Η Μελίνα Μερκούρη είχε κάποτε, με τον δικό της χαρακτηριστικό τρόπο, συνοψίσει τις αιτίες για τις διαδοχικές εκλογικές ήττες του ΠΑΣΟΚ: «Πλέον, δεν αρέσουμε…».

Ασφαλώς δεν ήταν θέμα γούστου ή αισθητικής. Οι εργατικές και λαϊκές μάζες που είχαν παλιότερα πιστέψει ότι ο εκλογικός δρόμος «προς το σοσιαλισμό» του Ανδρέα Παπανδρέου θα άλλαζε τη ζωή τους προς το καλύτερο, είχαν πλέον πειστεί, μέσα από την ίδια τους την κοινωνική πείρα, ότι η σύγκρουση μεταξύ ΠΑΣΟΚ και Δεξιάς δεν ήταν η σύγκρουση «δύο κόσμων», δύο ταξικών στρατοπέδων, αλλά ο ανταγωνισμός δύο «συστημάτων διακυβέρνησης» που λογοδοτούσαν και τα δύο στην προτεραιότητα των συμφερόντων των καθεστωτικών δυνάμεων. 
Σε αυτή την κατάσταση έχει περιέλθει ο ΣΥΡΙΖΑ του Αλ. Τσίπρα. Τα πεπραγμένα της κυβερνητικής τετραετίας διάβρωσαν καίρια την αντοχή του κόσμου, που είχε στηρίξει τις ελπίδες του στην πολιτική νίκη του Γενάρη του 2015. Ακύρωσαν έτσι την πολιτική αποτελεσματικότητα της προσπάθειας της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ να πάει σε διαδοχικές πολιτικές/εκλογικές αναμετρήσεις με τη ΝΔ του Κυρ. Μητσοτάκη, παριστάνοντας ότι δίνει μάχη για λογαριασμό «των πολλών». 
Η γραμμή αυτή κατέρρευσε στις ευρωεκλογές και πολύ πιο καθαρά στις περιφερειακές και δημοτικές εκλογές. 
Η πτώση του Αλ. Τσίπρα και του ΣΥΡΙΖΑ είναι πιο γρήγορη απ’ ό,τι του Αντρέα Παπανδρέου και του ΠΑΣΟΚ. Γιατί το κυβερνητικό έργο του Τσίπρα δεν έχει να παρουσιάσει ούτε ίχνος σε σύγκριση με όσα έκανε (ή υποχρεώθηκε να κάνει) το ΠΑΣΟΚ μεταξύ του 1981 και του 1985. Γιατί οι οργανωμένες σχέσεις του ΣΥΡΙΖΑ με τον κόσμο των «μη προνομιούχων» παρέμειναν πολύ πιο επιφανειακές και λιγότερο οργανωμένες απ’ ό,τι του παλιού ΠΑΣΟΚ, όπως απέδειξαν τα αποτελέσματα στους δήμους και στις περιφέρειες. 
Γι’ αυτούς τους λόγους, μετά την καταγραφή της πρώτης πολιτικής ήττας στις ευρωεκλογές, η ηγετική ομάδα Τσίπρα βαδίζει προς μια ατιμωτική ήττα από τον Μητσοτάκη, με κατεβασμένα χέρια. Η προεκλογική έμφαση στη συζήτηση περί «μεσαίας τάξης» αποδεικνύει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ διαπραγματεύεται απλώς το μέγεθος της ήττας, επιδιώκοντας ένα ποσοστό που θα κρατά τον Αρχηγό του «μέσα στο παιχνίδι». 
Όσοι πίστευαν ότι «οι εκλογές είναι ντέρμπι» και ότι τελικά ο Αρχηγός (ένας είναι ο Αρχηγός…) θα έβρισκε τους τρόπους «να γυρίσει το ματσάκι», απλώς έχουν χάσει την επαφή με την κοινωνία, έχουν χάσει κάθε ικανότητα να «ακούνε» το θυμό και την αγανάκτηση, πίσω από την απογοήτευση, μέσα στον κόσμο «των πολλών». 
