Σε μια προσπάθεια εξωραϊσμού της πολιτικής της και μείωσης του πολιτικού κόστους ενόψει εκλογών, η κυβέρνηση έχει επιδοθεί σε μια επικοινωνιακή εκστρατεία προκειμένου να αποφύγει τις πρόσθετες κοινωνικές «αναταράξεις» από το νέο νομοσχέδιο που προωθεί προς ψήφιση για τους δανειολήπτες και τα υπερχρεωμένα από τις συνέπειες των μνημονίων νοικοκυριά.

Στην πραγματικότητα αυτό που συμβαίνει είναι ότι η κυβέρνηση προετοιμάζει εντατικά την «τελική λύση» των δεκάδων χιλιάδων πλειστηριασμών και εξώσεων μέσα στο 2019-2020, καθώς το νέο νομοσχέδιο είναι σαφώς χειρότερο από τον «κουτσουρεμένο» από τον Σταθάκη και εξαρχής ανεπαρκή νόμο «Κατσέλη», η ισχύς του οποίου έληξε επίσημα στα τέλη του Φεβρουαρίου. Ο νόμος «Κατσέλη», παρότι παρείχε εξαιρετικά ισχνή και περιορισμένη κάλυψη στους υπερχρεωμένους οφειλέτες, διατηρούσε ωστόσο κάποιας μορφής προστασία για τους «συνεπείς», που είχαν ήδη ενταχθεί στο πλαίσιό του και κατάφερναν να πληρώνουν στην ώρα τους και χωρίς να παραλείψουν καμία δόση.
Μία από τις κύριες αλλαγές που επιφέρει το νέο νομοθετικό πλαίσιο για τη ρύθμιση των «κόκκινων» δανείων είναι η αντικατάσταση του ανεξάρτητου τρίτου δικαστή από ένα σύστημα ηλεκτρονικού εξωδικαστικού συμβιβασμού, δηλαδή τη μεταφορά της συνολικής διαδικασίας για την «επιλεξιμότητα» και τους όρους της στις ίδιες τις τράπεζες, που, διαμέσου μιας ηλεκτρονικής πλατφόρμας, θα αποφασίζουν για τα δάνεια που θα κουρεύονται και θα επιλέγουν το ποια νοικοκυριά και με ποιους όρους θα εντάσσονται σε ρύθμιση.
Με βάση όσα είναι σήμερα γνωστά για το προωθούμενο νέο νομοθετικό πλαίσιο, το κριτήριο επιλεξιμότητας για την υπαγωγή των δανειοληπτών σε προστατευτικές ρυθμίσεις θέτει ως ανώτατο όριο συνολικής οφειλής τα 130.000 ευρώ, που υπολογίζεται ότι δεν θα καλύψει πάνω από 15% των οφειλετών. Συγχρόνως, η ρύθμιση του δανείου δεν θα γίνεται με οριζόντιο κούρεμα, αλλά με επέκταση του χρόνου αποπληρωμής του δανείου, ενώ δεν ορίζεται επακριβώς το πλαίσιο κριτηρίων με τα οποία  οι τράπεζες θα ρυθμίζουν τα δάνεια. Είναι έτσι προφανές ότι οι τράπεζες θα εντείνουν τον αποκλεισμό από κάθε προστασία των οφειλετών που θα κρίνουν ως μειωμένης δυνατότητας να εξυπηρετούν πλήρως τις δανειακές δόσεις τους.
Την ίδια ώρα, το νομοσχέδιο δεν περιλαμβάνει καμία πρόβλεψη για τον συσχετισμό της ρύθμισης με τις υπόλοιπες οφειλές του νοικοκυριού, με αποτέλεσμα ανεξάρτητες ρυθμίσεις να τρέχουν παράλληλα και ταυτόχρονα, καταργώντας στην πράξη και το όριο του ελάχιστου επιπέδου διαβίωσης που είχε θεσπιστεί.
Ενόψει εκλογών, το νομοσχέδιο που κατέθεσε η κυβέρνηση, προβλέπει, ως δήθεν αντίβαρο, την κρατική χρηματοδότηση της οφειλόμενης δόσης (που θα ορίζεται από την ίδια την τράπεζα) με 50 εκατομμύρια που θα χορηγούνται κατ’ έτος σε κάθε μία από τις συστημικές τράπεζες που θα ρυθμίζουν τα δάνεια, ανεξάρτητα από το ποσόν που πραγματικά θα απαιτείται για την κάλυψη όλων των δικαιούχων. Έτσι όμως θα τεθούν εκτός ρύθμισης όλοι οι πλεονάζοντες δικαιούχοι, όταν τα χρήματα θα έχουν εξαντληθεί, καθώς τα κριτήρια που αναφέρονται για την υπαγωγή στη χρηματοδότηση αφορούν μόνο στο δικαίωμα υποβολής της αίτησης και όχι στην ίδια τη χρηματοδότηση. Αυτό σημαίνει ότι οι συστημικές τράπεζες θα είναι τελικά οι μεγάλες κερδισμένες και από την πολυδιαφημισμένη κρατική «χρηματοδότηση», που συνιστά στην ουσία μία ακόμα έμμεση ανακεφαλαιοποίησή τους.
Για να περιορίσει τις εκλογικές απώλειες που αναπόφευκτα συνεπάγεται γι’ αυτήν η τήρηση των συνεχιζόμενων μνημονιακών της δεσμεύσεων έναντι της ΕΚΤ, της ΕΕ και των «θεσμών», η κυβέρνηση καταβάλλει εναγώνιες προσπάθειες να παραπληροφορήσει για το περιεχόμενο του νομοσχεδίου που καταθέτει και να αναβάλλει τις μαζικές εξώσεις, που προβλέπονται για αμέσως μετά τις εκλογές. Είτε είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, είτε η ΝΔ το κόμμα που θα αναλάβει τη διακυβέρνηση. Παράλληλα, χρησιμοποιώντας σε αγαστή σύμπνοια για το σκοπό αυτό τα μνημονιακά ΜΜΕ, έχει επιδοθεί σε μία προσπάθεια κατασυκοφάντησης του κινήματος κατά των πλειστηριασμών, που συνοδεύεται πλέον από ένα κύμα άγριας δικαστικής καταστολής του.

