Μικρή αναδρομή στην πολιτική πραγματικών ή… φανταστικών συμμαχιών του ΣΥΡΙΖΑ

Η εξαετία της κρίσης προσφέρει εξαιρετικά πλούσια βάση δεδομένων για τις αντιφάσεις μέσα από τις οποίες τα κέντρα του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού επιχείρησαν να χτίσουν μια νέα ισορροπία επιβίωσης και αναζωογόνησης του συστήματος. Ιδιαίτερα η ελληνική «σκηνή» της διεθνούς κρίσης αποτέλεσε συμπυκνωμένο πεδίο διασταύρωσης, αντιπαράθεσης και συναίνεσης σχεδόν όλων των σημαντικών πόλων του καπιταλιστικού μας σύμπαντος. ΕΕ, ΗΠΑ, FED, ΕΚΤ, ΔΝΤ, G8, G20, ακόμη και η Κίνα, η Ρωσία, το Ισραήλ ή οι BRICS έπαιξαν κάποιο, μικρότερο ή μεγαλύτερο, ρόλο στην ελληνική περιπέτεια. Φυσικά, δεν υπάρχει αμφιβολία για το ποιοι ήταν και παραμένουν οι πρωταγωνιστές. Τους είδαμε και τους ξαναβλέπουμε σήμερα να εναλλάσσονται σε ρόλους κακού, καλού και ουδέτερου μπάτσου, με ταχύτητα και επινοητικότητα που προκαλούν αληθινό vertigo στο εγχώριο πολιτικό σύστημα. 
Ο ΣΥΡΙΖΑ, τόσο ως αντιπολίτευση με προοπτική εξουσίας όσο και ως κυβέρνηση, ανήγαγε την παθολογία του vertigo σε… στρατηγική. Με επικίνδυνη αφέλεια και, κυρίως, με ένα τρομακτικό κενό ανάλυσης,  απολυτοποιούσε κάθε φορά τις επιμέρους αντιθέσεις των διαχειριστών της ελληνικής κρίσης, καλλιεργώντας αφελείς προσδοκίες για εκ των ένδον ανατροπή του ακραίου νεοφιλελεύθερου σχεδίου που εφαρμόζεται στην Ελλάδα. Θα έλεγε κανείς ότι βασικός οδηγός της τακτικής της ηγεσίας του ήταν η λαϊκή θυμοσοφία «ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου». Η οποία ενίοτε είναι σωστή, υπό την προϋπόθεση ότι ο οιονεί «σύμμαχός» σου είναι πράγματι εχθρός του εχθρού σου και η μεταξύ τους αντίθεση έχει αξιοποιήσιμο βάθος, ένταση, διάρκεια. Φυσικά, υπάρχει και δεύτερη προϋπόθεση σωστής αξιοποίησης των αντιθέσεων στο μπλοκ των αντιπάλων: να έχεις πρόθεση και σχέδιο ανατροπής. Αλλιώς, γίνεσαι απλώς μέρος τους, αγόμενος και φερόμενος από την αυλή του ενός στην αυλή του άλλου. 
Το ΔΝΤ «είναι φίλος μας»…
Όμως, αυτά που είδαμε και ακούσαμε τα τρία τελευταία χρόνια, από τις εκλογές του 2012 και εντεύθεν, συνιστούν επικίνδυνες φαιδρότητες. Εκ του αποτελέσματος δε, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι έμεινε ο κίνδυνος και εξηφανίσθη η φαιδρότητα. 