Γιατί αυτή είναι η πολιτική συνθήκη που «εγκατέστησε» η κυβερνητική θητεία Τσίπρα. Μια τετραετία όπου κάλπασαν οι ιδιωτικοποιήσεις (λιμάνια, αεροδρόμια, «διάσπαση» ΔΕΗ, σιδηρόδρομοι κ.ο.κ.), όπου υποχώρησε το μερίδιο των μισθών και των συντάξεων ως ποσοστό επί του ΑΕΠ (δηλαδή ο κόσμος «των πολλών» έγινε φτωχότερος…), όπου η ελαστικότητα κυριάρχησε στις εργασιακές σχέσεις, όπου στο συνταξιοδοτικό σύστημα μπήκε η «βόμβα» του νόμου Κατρούγκαλου που οργανώνει την πορεία προς τους «3 πυλώνες» του κεφαλαιοποιητικού συστήματος κλπ. Ήταν μια τετραετία μνημονιακής-νεοφιλελεύθερης «διακυβέρνησης». 
Ακριβώς γι’ αυτό, οι αποσαθρωτικές συνέπειες της δεύτερης ήττας, στις εθνικές εκλογές, θα είναι βαθύτερες. Ο Τσίπρας έχει ήδη ανοίξει τα χαρτιά του: αποσκοπεί στον τελικό μετασχηματισμό του ΣΥΡΙΖΑ σε μια σοσιαλδημοκρατική «Προοδευτική Συμμαχία» και μάλιστα στην εποχή του σοσιαλφιλελεύθερου εκφυλισμού των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων. Είναι κυριολεκτικά θλιβερό να διαβάζει κανείς αναλύσεις των πιο «αριστερών» στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ που, παρά τις διαστάσεις της επερχόμενης ήττας, διατυμπανίζουν ότι «δεν είναι δυνατόν να αμφισβητηθεί ο ρόλος του Αλ. Τσίπρα στην επόμενη μέρα» των αναπόφευκτων διεργασιών στο εσωτερικό του κυβερνητικού κόμματος. Είναι μια δήλωση πρόθεσης να ακολουθήσουν στο σοσιαλδημοκρατικό κατήφορο μέχρι τον πάτο…
Σε αυτή την περίοδο ο Αλ. Τσίπρας διακρίθηκε στο πεδίο ενός ακραίου τακτικισμού. Υπογράφοντας το μνημόνιο 3 και επιχειρώντας να «ελαφρώσει» τις υποχρεώσεις στα πρώτα χρόνια της κυβέρνησής του, μετέφερε σκληρά μέτρα προς την περίοδο 2019-2022: στην επόμενη τετραετία, με βάση το μνημόνιο 3, θα πρέπει να πληρωθούν σε δόσεις χρέους πάνω από 44 δισ. ευρώ. Το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα που συμφώνησε η κυβέρνηση Τσίπρα με τους δανειστές, προβλέπει μέχρι το 2022: μείωση των δαπανών για την παιδεία κατά 10%, για την υγεία κατά 10%, για την κοινωνική προστασία κατά 10,3%, για τη μισθοδοσία των υπαλλήλων του δημοσίου κατά 10,6%. Η μείωση της συνταξιοδοτικής δαπάνης προβλέπεται κατά 1 δισ. ευρώ ετησίως, μέχρι το… 2060(!), όπου το σχετικό κονδύλι οφείλει να έχει περιοριστεί στο μισό από τα σημερινά (άθλια) επίπεδα. 
Επίθεση ΝΔ
Αυτές οι δεσμεύσεις (που φέρουν υπογραφές υπουργών…) θα είναι βούτυρο στο ψωμί του Μητσοτάκη, που θα επιχειρήσει να δικαιολογεί τις πιο αντιδραστικές πτυχές του νεοφιλελεύθερου προγράμματος της ΝΔ ως «ομαλή συνέχεια» των δεσμεύσεων Τσίπρα. 
Δεν θα είναι μόνο –ή κυρίως– αυτό. Η πολιτική Μητσοτάκη, όπως αποτυπώνεται στους στόχους και τις προτεραιότητες του κυβερνητικού προγράμματος της ΝΔ, θα επιχειρεί να μετατρέψει την πολιτική ήττα του Τσίπρα σε παραλυτική ήττα του εργατικού και κοινωνικού κινήματος σε όλα τα μέτωπα. 
Η υπόσχεση για γενναία μείωση της φορολόγησης του κεφαλαίου και των εργοδοτικών εισφορών, μέσα στην υποχρέωση για διατήρηση ψηλά των «πλεονασμάτων», θα οδηγεί σε αύξηση των φορολογικών υποχρεώσεων «των πολλών» και σε συνδυασμό τους με μια ακόμα πιο ανάλγητη μείωση των κοινωνικών δαπανών. 
