Η  ομιλία του Αλέξη Τσίπρα στη ΔΕΘ ήταν άλλη μια απόδειξη της ρήξης του ΣΥΡΙΖΑ με την Αριστερά, πόσο μάλλον με τη ριζοσπαστική Αριστερά.

Στην ομιλία του κυριάρχησε η υπεράσπιση της προηγούμενης κυβερνητικής πολιτικής, η οικοδόμηση του αέρα μιας «σοβαρής» αντιπολίτευσης και τα επιλεκτικά ανοίγματα σε επιχειρηματίες. Καμία κουβέντα για οργάνωση αγώνων, στήριξη των συνδικάτων και ενίσχυση των νέων κινημάτων.
Ίδια συνταγή
Από το βήμα της ΔΕΘ ο Τσίπρας ξεκίνησε μιλώντας για τα όσα πέτυχε η κυβέρνησή του από τον Ιούλιο του 2015 και έπειτα. Το χρονικό σημείο από το οποίο επέλεξε να κάνει τον κυβερνητικό απολογισμό του δεν είναι καθόλου τυχαίο. Η μνημονιακή μεταστροφή του ΣΥΡΙΖΑ εκείνο το καλοκαίρι έμελλε να αλλάξει ριζικά την πολιτική του κόμματος, αλλά και να μετατοπίσει δεξιότερα το κέντρο βάρους της πολιτικής συζήτησης συνολικά. Ο Τσίπρας παρουσίασε σαν κατακτήσεις τα ψίχουλα που έδωσε στους εργαζόμενους μέσα σε συνθήκες απόλυτης φτώχειας και υποτίμησης της εργατικής δύναμης.
Μίλησε για την ανθρωπιστική κρίση και την αντιμετώπισή της, την ώρα που ανθίζει η ανεργία, η μαύρη και ανασφάλιστη εργασία και η μετανάστευση των νέων στο εξωτερικό. Έκανε «ευαίσθητες» αναφορές στο προσφυγικό, όταν επί πρωθυπουργίας του συνέχισαν να υπάρχουν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, οι φράχτες, η FRONTEX και προστέθηκε στον κατάλογο και το ΝΑΤΟ στο Αιγαίο. Τόνισε τη στάση της κυβέρνησης στα ελληνοτουρκικά, υπερασπιζόμενος μια εθνική γραμμή που φλέρταρε με θερμά επεισόδια και στηριζόταν σε συμμαχίες με το κράτος τρομοκράτη του Ισραήλ και τις ΗΠΑ. Τέλος, στο πλαίσιο μιας  «αυτοκριτικής» αναγνώρισε ότι μπορούσε να έχει κάνει περισσότερα στα οικολογικά ζητήματα, χωρίς όμως ούτε μια αναφορά στις εγκληματικές συμβάσεις έρευνας και εκμετάλλευσης με τεράστιες εξορυκτικές εταιρίες στο Ιόνιο και την Κρήτη.
«Σοβαρή» αντιπολίτευση
Στην πραγματικότητα ο Τσίπρας επεδίωξε να οικοδομήσει ένα τελείως νέο προφίλ. Το προφίλ ενός νέου ισχυρού, δημοκρατικού πόλου της «προόδου» που δεν θα αρκείται στην «ανέξοδη, αδιέξοδη καταστροφολογία για μικροκομματικά οφέλη», όπως χαρακτηριστικά είπε. Με λίγα λόγια έδωσε διαπιστευτήρια νομιμοφροσύνης και πολιτικής μετριοπάθειας στην κυρίαρχη τάξη, έχοντας ως προκάλυμμα έναν απωθητικό πολιτικό πολιτισμό, απέναντι στο σύστημα που υποτίθεται ότι θα ανέτρεπε μερικά χρόνια πριν. Μάλιστα πλέον υιοθετεί ακόμη και την ίδια φρασεολογία με τους μνημονιακούς του αντιπάλους. Μίλησε για «θετική πορεία της χώρας και της οικονομίας, η οποία είναι αποτέλεσμα των θυσιών όλων μας». Μάλλον για τον Τσίπρα και τον νέο ΣΥΡΙΖΑ ίδιες θυσίες έκαναν οι απλοί εργαζόμενοι με τους επιχειρηματίες και το μεγάλο κεφάλαιο. Μάλλον το μνημόνιο που υπέγραψε δεν ήταν ένας μηχανισμός αναδιανομής του πλούτου προς όφελος των καπιταλιστών, αλλά μια αναγκαία πολιτική επιλογή.