Η εναγώνια αναζήτηση «συμμάχων» στο μπλοκ των δανειστών από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 2012, όταν ο επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ Ολιβιέ Μπλανσάρ αποκάλυψε ότι τα υφεσιακά αποτελέσματα του πρώτου μνημονίου υπολογίστηκαν με λάθος δημοσιονομικό πολλαπλασιαστή. Η «ομολογία» αυτή εκλήφθηκε ως σήμα ενδεχόμενης στροφής και αποστασιοποίησής του ΔΝΤ από την ακραία λιτότητα, σε συνάρτηση με τη διαρκή πίεσή του προς τους Ευρωπαίους δανειστές για αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους. Ωστόσο, η σταθερά λάθος ανάγνωση και ερμηνεία της κριτικής του ΔΝΤ προς τους Ευρωπαίους δανειστές οδήγησε σε εντυπωσιακές παλινωδίες την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, ιδιαίτερα στη διάρκεια της διακυβέρνησής του. Σε μια κορύφωση του «έρωτα» προς το ΔΝΤ, δύο μέρες πριν από το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου, η διαρροή της έκθεσης του Ταμείου, με την εκτίμηση ότι το ελληνικό χρέος δεν είναι βιώσιμο χωρίς κούρεμα τουλάχιστον 30%, προβλήθηκε ως δικαίωση της κυβερνητικής θέσης, και μάλιστα με διάγγελμα του πρωθυπουργού. Λίγες μέρες μετά, στην ψυχρολουσία της ευρωπαϊκής Συνόδου Κορυφής που κατέληξε στο τρίτο μνημόνιο, το ΔΝΤ επέστρεψε στο στρατόπεδο του «εχθρού». Και ενώ τις παραμονές των Χριστουγέννων ο Α. Τσίπρας ξιφουλκούσε με άρθρο του στους Financial Times (21/12/2015) κατά του ΔΝΤ και υπέρ της έξωσής του από το τρίτο μνημόνιο, στο Eurogroup της περασμένης Πέμπτης ο υπουργός Οικονομικών συναινούσε στην πλήρη συμμετοχή του ΔΝΤ, με τις γνωστές παρενέργειες στη διαπραγμάτευση της πρώτης αξιολόγησης, που κατά τα φαινόμενα θα συρθεί για μήνες. 
Η ΕΚΤ «προπύργιο αντι-λιτότητας»
Εξίσου εντυπωσιακές πιρουέτες χαρακτηρίζουν τον τρόπο που αντιλαμβανόταν κατά καιρούς  η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ το ρόλο της ΕΚΤ. Τρεις μέρες πριν από τις εκλογές της 25ης Γενάρη 2015 που έφεραν τον ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση, το ηγετικό του επιτελείο επεφύλασσε διθυραμβική υποδοχή στην ανακοίνωση του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης του Ντράγκι. Οι διατυπώσεις της σχετικής ανακοίνωσης (22/1/2015) είναι χαρακτηριστικές: «Ο κ. Ντράγκι με τη σημερινή ανακοίνωση του προγράμματος αγοράς ομολόγων απάντησε στις ακραίες περιοριστικές πολιτικές τασσόμενος υπέρ της ποσοτικής χαλάρωσης, διαφοροποιούμενος από τις ακραίες νεοφιλελεύθερες φωνές στις οποίες δυστυχώς συγκαταλέγεται και ο κ. Σαμαράς… Η ελπίδα έρχεται, η Ελλάδα γυρίζει σελίδα. η Ευρώπη προχωρά». Σε λιγότερο από δύο εβδομάδες ο Ντράγκι προχώρησε πράγματι στο επόμενο βήμα. Στις 4/2/2015, με την απόφαση της ΕΚΤ να σταματήσει να δέχεται τα ελληνικά ομόλογα ως ενέχυρα, εγκαινίασε την τρομοκρατία του ELA που κατέληξε στα capital controls και στο τρίτο μνημόνιο…
Μερκελισμός vs κεϊνσιανισμός
Μια αντίστοιχη τεθλασμένη πορεία διανύθηκε πάνω στο όχημα του «μερκελισμού». Από τη θεαματική εκλογική επίδοση του ΣΥΡΙΖΑ το 2012 μέχρι και την πρώτη του εκλογική νίκη, στις ευρωεκλογές του 2014, στη ρητορική της ηγεσίας του προβλήθηκε ως κυρίαρχο, πανευρωπαϊκό, αν όχι και παγκόσμιο δίλημμα το «μερκελισμός ή κεϊνσιανισμός». Σε μια συμβολικής αξίας ομιλία στο Πανεπιστήμιο του Τέξας, το Νοέμβριο του 2013, ο Αλέξης Τσίπρας έδωσε στο δίλημμα αυτό και γεωπολιτική διάσταση, εξαίροντας την «κεϊνσιανή πολιτική της κυβέρνησης των ΗΠΑ» ως αντίπαλο δέος στον ακραίο νεοφιλελευθερισμό της γερμανικής ηγεσίας. Η ρητορική της επίθεσης στο «μερκελισμό» είχε, βεβαίως, σαθρό υπόβαθρο, μια και απέκρυπτε το γεγονός ότι η νεοφιλελεύθερη λιτότητα δεν ήταν η απόκλιση από κάποια ευρωπαϊκή κανονικότητα, αλλά δομικό στοιχείο της Ευρωζώνης από την εποχή του Μάαστριχτ. Συν τοις άλλοις, αποδείχτηκε ότι οι φαντασιακοί αντίπαλοι της Μέρκελ και οιονεί σύμμαχοι του ΣΥΡΙΖΑ, η αμερικανική ηγεσία, την κρίσιμη στιγμή έριξε όλο το βάρος της στον εγκλωβισμό της κυβέρνησης στο τρίτο μνημόνιο, για να υλοποιηθεί η διατυπωμένη από το 2013 αυτοεκπληρούμενη προφητεία του Β. Σόιμπλε. 
