Ο ι εξαγγελίες του Αλ. Τσίπρα στη ΔΕΘ είχαν μικρότερο πολιτικό ενδιαφέρον απ’ ό,τι είχε προαναγγείλει το κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ. Παρά την ομπρέλα προστασίας από τις ενοχλητικές ερωτήσεις που ύψωσε το «σύστημα Μαξίμου» (και αποδέχθηκαν τα ΜΜΕ…), ο Αλέξης Τσίπρας έδειξε ότι στη λεγόμενη «μεταμνημονιακή εποχή» θα υποστηρίξει απαρέγκλιτα τη νεοφιλελεύθερη πολιτική, που ήταν η «ψυχή» των μνημονίων 1, 2 και 3, επιχειρώντας με κάποια «φτιασιδώματα» να της προσδώσει ένα κάποιο «ανθρώπινο πρόσωπο», που θα την παρουσιάζει ως βιώσιμη. Μόνο που αυτό το «πρόσωπο» είναι τόσο χλωμό, που δεν αντέχει στη σύγκριση με τη σκληρή κοινωνική πραγματικότητα και τις ανάγκες της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας.
Μνημονιακή συνέχεια
Έχει σημασία να υπογραμμίσουμε ότι ο Τσίπρας επέλεξε καταρχήν να δεσμευτεί ρητά για τη συνέχεια της πολιτικής του. Διαμήνυσε στους δανειστές και στις αγορές την αποφασιστικότητα «να τηρηθούν τα συμφωνημένα», να συνεχιστεί «απρόσκοπτα η πορεία των μεταρρυθμίσεων», ενώ επιτέθηκε στις απόψεις που οδηγούν σε «επιστροφή στη σπατάλη, στον αλόγιστο δανεισμό, στις κρατικοδίαιτες αντιλήψεις». Η υιοθέτηση αυτής της ιδεολογικής κωδικοποίησης, που τα αμιγώς νεοφιλελεύθερα κόμματα και τα ΜΜΕ έχουν επεξεργαστεί απέναντι στα αιτήματα και τις απόψεις των συνδικάτων και της Αριστεράς, είναι μια προειδοποίηση ότι κατά την είσοδο στη «μεταμνημονιακή εποχή» ο Τσίπρας και το επιτελείο του προετοιμάζονται για αντιαριστερό-αντεργατικό, ιδεολογικό και πολιτικό πόλεμο. Οι πολλές αναφορές στη «δίκαιη ανάπτυξη» (που θα στηριχθεί, λέει, στην… «καινοτομία») δεν προσθέτουν τίποτα, πέραν του ότι θυμίζουν απελπιστικά τον Γ.Α. Παπανδρέου στη χειρότερη περίοδο σοσιαλφιλελεύθερου εκφυλισμού του ΠΑΣΟΚ.
Σε αυτό το κεφάλαιο –που ο ίδιος ο Τσίπρας του έδωσε τον τίτλο «μοιράζω όραμα»– ο πρωθυπουργός προσπάθησε να διασκεδάσει την απαισιοδοξία ανάμεσα στους αστικούς κύκλους ενόψει της «εξόδου». Χαρακτήρισε «συγκυριακό φαινόμενο, οφειλόμενο στις αναταράξεις στις αναδυόμενες αγορές» την εκτίναξη των επιτοκίων των ελληνικών ομολόγων (αποφεύγοντας όμως να εξηγήσει γιατί αυτές οι «αναταράξεις» δεν επηρεάζουν τόσο αρνητικά τα ομόλογα π.χ. της μεταμνημονιακής Πορτογαλίας, της Ισπανίας κλπ), ενώ αναφέρθηκε με έμφαση στο «μαξιλάρι» που επιτρέπει τη χρηματοδότηση των υποχρεώσεων χρέους μέσα στα επόμενα 2,5 χρόνια χωρίς υποχρεωτική «έξοδο» στις αγορές. Πρόκειται για ένα σπάνιο αυτογκόλ: κάποιος που πανηγυρίζει για την «κατάκτηση» της εξόδου στις αγορές, υποχρεώνεται ταυτόχρονα να δηλώνει ότι ευτυχώς(!) δεν είναι (προσωρινά) υποχρεωμένος να καταφύγει σε… αυτή την «κατάκτηση».
