Ο θάνατος του Τσάβες, αφού έκανε φίλους και εχθρούς να γράψουν και να μιλήσουν για τη μεγάλη αυτή προσωπικότητα της εποχής μας και το λαό της Βενεζουέλας να ετοιμάζεται για την εποχή μετά τον Τσάβες, άνοιξε επίσης τη συζήτηση στις γραμμές της διεθνούς Αριστεράς για τα μαθήματα από την «μπολιβαριανή διαδικασία».

φωτό: Η ανατροπή του πραξικοπήματος το 2002. Φαντάροι έχουν μόλις ανακαταλάβει το προεδρικό μέγαρο και χαιρετούν με υψωμένες γροθιές το λαό που το έχει περικυκλώσει.

Όταν ο Τσάβες εξελέγη το 1998, ενάντια σε όλα τα παραδοσιακά κόμματα, ως ένας προοδευτικός αξιωματικός του στρατού, είχε ελάχιστους δεσμούς με την πολιτική Αριστερά και το εργατικό κίνημα. Ανήκε στην παράδοση «προοδευτικού εθνικισμού» που χαρακτήριζε ιστορικά μερίδα των ενόπλων δυνάμεων σε χώρες που η παρουσία του ξένου ιμπεριαλισμού εμπόδιζε την οικονομική τους ανάπτυξη (Λατινική Αμερική και «περονισμός», Μέση Ανατολή και «νασερισμός»). Οικονομικά, δήλωνε θαυμαστής του «τρίτου δρόμου» που εξέφραζαν οι εκσυγχρονιστές «Νέοι Εργατικοί» του Τόνι Μπλερ.

Η πρώτη κυβέρνηση Τσάβες κινήθηκε σε χαλαρά πλαίσια. Ένα δημοκρατικότερο σύνταγμα και η απόπειρα να διευρυνθεί ο ρόλος του δημοσίου στη διαχείριση των πετρελαίων ήταν οι μόνες αλλαγές σε σχέση με το παρελθόν. Αυτή η περίοδος διακυβέρνησης είχε και δεξιούς υπουργούς, αλλά δεν ήταν η «αριστερότερη που υπάρχει».  

Το σημείο καμπής, που άλλαξε τη ροή της ιστορίας, ήταν τα γεγονότα του 2002-2003. Το πραξικόπημα του Απρίλη του 2002, που τσακίστηκε από τη λαϊκή κινητοποίηση και την αντίδραση τμημάτων του στρατού πιστών στο Τσάβες. Το καπιταλιστικό λοκ-άουτ από το Δεκέμβρη του 2002 ως το Φλεβάρη του 2003 που απαντήθηκε με πρωτοβουλίες εργατικού ελέγχου στην παραγωγή, κινητοποίηση των στρατιωτών στη διανομή και την επιβολή ελέγχου στις συναλλαγματικές ροές.

Στροφή αριστερά
Αυτή η δράση τσάκισε την ανταρσία των καπιταλιστών. Αλλά είχε και μια σημαντικότερη «παρενέργεια»: τη ριζοσπαστικοποίηση του κινήματος, που απέκτησε συναίσθηση της δύναμής του.

Κάτω από την πίεση αυτού του κινήματος που πήρε πρωτοφανείς διαστάσεις (κοινοτικά συμβούλια γειτονιάς, εργατικά συμβούλια, νέα σωματεία) και προκειμένου να αντιμετωπίσει τη λυσσασμένη επίθεση της άρχουσας τάξης, ο Τσάβες μετατοπίστηκε αποφασιστικά προς τα αριστερά. Όλοι οι οικονομικοί δείκτες της διακυβέρνησης Τσάβες (κοινωνικές δαπάνες, κρατικοποιήσεις, ανεργία, φτώχεια, μισθοί, συντάξεις κλπ) είναι τόσο διαφορετικοί πριν και μετά το 2003, που μοιάζει λες και πρόκειται για δύο τελείως διαφορετικές κυβερνήσεις.

