτυχημένων πολέμων στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, που άνοιξε το δρόμο και για την Κίνα και για τη Ρωσία να επαναδιεκδικήσουν την επιρροή τους από την Αφρική ως τη Μέση Ανατολή. 
Όλα αυτά αντιπροσωπεύουν μια πρόκληση για την αμερικανική καπιταλιστική τάξη, η οποία δεν έχει βρει ούτε τις ιδέες ούτε την ηγεσία για να αντιμετωπίσει την υποχώρησή της. 
«Πρώτα η Αμερική»
Η πολιτική του Τραμπ, «Πρώτα η Αμερική», εκπροσωπεί ένα λαϊκιστικό «λουστράρισμα» ενός σοβαρού σχεδίου τμημάτων της αμερικανικής άρχουσας τάξης για την αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης. Αυτό εκφράζεται στην έκθεση της διακυβέρνησης Τραμπ για τη Στρατηγική Εθνικής Ασφαλείας, που εστιάζει σε περιφερειακές δυνάμεις, την Κίνα και τη Ρωσία, και όχι τόσο στον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας». 
Οι εμπορικές συγκρούσεις καθηγούνται από τα ίδια ζητήματα. 
Ο Πίτερ Ναβάρο, ο «κινεζοφάγος» εκκεντρικός ακαδημαϊκός που διευθύνει το Εθνικό Συμβούλιο Εμπορίου, τροφοδοτεί τον Τραμπ με ατάκες και επιχειρήματα. Αλλά την ατζέντα την καθορίζει ένας δισεκατομμυριούχος επιχειρηματίας, ο Γουίλμπουρ Ρος, που ανέλαβε τη θέση του Υπουργού Εμπορίου για να εφαρμόσει αυτό το πρόγραμμα, και όχι γιατί είχε ανάγκη τη δουλειά. 
Ένας άλλος κομβικός παίκτης είναι ο Εκπρόσωπος για το Εξωτερικό Εμπόριο των ΗΠΑ, Ρόμπερτ Λάιτχιζερ, που καθοδήγησε τη δεκαετία του ’80 τις αμερικανικές διαπραγματεύσεις, που πίεσαν σκληρά την Ιαπωνία να συγκρατήσει το αμερικανικό εμπορικό έλλειμμα.  
Οι οικονομικοί εθνικιστές που κινούνται γύρω από τον Τραμπ, εκπροσωπούν μια μειοψηφική άποψη μέσα στην Αμερική των Εταιρειών, στην οποία οι επιτυχίες του ελεύθερου εμπορίου έχουν κάνει τους CEO (τα μεγαλοστελέχη των εταιριών) διστακτικούς στο να αντιμετωπίσουν κατάματα τις αλλαγές. Τα μεγάλα ΜΜΕ, αναπόφευκτα, αντανακλούν αυτό το κλίμα με τις έντονα επικριτικές –ως και πανικόβλητες– απόψεις τους για την παρουσία του Τραμπ στο G7. 
Αλλά η αλλαγή έχει ήδη έρθει. Ο νεοφιλελευθερισμός, οι συμφωνίες ελευθέρου εμπορίου όπως η NAFTA και οργανισμοί όπως ο ΠΟΕ αγκαλιάστηκαν από την Ουάσινγκτον, επειδή ενίσχυαν και οχύρωναν την αμερικανική κυριαρχία στην οικονομική σκηνή. Αν αποδειχθούν εμπόδια σε αυτόν το στόχο, θα πρέπει είτε να αγνοηθούν, είτε να εγκαταλειφθούν. 
Η απόφαση των ΗΠΑ να εγκαταλείψουν την εμπορική συμφωνία της Συνεργασίας στον Ειρηνικό –μια υπόσχεση και του Τραμπ και της Χίλαρι Κλίντον κατά τις προεδρικές εκλογές του 2016– ήταν ένα σημείο καμπής. Ακόμα και η NAFTA, σχεδιασμένη για να εξασφαλίσει την αμερικανική κυριαρχία στη Βορειοαμερικάνικη οικονομία, μπορεί να εγκαταλειφθεί. 
Ενώ πολλοί εμπορικοί πόλεμοι ξεσπούν στη διάρκεια οικονομικών κρίσεων, ο συγκεκριμένος έρχεται σε μια στιγμή που η οικονομική ανάκαμψη εδραιώνεται στο μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη. 
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ανέφερε τον Απρίλη του 2018 ότι «η παγκόσμια οικονομική ανοδική τάση, που ξεκίνησε γύρω στα μέσα του 2016, έχει γίνει πιο διευρυμένη και πιο ισχυρή», την ίδια ώρα που εφιστά την προσοχή στα παρελκόμενα της κρίσης –κυρίως τα «υψηλότερα επίπεδα χρέους παγκοσμίως» και τους πολιτικούς μετασεισμούς που οδηγούν σε «εθνικιστικές πολιτικές».  
Αυτό ήταν μια όχι και τόσο καλυμμένη αναφορά στον Τραμπ και στις δεξιές δυνάμεις που ανέτρεψαν ή εκτόπισαν ή πίεσαν τα κατεστημένα πολιτικά κόμματα σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης τα τελευταία χρόνια.  
Η τάση προς τον οικονομικό εθνικισμό πιθανότατα θα ενισχυθεί στην επόμενη ύφεση –η οποία έρχεται, ακόμα κι αν η έναρξή της δεν μπορεί να προβλεφθεί και δείχνει μακρινή σήμερα. 
Ο πυροδότης μπορεί να είναι τα απλήρωτα χρέη, ένα κραχ στις χρηματοπιστωτικές αγορές ή μια βραδεία πτώση στην κερδοφορία των εταιριών. Η αύξηση των επιτοκίων που ορίζουν οι κεντρικοί τραπεζίτες, όπως η Αμερικανική Κεντρική Τράπεζα, επίσης μπορεί να «στραγγαλίσει» πολύ σύντομα την ανάπτυξη. 
Ό,τι κι αν ακολουθήσει, αναδύεται μια μετα-νεοφιλελεύθερη παγκόσμια οικονομία. Ακόμα κι αν ο Τραμπ υπαναχωρήσει από έναν ανοιχτό εμπορικό πόλεμο σε όλα τα μέτωπα τώρα, ο οικονομικός εθνικισμός και οι διαρκείς αλλαγές στις εμπορικές συμμαχίες, θα γίνουν ακρογωνιαίοι λίθοι της αμερικάνικης οικονομικής πολιτικής. Είναι μια σύγκρουση από την οποία οι εργαζόμενοι –είτε στις ΗΠΑ είτε στον υπόλοιπο πλανήτη –δεν έχουν τίποτε να κερδίσουν.