Δυστυχώς η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη για τον κ. Τσίπρα: Το διαβόητο «μαξιλάρι» δίνει δυνατότητα πληρωμών του χρέους, εάν δεν χρειαστεί για μια νέα ανακεφαλαίωση των τραπεζών. Μια νέα διεθνής επιδείνωση μπορεί ανά πάσα στιγμή να φέρει στην επιφάνεια την πραγματικότητα των λεγόμενων «συστημικών τραπεζών» (όπου οι 3 από τις 4, μετά βίας, πέρασαν τα «φιλικά» stress tests…) και να οδηγήσει την κυβέρνηση στα σαγόνια των αγορών. Το σενάριο της Αργεντινής, που ο Τσίπρας επέσεισε ενάντια στον Κυρ. Μητσοτάκη, είναι πολύ πιο κοντά απ’ ό,τι ισχυρίζεται ο επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ (οι δύσπιστοι ας μελετήσουν καλύτερα τη σχετική αρθρογραφία του πρώην «τσάρου» της οικονομίας, του κ. Ν. Χριστοδουλάκη…). 
Ένα σοκαριστικό στοιχείο στην όλη κυβερνητική παρουσία στη ΔΕΘ ήταν ο ασύστολος εναγκαλισμός με τις ΗΠΑ του Τραμπ. Ο αντιαμερικανισμός ήταν ταυτοτικό στοιχείο της Αριστεράς στην Ελλάδα μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και κυρίως μετά τη δικτατορία του 1967. Ακόμα και στις χειρότερες στιγμές της σοσιαλδημοκρατίας –όταν ο Α. Παπανδρέου συνεργαζόταν στενά με τους Αμερικανούς– τα στελέχη της έκαναν αγωνιώδεις προσπάθειες να αποκρύψουν το γεγονός, να καθησυχάσουν τον κόσμο τους κ.ο.κ. Ο Τσίπρας πέρασε αυτόν τον Ρουβίκωνα χωρίς ντροπή και χωρίς αίσθηση της πρόκλησης απέναντι στην ιστορία, αλλά και τα αισθήματα της κοινωνικής βάσης του ΣΥΡΙΖΑ, μιλώντας για τη «μεγάλη δημοκρατική χώρα» με την οποία «μας ενώνουν(!) κοινές αξίες(!!) και κοινοί αγώνες(!!!)». Ο Γουίλμπορ Ρος υπήρξε ο κατάλληλος εκπρόσωπος των ΗΠΑ γι’ αυτόν τον κατάπτυστο εναγκαλισμό. Γιατί ο Ρος δεν είναι μόνο ένα «γεράκι» του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, είναι επίσης ένα «γεράκι» των αγορών: με ειδίκευση στο να βγάζει κέρδη «ποντάροντας» στην καταστροφή και διάλυση επιχειρήσεων, με συμμετοχή σε επενδυτικά funds με έδρα τον Παναμά, με μια ομιχλώδη προϋπηρεσία στη σκοτεινή εξαγορά της Eurobank κλπ. Τα σαλιαρίσματα με τέτοιου τύπου καθάρματα είναι η καλύτερη προειδοποίηση για τον πραγματικό προσανατολισμό του Αλ. Τσίπρα.
Δεσμεύσεις
Αυτός ο πραγματικός προσανατολισμός αποδείχθηκε και στις «δεσμεύσεις», στα λίγα μέτρα συγκεκριμένης πολιτικής που ο Τσίπρας εξήγγειλε στη ΔΕΘ, διαψεύδοντας τις προσδοκίες των φίλων του ΣΥΡΙΖΑ για «κοινωνική στροφή», αλλά και τις καταγγελίες της ΝΔ για «παροχολογία». 
Ο Τσίπρας υπήρξε συγκεκριμένος και άμεσος ως προς τις υποσχέσεις που αφορούν τους… απέναντι. Εξήγγειλε την αναδρομική επιστροφή των μνημονιακών περικοπών προς τους στρατιωτικούς και τα σώματα ασφαλείας, προς τους δικαστές και τους πανεπιστημιακούς. Πρόκειται για ένα γενναιόδωρο μέτρο κόστους πάνω από 1 δισ. ευρώ, σε σύγκριση π.χ. με τα 800 εκατ. ευρώ στα οποία θα φτάσει το σύνολο όλων των φοροελαφρύνσεων (εάν και όταν αυτές υλοποιηθούν). Μια κυβέρνηση της τάχα Αριστεράς αρχίζει, λέει, την «αποκατάσταση των μνημονιακών αδικιών» με πρώτους επωφελούμενους τους στρατιωτικούς και τους αστυνομικούς!
Όμως εξίσου συγκεκριμένος υπήρξε και απέναντι στις επιχειρήσεις: εξήγγειλε τη μείωση της φορολόγησης των κερδών κατά 4% («βγαίνοντας» στον Μητσοτάκη από δεξιά) και υποσχέθηκε την επιχορήγηση του 100% των εργοδοτικών εισφορών στις προσλήψεις νέων κάτω των 25 χρονών (να μια «καλή ιδέα» που, υπό το πρόσχημα της μείωσης της ανεργίας, οδηγεί στην παροχή ακόμα φτηνότερου εργατικού δυναμικού). Σημειώνουμε ότι παλιότερα, όταν οι σοσιαλδημοκράτες έκαναν τέτοια «κόλπα», φρόντιζαν τουλάχιστον να καλύπτουν τα νώτα τους, απαγορεύοντας τις ταυτόχρονες απολύσεις πιο ηλικιωμένων εργατών και την αντικατάστασή τους με φτηνότερους νέους. Τούτοι δω προχωράνε αμέριμνοι.