Ένα από τα πράγματα για τα οποία ξεχώρισε ο Τσάβες ήταν αυτή η διαδρομή. Προερχόμενος από άλλες παραδόσεις, μπροστά στα όρια που βάζουν οι καπιταλιστές ακόμα και σε μεταρρυθμιστικά προγράμματα, επέλεξε να κινηθεί προς τα αριστερά και να συγκρουστεί, όταν αριστεροί τύπου Λούλα και Μπερτινότι, αντιμέτωποι με τα ίδια όρια, έκαναν την ανάποδη διαδρομή και συμβιβάστηκαν.

Τα επόμενα χρόνια ξεκίνησε ουσιαστικά η «μπολιβαριανή διαδικασία». Για τη ριζοσπαστικοποίηση του οικονομικού προγράμματος και τα όσα πέτυχε η Βενεζουέλα για τη βελτίωση της κατάστασης των «από κάτω» έχουν γραφτεί τόσα, που δεν χρειάζεται να παρατεθούν εδώ. Ιδιαίτερη σημασία είχε η πολιτική ριζοσπαστικοποίηση.

Ριζοσπαστικοποίηση
Ζητήματα ταμπού όπως οι απαλλοτριώσεις επιχειρήσεων ή ο εργατικός έλεγχος έγιναν κομμάτι της καθημερινής πολιτικής στη Βενεζουέλα. Στόχος της «Διαδικασίας» και σημαία του Τσάβες και του κινήματος έγινε ο σοσιαλισμός, σε μια εποχή που η λέξη έχει «θαφτεί» ή θεωρείται «μακρινή υπόθεση του μέλλοντος» ακόμα και από μερίδες της Αριστεράς.

Σε αυτή την προοπτική στρατεύτηκαν εκατομμύρια στο PSUV (Ενωμένο Σοσιαλιστικό Κόμμα της Βενεζουέλας). Με αυτή την προοπτική ο Τσάβες κέρδισε απανωτές εκλογικές αναμετρήσεις, έχοντας απέναντί του το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων, από την κεντροαριστερά (που τον εγκατέλειψε φοβισμένη από τη «ριζοσπαστικοποίηση») ως την ακροδεξιά. Έδωσε και κέρδισε την τελευταία του εκλογική μάχη, την πιο δύσκολη απ’ το 1998, με μια νέα αποφασιστική στροφή αριστερά και την υπόσχεση «η μετάβαση στο σοσιαλισμό να φτάσει στο σημείο πέρα από το οποίο δεν υπάρχει επιστροφή».

Αυτή η αλλαγή είχε και εξακολουθεί να έχει τη «σφραγίδα» των «από κάτω». Πειράματα εργατικού ελέγχου επιχειρούνται σε μια σειρά μεγάλα εργοστάσια, προσπαθώντας να συντονιστούν και μεταξύ τους και με τις επιτροπές γειτονιών. Τα κοινοτικά συμβούλια επίσης συντονίζονται σε ανώτερο επίπεδο, αναλαμβάνοντας μεγαλύτερες αρμοδιότητες, (δημιουργώντας τις λεγόμενες «κομμούνες»).

Ταξική πάλη
Μια κρίσιμη επισήμανση είναι ότι όλα αυτά δεν γίνονται σε ένα «πειραματικό εργαστήρι». Δημιουργούνται μέσα σε μια λυσσασμένη ταξική πάλη. Στην ίδια χώρα που εξελίσσονται αυτές οι διεργασίες, μπράβοι εκτελούν συνδικαλιστές, ιδιώτες κρατάνε τα τρόφιμα σε αποθήκες να σαπίζουν, κρατικοί λειτουργοί σαμποτάρουν το έργο των κοινοτικών συμβουλίων.