Π ολλοί αγωνιστές/στριες που παλεύουν για τη διάσωση της λαϊκής κατοικίας και περιουσίας, έχουν δεχθεί κλήσεις απολογίας τους στον ανακριτή. Διώξεις έχουν μάλιστα ασκηθεί και για τα γεγονότα του Ειρηνοδικείου, όπου τα ΜΑΤ και τα ΕΚΑΜ προχώρησαν στην πρωτοφανή –και απαγορευμένη– εκτεταμένη χρήση δακρυγόνων/ασφυξιογόνων σε εσωτερικό χώρο.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, που επιδιώκει να αυτοπροβάλλεται ως ο δήθεν προοδευτικός πόλος της εξουσίας έναντι της ΝΔ, καταπατάει κάθε έννοια δημοκρατίας, προχωρώντας ακόμα και στην πρωτοφανή δίωξη των κεντρικότερων στελεχών ενός νόμιμου δημοκρατικού κόμματος, του Γραμματέα της Λαϊκής Ενότητας, Παναγιώτη Λαφαζάνη, και του Συντονιστή του Πολιτικού της Συμβουλίου, Στάθη Λεουτσάκο. Επιδιώκει έτσι, αφενός να θέσει σε πραγματική και συμβολική δικαστική προεκλογική ομηρία αγωνιστές της ριζοσπαστικής Αριστεράς και αφετέρου να τρομοκρατήσει το κίνημα κατά των πλειστηριασμών, για να αποτρέψει τις αντιδράσεις που θα πυροδοτήσουν στο μέλλον οι μαζικές εξώσεις.  

Οι διώξεις τους είναι καταδικασμένες να πέσουν στο κενό, γιατί δεν τρομοκρατούν κανέναν και καμία.
Η απάντηση του κινήματος για την υπεράσπιση της λαϊκής κατοικίας και περιουσίας δεν μπορεί παρά να είναι, ακόμα πιο μαζικά και πιο διευρυμένα, η απάντηση που ήδη δόθηκε τη Δευτέρα 25/2, όταν μέλη της δημοτικής παράταξης Κόντρα στο Ρεύμα, της Ενωτικής Πρωτοβουλίας κατά των Πλειστηριασμών, της ΛΑΕ και γείτονες έδιωξαν τον δικαστικό επιμελητή, που είχε πάει για να κάνει έξωση από το ελάχιστων τετραγωνικών μαγαζάκι συμπολίτη μας στη Νίκαια, μαζί με τις δυνάμεις των αστυνομικών της ΔΙΑΣ που τον συνόδευαν, με την παρουσία του διοικητή τους. Αποτρέποντας, επίσης, την παράνομη σύλληψη αλληλέγγυου πολίτη που είχε προσαχθεί στο αστυνομικό τμήμα.
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι παρά η ανάπτυξη των κοινωνικών αγώνων στις γειτονιές και όπου αλλού χρειάζεται, ενάντια στα μνημόνια και στις σκανδαλωδώς ανακεφαλαιοποιημένες τράπεζες, για μια ευρεία διαγραφή των χρεών των λαϊκών οικογενειών, για την κατοχύρωση της προστασίας της πρώτης κατοικίας και του δικαιώματος στη στέγη.
Η Ενωτική Πρωτοβουλία κατά των πλειστηριασμών και άλλες συλλογικότητες καλούν σε κινητοποίηση την ημέρα της ψήφισης του νόμου (πιθανότατα Πέμπτη 7/3), στις 6μμ, σε συγκέντρωση στην πλατεία Μοναστηρακίου και πορεία προς τη Βουλή.