Το σημερινό πολιτικό πλαίσιο δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με το «να τους ταράξουμε στη νομιμότητα». Είναι σαφές ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, πέρα από την αυτονόητη αξιοποίηση της κοινοβουλευτικής δύναμής του, θα χρειαστεί τη δράση και «έξω από τη βουλή», δηλαδή τη δύναμη των αγώνων, που θα κάνουν εφικτή την παραβίαση της ασφυκτικής «νομιμότητας» των μνημονίων.

Σε προηγούμενο φύλλο της «Ε.Α.» είχαμε διατυπώσει την πρόβλεψη ότι στον ΣΥΡΙΖΑ η υπόθεση «υπεύθυνη αντιπολίτευση» (παρότι τότε στηριζόταν από πολύ… υπεύθυνα χείλη) δεν έχει μέλλον. Η πρώτη μάχη στη βουλή, η συζήτηση για τις προγραμματικές θέσεις της τρικομματικής συγκυβέρνησης, επιβεβαίωσε τον ισχυρισμό: ο ΣΥΡΙΖΑ υποχρεώθηκε ή επέλεξε να κάνει αριστερή, μαχητική αντιπολίτευση.

Δεν ήταν τυχαίο γεγονός. Το λαϊκό-εργατικό ρεύμα, που εκφράστηκε με την ψήφο στο ΣΥΡΙΖΑ στις 6/5 και στις 17/6, δεν είναι «συμβιβάσιμο» με υπευθυνότητα απέναντι στην ακραία νεοφιλελεύθερη καπιταλιστική επιθετικότητα που εκφράζουν οι πολιτικές του μνημονίου, της ΕΕ και του ΔΝΤ.

Αυτό το ξέρουν καλά οι Σαμαράς-Βενιζέλος-Κουβέλης. Ο τωρινός ΣΥΡΙΖΑ, το κοινωνικό ρεύμα που εξέφρασε εκλογικά, καθίσταται «κεντρικό αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης» (Μπελαντής, «Εποχή» 8/7). Γι’ αυτό οι ηγέτες της τρικομματικής εκδήλωσαν μια πρωτοφανή επιθετικότητα εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ και του Αλ. Τσίπρα στη βουλή. Ο παράγοντας αυτός «υποχρεώνει» τον ΣΥΡΙΖΑ να μετατοπίζεται σε ριζοσπαστική-αριστερή κατεύθυνση, προκειμένου να αποκρούσει τα άγρια φιλοκαπιταλιστικά επιχειρήματα των αντιπάλων του σε όλο το πλάτος του μετώπου.

Όμως ταυτόχρονα, μέσα στη συγκυρία, ο ΣΥΡΙΖΑ αναδεικνύεται σε «κεντρικό μαχόμενο συλλογικό οργανισμό της Αριστεράς» (Μπελαντής, ό.π.). Αυτός ο παράγοντας πιέζει τον ΣΥΡΙΖΑ να επιλέγει την αριστερή-μαχητική αντιπολίτευση, τη ριζοσπαστική αριστερή πολιτική. Και είμαστε ακόμα στην αρχή.

Ασφαλώς ο καλύτερος δρόμος είναι αυτός ο προσανατολισμός να αποτελεί συνειδητή-ηγετική πολιτική. Και στο επίπεδο αυτό είναι σαφές ότι υπάρχουν προβλήματα.

Πολιτικό πλαίσιο
Το σημερινό πολιτικό πλαίσιο δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με το «να τους ταράξουμε στη νομιμότητα». Για να πετύχουμε σημαντικές αλλαγές για τον κόσμο μας, για να πετύχουμε νίκες, είναι σαφές ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, πέρα από την αυτονόητη αξιοποίηση της κοινοβουλευτικής δύναμής του, θα χρειαστεί τη δράση και «έξω από τη βουλή», δηλαδή τη δύναμη των αγώνων, που θα κάνουν εφικτή την παραβίαση της ασφυκτικής «νομιμότητας» των μνημονίων.

 

Ο ΣΥΡΙΖΑ, για να προσεγγίσει τους διακηρυγμένους στόχους του, θα χρειαστεί ξανά και ξανά να προσφύγει στη δύναμη του εργατικού-λαϊκού ρεύματος της 6/5 και 17/6, αυτή τη φορά όχι στο επίπεδο της κάλπης, αλλά στο επίπεδο της άμεσης πολιτικής παρέμβασης του «πεζοδρομίου». Η κίνηση αυτή θα έρχεται σε όλο και πιο φανερή αντίθεση με τα στελέχη που επιλέγουν τον «ρεαλισμό» (όπως π.χ. ο Γ. Σταθάκης), δηλαδή την έμφαση στις ελάχιστες εφικτές εναλλακτικές τροποποιήσεις της πολιτικής των τραπεζιτών και των τοκογλύφων.

Η επιδίωξη της ανατροπής των μνημονίων είναι εφικτή στα πλαίσια της υπαρκτής ΕΕ; Το ερώτημα αυτό γίνεται κεντρικό μετά το πέρας των προεκλογικών συζητήσεων και των φραστικών σχημάτων που στήριξαν τις απαντήσεις του ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στη ΝΔ και στο ΠΑΣΟΚ. Είναι χαρακτηριστικό το πού οδηγήθηκε η ΔΗΜΑΡ με βάση την επιλογή «πάσει θυσία στο ευρώ». Η επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ «καμιά θυσία για το ευρώ» οφείλει να σκληρύνει, να γίνει απολύτως ειλικρινής, να αποδεικνύει καθημερινά ότι απόλυτο κριτήριο για την τακτική του σχήματος θα είναι η υπεράσπιση των συμφερόντων του κόσμου μας. Σε αυτό το έδαφος δεν υπάρχουν περιθώρια για αυταπάτες ούτε για το χαρακτήρα των αποφάσεων των ευρωηγεσιών, ούτε για τις συνέπειες κάποιων ανεπαίσθητων μετατοπίσεων της σοσιαλδημοκρατίας σε κάποιες χώρες-μέλη (π.χ. Ολάντ).