Απέναντι σε όλα αυτά διεξάγονται σκληρές απεργίες, καταλήψεις, διαδηλώσεις και ριζοσπαστικά «αντίμετρα»: Η εργατική αυτοδιαχείριση ως απάντηση σε εργοδοτικούς εκβιασμούς, οι κρατικοποιήσεις ως απάντηση σε σαμποτάζ των καπιταλιστών, η δράση των κοινοτικών συμβουλίων ως αντίδραση στη συνειδητή αδράνεια του κράτους.

Έχουμε περισσότερα να μάθουμε από αυτές τις εμπειρίες από ό,τι από τις ίδιες τις κυβερνήσεις της Αριστεράς στη Λατινική Αμερική.

Ωστόσο υπάρχει μια ενδιαφέρουσα πτυχή της κυβερνητικής εμπειρίας στη Βενεζουέλα. Σε μια εποχή που άλλες αριστερές κυβερνήσεις βάζουν φρένο στους αγώνες, αν δεν τους επιτίθενται σαν σε «επικίνδυνους», στη Βενεζουέλα υπήρξαν στιγμές που είδαμε την κυβερνητική εξουσία να ενισχύει την αλλαγή του ταξικού συσχετισμού υπέρ των εργαζομένων.

Ωστόσο δεν ήταν όλα καλά στη Βενεζουέλα του Τσάβες. Μαζί με τις στιγμές που λειτούργησε ως «κυβέρνηση ταξικής πάλης», υπήρξαν και πολλές στιγμές που αυτοπεριορίστηκε στο «ρεαλισμό». Σε αντίθεση με όσα του καταλογίζουν επικριτές του από τα δεξιά, η κυβέρνησή του ήταν πολύ ανεκτική απέναντι στους καπιταλιστές. Οι ιδιώτες εξακολουθούν να έχουν τον έλεγχο του μεγαλύτερου μέρους της οικονομίας.

Αυτό έχει συγκεκριμένες πρακτικές συνέπειες, όπως το να διαιωνίζεται η εκμετάλλευση της μεγάλης πλειοψηφίας των φτωχών εργαζομένων και η δυνατότητα των αστών να «σαμποτάρουν» την οικονομία (το κρύψιμο τροφίμων έχει γίνει σχεδόν καθημερινότητα), όπως και οι πιέσεις των νόμων της «αγοράς» τόσο στα εργατικά δικαιώματα όσο και στην οικονομική πολιτική της κυβέρνησης. Κάθε ριζοσπαστική πολιτική ερχόταν είτε μετά από την ασφυκτική πίεση των «από κάτω» είτε ως «έσχατο μέσο άμυνας» απέναντι στην καπιταλιστική επιθετικότητα.

Μπολιμπουρζουαζία
Η άλλη διάσταση των προβλημάτων συνοψίζεται σε μια ευφυή λέξη του βενεζουελανικού λαού: «μπολιμπουρζουαζία». Έτσι ονομάζεται η ανώτερη κομματική και κρατική γραφειοκρατία.

Δεν είναι λίγες οι φορές που οι «σύντροφοι υπουργοί» ζητάνε «διάλογο», ενώ οι εργάτες δίνουν αγώνα ζωής ή θανάτου ενάντια στο αφεντικό τους, ή που οι «σύντροφοι κυβερνήτες» στέλνουν την αστυνομία σε απεργούς. Τέτοιες συγκρούσεις συνήθως επιλύονταν με παρέμβαση του Τσάβες, ο οποίος έπαιρνε το μέρος των εργατών και ταυτόχρονα «έσωζε το τομάρι» των γραφειοκρατών.

Αυτός ο «εμφύλιος» στις γραμμές του «τσαβισμού» έχει τεράστια σημασία να εξηγηθεί. Τα ηγετικά στελέχη δεν είναι «προδότες», ούτε η συμπεριφορά τους εξηγείται αποκλειστικά από τον προσωπικό πλουτισμό και τα προνόμια των υψηλών θέσεων. Λατινοαμερικάνοι μαρξιστές έχουν επισημάνει ότι πρόκειται για δύο ανταγωνιστικές πολιτικές αντιλήψεις ανάμεσα στους από κάτω και την κυβέρνηση.