Το σκηνικό επαναλαμβάνεται συνεχώς, με τελευταίο περιστατικό την απαίτηση Τζακ Λιου να αποδεχθεί η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ το «απεχθές» ΔΝΤ στο νέο πρόγραμμα. Όσο για το «μερκελισμό», αυτός έχει κυριολεκτικά εξαφανιστεί. Στη θέση του διατυπώνεται -όλο και πιο δειλά πια- κριτική στον «σοϊμπλισμό». Συχνά το τελευταίο διάστημα, όταν καταγγέλλονται οι «ακραίοι κύκλοι» της ΕΕ, ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών εμφανίζεται περίπου σαν ο πιο απομονωμένος πολιτικός στην ΕΕ, μοναχικός εκφραστής της ακραίας λιτότητας, του Grexit και όλων των δεινών της Ευρώπης. Κι αυτό, σε πείσμα των συλλογικών αποφάσεων του Eurogroup που σχεδόν πάντα επικυρώνουν τους σχεδιασμούς του.
Οι καλοί σοσιαλδημοκράτες
Θα μπορούσε να απαριθμήσει κανείς δεκάδες περιστατικά «ανακάλυψης» δυνητικών συμμάχων της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ σε μια «Ευρώπη που αλλάζει». Ο «Ολαντρέου» του 2014 έγινε σύμμαχος Φρανσουά, το ίδιο και ο Ρέντσι, παρότι και οι δύο αξιοποίησαν την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ για να αποσπάσουν κάποιας μορφής δημοσιονομική χαλάρωση για τις παραπαίουσες οικονομίες τους. Ο καταγγελλόμενος ως φερέφωνο της ευρωπαϊκής Δεξιάς, σοσιαλδημοκράτης Μάρτιν Σουλτς, επιστρατεύεται σαν δίαυλος κάποιας εκκολαπτόμενης μεγάλης συμμαχίας με τους ημιθανείς σοσιαλδημοκράτες ή ως υποστηρικτής «εκδημοκρατισμού» του μνημονίου διά της εμπλοκής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Ο αντίπαλος στις ευρωεκλογές του 2014 Γιούνκερ, ο άνθρωπος που υλοποίησε το «πραξικόπημα» της 13ης Ιουλίου, εκθειάζεται σαν γενναιόδωρος σύμμαχος που «προικοδότησε» το τρίτο μνημόνιο με το υποτιθέμενο πακέτο των 35 δισ. ευρώ, αν και δεν πρόκειται για τίποτα περισσότερο από τους πόρους του ΕΣΠΑ και της ΚΑΠ. 
Τρομακτικό κενό κατανόησης
Για να είμαστε δίκαιοι, ανάλογες αυταπάτες και αντίστοιχες διαψεύσεις πήραν και όσοι επένδυαν στην πιθανή συμμαχία της Κίνας, της Ρωσίας ή και του Ισραήλ -η τελευταία επικίνδυνα εδραιωμένη πλέον-, αν και αποδείχθηκε ότι ο παγκόσμιος καπιταλισμός με τους επιμέρους πόλους του και τις επιμέρους εντάσεις, αντιθέσεις και συγκρούσεις του, ακόμη και θερμές (βλέπε Ουκρανία), δουλεύει όλο και πιο πολύ ως ενιαίο, κλειστό σύστημα, με ισχυρά ανακλαστικά αυτοσυντήρησης. Οι ηγεμονισμοί, οι διαγκωνισμοί και οι ανταγωνισμοί είναι μέρος αυτού του συστήματος, που τείνει σε μια πολιτική παγκοσμιοποίηση, για την ακρίβεια σε έναν παγκοσμιοποιημένο ολοκληρωτισμό. Το πρόβλημα είναι ότι η Αριστερά, και ιδιαίτερα το διανοητικό δυναμικό της, έχει τόσο τρομακτικά κενά ανάλυσης και κατανόησης αυτού του συστήματος, ώστε από επίδοξος ανατροπέας του να εξελίσσεται, στην «καλύτερη» περίπτωση, σε θλιβερή συνιστώσα του.