Ο «ιδιαίτερος ρόλος» της Συρίας στα εσωτερικά του Λιβάνου ξεκινά πολλά χρόνια πριν.

Με έναν τρόπο οι δύο χώρες έχουν «δεμένες μοίρες», καθώς αποτελούσαν τμήματα της περιοχής που λεγόταν «ευρύτερη Συρία» και τεμαχίστηκε από τη γαλλική αποικιοκρατία στο πνεύμα του ιμπεριαλιστικού «διαίρει και βασίλευε».

Το σημείο καμπής όμως ήταν ο εμφύλιος πόλεμος στο Λίβανο. Αυτός ξέσπασε το 1975, ανάμεσα στα κόμματα της φιλοδυτικής, φιλοϊσραηλινής, χριστιανής Δεξιάς και έναν συνασπισμό που περιλάμβανε όλες τις οργανώσεις της λιβανικής Αριστεράς, την Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PLO) και άλλες παλαιστινιακές οργανώσεις και μικρές μουσουλμανικές οργανώσεις.

Τότε ακριβώς το Μπάαθ εγκαινίασε την πολιτική εκμετάλλευσης του Λιβάνου για τα δικά του συμφέροντα. Αρχικά στήριξε τη δημιουργία της αντίστασης ως σύμμαχο στη διαμάχη του με το Ισραήλ. Αλλά το 1976, με τη χριστιανική Δεξιά στα πρόθυρα της ήττας, ο συριακός στρατός εισέβαλλε στο Λίβανο με τις ευλογίες ΗΠΑ και Ισραήλ, κατάφερε ένα σαρωτικό πλήγμα στη λιβανέζικη Αριστερά, συνέργησε στη σφαγή Παλαιστινίων μαχητών και αμάχων και επέβαλε μια προσωρινή εκεχειρία.

Τότε ήλπιζε ως αντάλλαγμα να έχει μια θετική ανταπόκριση στις διεκδικήσεις της όσον αφορά τις σχέσεις με το Ισραήλ. Οι διαπραγματεύσεις όμως πάγωσαν και η Συρία άλλαξε συμμαχίες. Όταν ο εμφύλιος αναζωπυρώθηκε και το Ισραήλ εισέβαλε στο Λίβανο, η Συρία στήριζε ήδη τις αντι-ισραηλινές δυνάμεις (επιχειρώντας να αυξήσει τον έλεγχο πάνω τους).
Το 1990 οι σχέσεις Συρίας-ΗΠΑ-Σαουδικής Αραβίας αποκαταστάθηκαν και αυτό αποτυπώθηκε στη λήξη του εμφυλίου με τη Συμφωνία της Ταΐφ.

Η Δαμασκός έχει συμμαχήσει ξανά με την Ουάσινγκτον και παίρνει το πράσινο φως να παραμείνει ο στρατός της στο Λίβανο. Με τη λήξη του εμφυλίου και την ανεξάρτητη αντίσταση (Αριστερά και Παλαιστινιακές οργανώσεις) ηττημένη, ο συριακός στρατός κατοχύρωσε τη θέση ισχύος του στο Λίβανο. Όλη τη δεκαετία του ’90, η κατοχή είναι ανεκτή από ΗΠΑ-Ισραήλ (καθώς εξασφάλιζε τον «έλεγχο» των αντιστασιακών οργανώσεων), στηρίζεται από τη Σαουδική Αραβία (καθώς οι συμφωνίες της Ταΐφ αναβαθμίζουν το μερίδιο των Σουνιτών κομμάτων στην πολιτική εξουσία) και είναι καλοδεχούμενη από τη λιβανέζικη αστική τάξη (που στη φάση της οικονομικής «ανοικοδόμησης» μετά τις περιπέτειες του εμφυλίου, έχει ανάγκη από έναν «δανεικό» στρατό).

Η ισορροπία αλλάζει τον 21ο αιώνα. Το 2000, το 15ετές αντάρτικο της Χεζμπολά υποχρεώνει το Ισραήλ να σταματήσει την κατοχή του νότιου Λιβάνου, που υπήρχε από την εισβολή του 1982. Τότε τα «γεράκια» της Ουάσινγκτον στρέφουν για πρώτη φορά την προσοχή τους σε αυτόν το νέο κι επικίνδυνο αντίπαλο.

Το 2004 ο ΟΗΕ «ανακαλύπτει» μετά από χρόνια ότι ο συριακός στρατός κατέχει παράνομα το Λίβανο και ζητά την αποχώρησή του. Η Δύση ελπίζει να ανοίξει ο δρόμος για να χτυπήσει τη Χεζμπολά. Η αποχώρηση θα πραγματοποιηθεί τελικά το 2005, χάρη στις μαζικές αντισυριακές διαδηλώσεις που ξέσπασαν μετά τη δολοφονία του Ραφίκ Χαρίρι, πρωθυπουργού του Λιβάνου. Δύο ανταγωνιστικές διαδηλώσεις, μία στις 8 Μάρτη και μία στις 14 Μάρτη 2005, θα χαρίσουν τα ονόματά τους στους δύο βασικούς πολιτικούς συνασπισμούς στο Λίβανο.

Στις εκλογές που ακολουθούν, τόσο οι σιιτικές Χεζμπολά και Αμάλ όσο και οι φιλοδυτικές, σουνιτικές και χριστιανικές οργανώσεις συμμαχούν σε ένα «αντισυριακό» μπλοκ. Όμως γρήγορα αποδεικνύεται ότι τα σουνιτικά κόμματα (με τον γιο Χαρίρι επικεφαλής) θέλουν να στρέψουν το Λίβανο στην αγκαλιά της Δύσης.

Η Χεζμπολά με την Αμάλ αποστασιοποιούνται και συμμαχούν με το χριστιανικό Ελεύθερο Πατριωτικό Κίνημα του Μισέλ Αούν. Ο τελευταίος υπήρξε φανατικός πολέμιος της συριακής κατοχής, αλλά έκανε φιλοσυριακή στροφή μετά τον αποκλεισμό του από την «εθνική συνεννόηση» στις εκλογές του 2005.

Κάπως έτσι δημιουργήθηκαν τα δύο σημερινά στρατόπεδα στο Λίβανο, τα οποία, αν και έχουν πολύ πιο σύνθετη ιστορία, κατέληξαν –υπό το βάρος της συριακής επιρροής στη χώρα και της επιθετικής εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ εκείνη την εποχή– να ονομάζονται απλά «φιλοσυριακό» και «αντισυριακό».