Ο εθνικισμός, που αναζωπυρώνεται σήμερα με τα συλλαλητήρια και την ακροδεξιάς κοπής ρητορική για τη Μακεδονία, αποτελεί ένα διαχρονικό όπλο στα χέρια της αστικής τάξης, με το οποίο επιχειρεί να εκτονώσει την κρίση του πολιτικού συστήματος.

Εκτρέποντας το πεδίο των ταξικών συγκρούσεων προς μία επωφελή για την ίδια «εθνική ομοψυχία», καλλιεργεί συγχρόνως τη στρεβλή αντίληψη ότι ο εχθρός βρίσκεται «έξω» από τη χώρα μας. Εξουδετερώνει έτσι τη δυναμική ή σημαντικό μέρος της δυναμικής των κοινωνικών αντιστάσεων, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση ότι υπάρχουν υπέρτερα «εθνικά συμφέροντα» για τα οποία οι καταπιεσμένες τάξεις «οφείλουν» ή μπορούν να συνεργάζονται με αυτούς που τις εκμεταλλεύονται άγρια. Λειτουργεί παράλληλα ως αδρανοποιητικός παράγοντας για την ταξική και κοινωνική αλληλεγγύη μεταξύ των λαών, αποδυναμώνοντας τη δυνατότητα αλληλεπίδρασης ενός εξεγερτικού «ντόμινο» σε μία ευρύτερη περιοχή, όπου η αναζωπύρωση των εθνικισμών όχι μόνο οδήγησε σε πρόσφατους πολέμους, αλλά και ενδυνάμωσε ολοφάνερα τον επεμβατικό ρόλο του ΝΑΤΟ και της ΕΕ.
Παρελθόν
Δεν λείπουν ωστόσο τα παραδείγματα κοινών αγώνων στο παρελθόν: από την εποχή της εξέγερσης του Ίλιντεν μέχρι την περίοδο της ναζιστικής κατοχής και του εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα, όταν πολλοί σλαβομακεδόνες αντάρτες πήραν ενεργό μέρος στην αντίσταση και στη συνέχεια πολέμησαν στο πλευρό του Δημοκρατικού Στρατού. Πληρώνοντας το βαρύ τίμημα της ήττας του, δεδομένου ότι πολλές χιλιάδες εξαναγκάστηκαν να διαφύγουν ως πρόσφυγες στη γειτονική Γιουγκοσλαβία, από όπου δεν τους επιτράπηκε να γυρίσουν ποτέ. Όσοι παρέμειναν στην Ελλάδα, υποχρεώθηκαν σε βίαιη «ελληνοποίηση», καθώς ο εθνικισμός αποτέλεσε τη βάση της κυρίαρχης ελληνικής αστικής ιδεολογίας και το πρόσχημα για τις μεταπολεμικές διώξεις των κομουνιστών. Το μότο της «απειλής», που δήθεν προέρχεται από τις περισσότερες χώρες που γειτνιάζουν με την Ελλάδα, κυριάρχησε σε όλη τη διάρκεια της χούντας, ενώ, στη μεταπολιτευτική περίοδο, η εθνικιστική φρενίτιδα του πρώτου συλλαλητηρίου για το «μακεδονικό», το 1999, διαμόρφωσε πρόσφορο έδαφος για την ανασυγκρότηση της ακροδεξιάς και την ανάδυση στο προσκήνιο της ναζιστικής Χρυσής Αυγής.  
Το ελληνικό κεφάλαιο επωφελήθηκε από τη δημιουργία μικρότερων και πιο αδύναμων κρατών, που προέκυψαν από τον διαμελισμό της Γιουγκοσλαβίας, για να διεισδύσει οικονομικά στα Βαλκάνια και να επιβάλει σε μεγάλο βαθμό την ηγεμονία του. Ωστόσο, μολονότι η ελληνική κυβέρνηση επιχειρεί σήμερα να «λύσει» το θέμα του ονόματος της Δημοκρατίας της Μακεδονίας για να διευκολύνει τόσο την ένταξη της χώρας αυτής στο ΝΑΤΟ (και αργότερα στην ΕΕ) όσο και τις επιχειρηματικές «μπίζνες» των Ελλήνων καπιταλιστών, παραμένει δέσμια της στροφής της στον «εθνικο-πατριωτικό χώρο» και των συμμαχιών της με τους ΑΝΕΛ. Με τους αυθαίρετους και αδιανόητους περιορισμούς που θέτει στο δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού του ονόματος και την επίκληση ενός «αλυτρωτισμού» που δήθεν απειλεί τη χώρα μας, υποδαυλίζει νέα έξαρση των εθνικισμών, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στη γειτονική χώρα.