Η «μπολιμπουρζουαζία» αποτελείται από στελέχη που επιχειρούν να χαράξουν «εθνική οικονομική πολιτική» στα υπαρκτά οικονομικά πλαίσια. Έτσι αρκετές φορές οι ανάγκες των από κάτω ήρθαν σε σύγκρουση με τα κυβερνητικά σχέδια «ανασυγκρότησης της οικονομίας» (π.χ. η παλιότερη σύγκρουση ανάμεσα στους εργαζόμενους της ηλεκτρικής εταιρείας και της κρατικής διοίκησης για τις προτεραιότητες στη διάθεση του ρεύματος).

Οι προτεραιότητες της κομματικής-κρατικής γραφειοκρατίας, που σαμπόταρε συχνά το κίνημα από τα κάτω, είναι μια βασική αιτία που η «Διαδικασία» δεν έχει προχωρήσει όσο θα μπορούσε.

Παρά τις δυσκολίες θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι η Βενεζουέλα «προχωρά αργά, αλλά θα φτάσει μακριά» κι αυτός είναι ο δρόμος που πρέπει να επιλέξουμε. Ο Τζέφρει Γουέμπερ, που μελετά στενά τις εξελίξεις στη Βενεζουέλα, έγραψε μετά το θάνατο του Τσάβες ότι στη Βενεζουέλα διεξάγεται μια ταξική πάλη που καταλήγει στο «όλα ή τίποτα» («ή εμείς ή αυτοί» όπως λέει το σύνθημα του ΣΥΡΙΖΑ), αλλά το πετρέλαιο «έκρυψε» και «επιβράδυνε» αυτή την πραγματικότητα.

Το πετρέλαιο (και μια σειρά άλλοι παράγοντες, όπως η ηπιότητα της κρίσης στη Λατινική Αμερική και η τόνωση που προκάλεσε στις εξαγωγές η αυξανόμενη ζήτηση από την Κίνα την περίοδο 2008-2010) έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη μακροχρόνια συνύπαρξη τόσο αντιφατικών τάσεων στην Βενεζουέλα και έδωσε τη δυνατότητα και την πολυτέλεια στον Τσάβες να προχωρά «σταδιακά» το σχέδιό του.

Μοντέλο;
Μια επανάληψη αυτής της ταξικής σύγκρουσης «σε αργή κίνηση» είναι σχεδόν αδύνατη σε άλλη χώρα. Πόσο μάλλον στην Ευρώπη και την Ελλάδα της κρίσης. Το «μπρα-ντε-φερ» που εξελίσσεται εδώ και 15 χρόνια στη Βενεζουέλα, εδώ θα παιχθεί σε μήνες. Ένα «2002-2003» είναι πιο πιθανό στη σημερινή ευρωπαϊκή πραγματικότητα από τη μεριά των «από πάνω» και για μια αντίστοιχη απάντηση πρέπει να ετοιμαζόμαστε οι «από κάτω».

Παράλληλα, ο Τσάβες μπορεί να άνοιξε τη συζήτηση για το «σοσιαλισμό του 21ου αιώνα», αλλά η Βενεζουέλα δεν είναι «μοντέλο σοσιαλισμού», ο οποίος (όπως έχει ξεκαθαριστεί από την εποχή του Μαρξ και του Ένγκελς) προϋποθέτει την εργατική δημοκρατία. Όπως είχε πει συνδικαλιστικής της σοσιαλιστικής τάσης Marea του PSUV, απαντώντας στον ισχυρισμό του Τσάβες ότι η κυβέρνησή του είναι «εργατική»: «Και πού είναι οι μηχανισμοί με τους οποίους οι εργάτες θα αποφασίσουν αν θα συνεχίσουμε να πληρώνουμε τα δάνεια στο ΔΝΤ;».