Η αντίσταση στις ιδιωτικοποιήσεις και στη λιτότητα, από τη στιγμή που κλιμακώνεται, θέτει το ζήτημα της προοπτικής. Στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ όλοι σήμερα κρατάνε με δέος την ανάσα τους μπροστά στη νέα «βουτιά» της κρίσης του καπιταλισμού. Σε αυτές τις συνθήκες, η απόφαση του Π. Λαφαζάνη να αναφερθεί μέσα στη βουλή στη σοσιαλιστική ανατροπή όχι μόνο δε «στένεψε» την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά αντίθετα της έδωσε βάρος και ιστορική προοπτική.

Ενιαίος φορέας
Αυτά τα πολιτικά ζητήματα έχουν άμεσες συνέπειες στις οργανωτικές επιλογές που θα γίνουν, στη βάση της ομόφωνης απόφασης για τη μετατροπή του ΣΥΡΙΖΑ σε μαζικό, δημοκρατικό, ενιαίο πολιτικό φορέα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι υπάρχει μια μεγάλη διαφορά σε σχέση με παλιότερες συζητήσεις μέσα στο ΣΥΡΙΖΑ (Β’ και Γ’ Πανελλαδικές Συνδιασκέψεις). Τότε, η πίεση για «ενιαίο κόμμα» ουσιαστικά ταυτιζόταν με πίεση για ένταξη στο Συνασπισμό. Σήμερα, η μαζική προσέλευση του κόσμου τροποποιεί τα δεδομένα. Οι οργανωμένες δυνάμεις είναι μειοψηφία. Η «επιλογή ΣΥΡΙΖΑ» έχει εμπεδωθεί στην πλειοψηφία των μελών των «συνιστωσών», συμπεριλαμβανομένων των μελών του ΣΥΝ. Η διάσπαση με τη ΔΗΜΑΡ έχει συντελεστεί και κατά συνέπεια το φάσμα των εσωτερικών διαφωνιών, αν και συνεχίζει να υπάρχει, έχει μικρότερο εύρος.

Σε αυτό το έδαφος δεν είναι τυχαία μια ουσιαστική συμφωνία σε πολλά και σοβαρά ζητήματα: συγκρότηση οργανώσεων βάσης, μέλη με δικαιώματα και υποχρεώσεις, εκλογή τοπικών και ενδιάμεσων ηγεσιών, εκλογή κεντρικής ηγεσίας με διασφάλιση του πλουραλισμού κλπ. Πρόκειται για συμφωνία με εύρος και σημασία, που θα ήταν αδιανόητη στις παλιότερες συζητήσεις. Η ΔΕΑ έχει έγκαιρα δεσμευτεί στην κατεύθυνση αυτή.

Όσοι επιχειρούν να θέσουν σε αντιπαράθεση τις οργανωμένες «συνιστώσες» με το ανένταχτο δυναμικό ή μιαν υποθετική, εν κενώ, «αυτοοργάνωση» του κόσμου, προσφέρουν κακές υπηρεσίες στο εγχείρημα. Ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να συγκροτηθεί μόνο ως πολυτασικό, αλλά και ομοσπονδιακό κόμμα της Αριστεράς, όπου θα συνδυάζεται η οργάνωση του ανένταχτου κόσμου με το καθεστώς «διπλής ένταξης» των ήδη οργανωμένων μελών των συνιστωσών. Η υπόσχεση της «αυτοδιάλυσης» των οργανώσεων είναι δημαγωγική και –απ’ όσα γνωρίζουμε– δεν ισχύει για καμία από τις συγκροτημένες και στοιχειωδώς μαζικές «συνιστώσες» του ΣΥΡΙΖΑ. Η ΔΕΑ αποδέχεται και στηρίζει τη μετατροπή του ΣΥΡΙΖΑ σε ενιαίο κόμμα, αλλά με αυτά τα χαρακτηριστικά.

Ριζοσπαστική Αριστερά
Ένα ζήτημα που πρέπει επίσης να απασχολήσει, είναι η πρόταση για «κόμμα πολιτικής ενότητας». Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ξεκινά από το μηδέν. Έχει κατοχυρώσει τα ελάχιστα ιδεολογικά χαρακτηριστικά της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Από αυτά δεν πρέπει να παραιτηθεί, γιατί η απάλειψή τους ανοίγει δρόμους σοσιαλδημοκρατικοποίησης. Αντίθετα, το καθήκον είναι να τα βαθύνει και να τα ριζοσπαστικοποιήσει, σε μια διαδικασία που θα διασφαλίζει τη συμμετοχή του κόσμου και θα λογοδοτεί σε αυτόν. Ο ΣΥΡΙΖΑ, τελικά, πρέπει και μπορεί να γίνει ένα μαζικό, δημοκρατικό, πολυτασικό και ομοσπονδιακό κόμμα πολιτικής ενότητας, αλλά με «εγγυημένα» τα βασικά ιδεολογικά χαρακτηριστικά της ριζοσπαστικής Αριστεράς.