Η υπόσχεση για «πορεία προς την ανάπτυξη» αποκλειστικά μέσα από τη διευκόλυνση των ιδιωτικών επενδύσεων προσκρούει σε μια πλευρά της πραγματικότητας. Παρά την αύξηση της κερδοφορίας, οι καπιταλιστές δεν επενδύουν τα κέρδη τους, προτιμώντας την αποθησαύριση και δείχνοντας ότι κατανοούν καλύτερα από όλους ότι το διεθνές σύστημα δεν έχει βγει ακόμα από το «σκοτεινό κύκλο» που άρχισε το 2007-2008. Η επιμονή της ΝΔ στη διευκόλυνση των επενδύσεων είναι μια προειδοποίηση ότι στα ζητήματα των μισθών, των εργασιακών σχέσεων, της νομοθεσίας για την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων, των περιβαλλοντολογικών προϋποθέσεων στην επιχειρηματικότητα κ.ο.κ. στις μέρες που έρχονται τίποτα απ’ ό,τι γνωρίζουμε ως εργατική και λαϊκή κατάκτηση δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένο. 
Οι προοπτικές της κυβέρνησης Μητσοτάκη –ανεξάρτητα από το αν θα είναι «αυτοδύναμη» ή θα υποχρεωθεί η ΝΔ να καταφύγει σε σχήμα συνεργασίας– δεν μπορούν να θεωρηθούν ως δεδομένες. 
Σήμερα διεθνώς η «επιβράδυνση» του συστήματος θεωρείται δεδομένη και μείζονες συστημικοί οικονομολόγοι μιλούν ξανά για ένα ορατό και άμεσο ενδεχόμενο «βουτιάς» σε κρίση ανάλογη ή και πιο επικίνδυνη με εκείνη του 2007-2008. Τέτοιες εκδοχές τινάζουν κυριολεκτικά στον αέρα τους σχεδιασμούς μεταξύ κυβέρνησης και δανειστών και όλες τις προβλέψεις σχετικά με τη «μετα-μνημονιακή» περίοδο του ελληνικού καπιταλισμού. 
Αντίσταση
Αυτά δεν είναι κατ’ ανάγκη καλά νέα. Όλα θα εξαρτηθούν από τη δυνατότητα του κόσμου μας να δώσει μαζικές απαντήσεις σε μεγάλη κλίμακα. Και εδώ η ιστορία της ταξικής πάλης στην Ελλάδα αποδεικνύει ότι πολλές φορές ο κόσμος μας και οι αγώνες του επιφύλαξαν μεγάλες «εκπλήξεις»: η γρήγορη ανασύνταξη στη δεκαετία του ’50, τα Ιουλιανά του ’65, το Πολυτεχνείο, η εργατική Μεταπολίτευση, η εργατική αντίσταση στον «εκσυγχρονισμό» του ΠΑΣΟΚ στα 1985-1987, η μεγάλη αντιμνημονιακή έκρηξη του 2011-2013, ήταν κορυφώσεις των αγώνων που ξέσπασαν «αιφνιδιαστικά», πιάνοντας στον ύπνο τους εχθρούς και τους ψεύτικους φίλους του εργατικού και λαϊκού κινήματος. Ο Τσίπρας κατόρθωσε να επιβάλει μια παραλυτική απογοήτευση που κράτησε 4 χρόνια. Δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι ο Μητσοτάκης θα μπορέσει να επιβάλει το αντιδραστικό πρόγραμμα της ΝΔ, επαναλαμβάνοντας το «κατόρθωμα» του Τσίπρα να κρατήσει σε ακινησία τις μάζες. 
Αυτό που είναι σίγουρο είναι ότι –τουλάχιστον στην αρχή– θα χρειαστεί συνειδητή, σοβαρή και σχεδιασμένη προσπάθεια της οργανωμένης πολιτικής Αριστεράς για να στηριχτεί η εργατική και λαϊκή αντίσταση. 
Αυτό πρέπει να είναι το κεντρικό κριτήριο για τους πολιτικούς σχεδιασμούς όλων μας για την «επόμενη μέρα». Αυτό επίσης πρέπει να είναι ένα βασικό κριτήριο για την ψήφο μας στις 7 Ιούλη.