Όμως τι συζήτηση μπορεί να γίνει, όταν ο ίδιος ο Τσίπρας ακόμη και τώρα θεωρεί ότι η χώρα βγήκε από τον μνημονιακό κλοιό τον Αύγουστο του 2018. Όταν ολόκληρες επικοινωνιακές καμπάνιες στήθηκαν γύρω από την έξοδο από τα μνημόνια και την επερχόμενη ανάπτυξη. Όλα αυτά σε μια περίοδο που η πλειοψηφία της κοινωνίας συνεχίζει να ζει υπό το καθεστώς της ανεργίας, της επισφάλειας και της έλλειψης προοπτικής. Ο αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ ισχυρίστηκε ότι θα αντιταχθεί στην οπισθοδρόμηση του Μητσοτάκη, χωρίς ίχνος συναίσθησης της οπισθοδρόμησης σε πολιτικό, κοινωνικό και κινηματικό επίπεδο επί της διακυβέρνησής του. Αυτός είναι ίσως και ο λόγος που ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί ή μάλλον δε θέλει να ερμηνεύσει την εκλογική του υποχώρηση. Το γεγονός ότι διέψευσε τις ελπίδες ενός κόσμου, που ήλπιζε ότι θα ζήσει καλύτερα και αντ’ αυτού βρέθηκε αντιμέτωπος με τις ίδιες πολιτικές. Ο ΣΥΡΙΖΑ, λοιπόν, συνεχίζει να επενδύει πολιτικά στο φόβο του λιγότερο κακού παρά στους αγώνες των μεγαλύτερων ανατροπών.
Νέες συμμαχίες
Η οικοδόμηση αυτού του νέου προφίλ, βέβαια, απαιτεί και τα ανάλογα ανοίγματα τόσο πολιτικά όσο και επιχειρηματικά. Αρκετά στελέχη του άλλοτε κραταιού ΠΑΣΟΚ, με προεξέχοντα τον Γιάννη Ραγκούση, χειροκρότησαν θερμά τον Τσίπρα, όταν μιλούσε για τον νέο μεγάλο προοδευτικό πόλο. Ο Τσίπρας έκανε λόγο για εναντίωση στις δυνάμεις του νεοφιλελευθερισμού και εθνικισμού στην Ευρώπη, χωρίς όμως να κατονομάσει μαζί με ποιους θα επιτευχθεί αυτή η πολιτική μάχη. Είναι σαφές ότι ο ΣΥΡΙΖΑ επιδιώκει να αποτελέσει τη γέφυρα ανάμεσα στο Κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς με την παραδοσιακή σοσιαλδημοκρατία και τους Πράσινους. Αυτό άλλωστε αποδεικνύει και το μετέπειτα ταξίδι του στην Ιταλία, προκειμένου να συμμετάσχει ως κεντρικός ομιλητής στο φεστιβάλ του ArticoloUno, ενός από τα κόμματα που συναπαρτίζουν τη νέα κυβέρνηση στην Ιταλία.
Στην ομιλία του στη ΔΕΘ, καλούμενος να παρουσιάσει τις νέες θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, δεν απέφυγε να χρησιμοποιήσει αόριστη συνθηματολογία και φρασεολογία, ικανή να αρέσει σε πολλαπλά ακροατήρια. Μίλησε για δίκαιη ανάπτυξη, οικοδόμηση νέου κοινωνικού κράτους, ψηφιοποίηση και εκσυγχρονισμό, διεύρυνση των δικαιωμάτων. Λόγια ικανά να σταθούν επάξια σε μια έκθεση ιδεών. Ο Τσίπρας αντίθετα επέλεξε να γίνει πιο συγκεκριμένος, όταν έπρεπε να ταχθεί υπέρ συγκεκριμένων επιχειρηματικών πρωτοβουλιών. Όταν, χρησιμοποιώντας βαρύγδουπες εκφράσεις, δήλωσε ότι σκοπός του είναι η Θεσσαλονίκη να γίνει η πρωτεύουσα των Βαλκανίων, μέσα από επενδύσεις και ανάπτυξη. Το ίδιο έγινε και όταν μίλησε για ολική ανάπτυξη της περιοχής της Τούμπας, λέγοντας ότι εκείνος πρώτος βοήθησε να προχωρήσουν οι διαδικασίες για το νέο γήπεδο του Σαββίδη.
Με τη συνολική παρουσία του στη ΔΕΘ ο Τσίπρας κατέστησε σαφές ότι δεν σκοπεύει να κάνει αντιπολίτευση δρόμου και αγώνων. Ο ίδιος επιχειρεί να εδραιώσει τον ΣΥΡΙΖΑ στη συνείδηση του κόσμου ως το νέο μαζικό σοσιαλφιλελεύθερο κόμμα, το οποίο ασκώντας «σοβαρή» και συνετή αντιπολίτευση, θα εναλλάσσεται στην εξουσία με τη ΝΔ, αναβιώνοντας τον άλλοτε ισχυρό δικομματισμό. Αυτό μάλιστα προσπαθεί να το πετύχει μέσα από συμμαχίες με συγκεκριμένα κομμάτια του ελληνικού αστισμού και ευρύτερες ευρωπαϊκές ιδεολογικοπολιτικές συγκλίσεις. Η ουσία είναι ότι απέναντι στο ξαναζεσταμένο φαγητό που σερβίρει ο Τσίπρας, η ριζοσπαστική Αριστερά και ο κόσμος της εργασίας πρέπει να ξαναπιάσουν το νήμα των αγώνων και των διεκδικήσεων. Μόνο έτσι μπορεί η κοινωνική πλειοψηφία να απεγκλωβιστεί από ψευτοδίπολα και να διεκδικήσει τη ζωή της από την αρχή.