Από την άλλη πλευρά, η υιοθέτηση «πατριωτικών» επιχειρημάτων περί επικίνδυνου (σλαβο)μακεδονικού «αλυτρωτισμού» από μερίδα της αντιμνημονιακής και ριζοσπαστικής Αριστεράς αποτελεί πολύ σοβαρό ολίσθημα. Όχι γιατί δεν υπάρχει καθόλου εθνικισμός στη Δημοκρατία της Μακεδονίας. Αλλά γιατί ο ελληνικός εθνικισμός σαφώς υπερτερεί. Και τροφοδοτεί τον εθνικισμό της άλλης πλευράς: Το κεντρικό σύνθημα των συλλαλητηρίων «η Μακεδονία είναι ελληνική», που εκφωνήθηκε σε μαζική κλίμακα, στηρίχθηκε από ένα ευρύ φάσμα ελληνικών κοινοβουλευτικών κομμάτων και από τη συντριπτική πλειοψηφία των εγχώριων ΜΜΕ, θα μπορούσε κάλλιστα να ερμηνευτεί ως πρόκληση και απειλή για την εδαφική ακεραιτότητα της καταφανώς πιο αδύναμης γειτονικής χώρας. Για την ακρίβεια: Εθνικισμοί υπάρχουν και στις δύο πλευρές. Και είναι ζήτημα πολιτικής κατεύθυνσης αν οι εθνικισμοί αυτοί θα αφεθούν να ενισχυθούν, σε αναζήτηση «πατριωτικού» εκλογικού ακροατηρίου, ή θα καταπολεμηθούν με αποφασιστικότητα από τις δυνάμεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς, δίνοντας έμφαση στο ταξικό πρόταγμα, στην ειρήνη και στη συνεργασία των λαών.  
Κίνδυνοι
Εν κατακλείδι: ασφαλώς δεν ήταν όλοι φασίστες ή ακροδεξιοί αυτοί/ές που συμμετείχαν στα εθνικιστικά συλλαλητήρια. Ούτε τα συλλαλητήρια είχαν τη συμμετοχή που προσδοκούσαν οι συγκαλυμμένα ή απροκάλυπτα ακροδεξιοί διοργανωτές τους, οι οποίοι, πάντως, ήταν όλοι εκεί, παρέα με τους Χρυσαυγίτες. Όμως ο κίνδυνος είναι πραγματικός. Η  πολιτική και οικονομική κρίση εντός της Ευρωζώνης και της ΕΕ, που οδηγεί σε ευρεία κοινωνική αμφισβήτησή τους, δεν οδηγεί «νομοτελειακά» και σε άνοδο της Αριστεράς. Σε μια περίοδο αποσάθρωσης του αστικού κοινωνικού κράτους με ταυτόχρονη νεοφιλελεύθερη καπηλεία του ονόματος της Αριστεράς, ο κίνδυνος που ελλοχεύει για μια ραγδαία άνοδο της εθνικιστικής, ξενοφοβικής και ρατσιστικής ακροδεξιάς είναι εξαιρετικά σοβαρός. Και το μόνο που μπορεί να αποτρέψει αυτόν τον κίνδυνο είναι η μάχη για την ανακατάκτηση της αριστερής ιδεολογικής ηγεμονίας και του ταξικού απελευθερωτικού της προτάγματος.
Στην Αριστερά δεν αντιστοιχεί σε καμία περίπτωση να ενισχύει τα εθνικιστικά φοβικά σύνδρομα. Της αντιστοιχεί να σφυρηλατεί δεσμούς αλληλεγγύης με τους γειτονικούς λαούς, σε έναν κοινό αγώνα ενάντια στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ, ενάντια στον ιμπεριαλισμό, τον νεοφιλελευθερισμό, την αυξανόμενη φτωχοποίηση, τις πολεμικές απειλές. Γιατί ο εχθρός βρίσκεται μέσα στις ίδιες μας τις χώρες.