Η πολυαναμενόμενη αναστολή στην περικοπή των συντάξεων δεν εξαγγέλθηκε. Ο Τσίπρας επανέλαβε την πρόθεση της κυβέρνησής του να ζητήσει την αναστολή ενός μέτρου που η ίδια ψήφισε, αλλά απέφυγε συστηματικά να πει τι θα κάνει, αν οι δανειστές και κυρίως το ΔΝΤ αρνηθούν να ικανοποιήσουν το αίτημα. Απέφυγε επίσης να πει τι θα κάνει με την περικοπή των συντάξεων στους νέους συνταξιούχους, που ήδη έχει συντελεστεί. 
Αντίστοιχα ομιχλώδης υπήρξε η τοποθέτηση για τον κατώτατο μισθό και τον υποκατώτατο μισθό των νέων. Ο κ. Τσίπρας παρέπεμψε το θέμα σε μια κάποια «ελεύθερη διαπραγμάτευση» μεταξύ των κοινωνικών εταίρων, που σκέφτεται, λέει, να νομοθετήσει. Μόνο σε συνθήκες επίσημης ανεργίας 20% και καλπάζουσας ελαστικότητας η «διαπραγμάτευση» δεν είναι καθόλου ελεύθερη. Ο κατώτατος μισθός άλλωστε δεν κατέρρευσε μέσα από διαπραγματεύσεις, αντίθετα καταργήθηκε με μνημονιακή απόφαση στα πλαίσια του μνημονίου 2. Αυτός είναι και ο απλούστερος τρόπος επαναφοράς του: με κυβερνητική απόφαση που θα καταργεί τη μνημονιακή «πράξη» και θα επαναφέρει το νόμιμο κατώτατο μισθό. Μόνο που ο Τσίπρας απέφυγε, όπως ο διάβολος το λιβάνι, τέτοιου είδους δέσμευση και προοπτική. 
Η σταδιακή μείωση του ΕΝΦΙΑ (κατά 15% το 2019 και κατά 15% το 2020) μένει να επιβεβαιωθεί. Και, κυρίως, να δούμε από τι θα αντικατασταθεί. Γιατί, θυμίζουμε, οι μνημονιακές δεσμεύσεις προβλέπουν τα έσοδα από τον ΕΝΦΙΑ να παραμένουν σταθερά στα επόμενα χρόνια. 
Απομένει η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών των επιστημόνων-αυτοαπασχολούμενων (που ο νόμος Κατρούγκαλου έφτασε σε ύψη όπου ήταν αδύνατον να εισπραχθούν…) και η μικρή μείωση του ΦΠΑ (από το 24% στο 22% και από 13% στο 12%) που στα είδη λαϊκής κατανάλωσης (π.χ. στα τρόφιμα) έχει ήδη υπερκεραστεί από τις ραγδαίες ανατιμήσεις. 
Αυτό ήταν το «σακούλι» του Τσίπρα στη Θεσσαλονίκη. Πολύ μικρό, με πολλά εάν και εφόσον, με πολλές παραπομπές στη μετεκλογική εποχή, μετά το τέλος του 2019. Πρόκειται για πολιτική απολύτως ανίκανη να αναμετρηθεί με την πραγματικότητα της κοινωνικής καταστροφής που, μετά το 2015, υποστηρίχθηκε και από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. 
Η πραγματική πολιτική της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, η υποταγή και η ευθυγράμμιση με τον μνημονιακό νεοφιλελευθερισμό, βάζει τα όρια στους τακτικισμούς, ακόμα και στη δημαγωγία του Τσίπρα, ακόμα και όταν αυτός βρίσκεται μπροστά στην πολιτική και εκλογική μάχη επιβίωσής του. Τα όρια αυτά οδηγούν στην ήττα από έναν άθλιο αντίπαλο: τον ακραιφνή νεοφιλελεύθερο Κυριάκο Μητσοτάκη.
Η έξοδος από αυτό το δίλλημα, από το δίπολο που στηρίζει τη συνέχεια της νεοφιλελεύθερης μνημονιακής λιτότητας, είναι υπόθεση όσων αντιστάθηκαν σε αυτή την πολιτική, σε όλες τις εκδοχές της, νέες και παλιές.