Στις 14 Μάρτη εκτοξεύτηκαν δύο ρουκέτες από τη Γάζα προς το Τελ Αβίβ. Η Χαμάς, αλλά και η Ισλαμική Τζιχάντ, δεν ανέλαβαν την ευθύνη κι επιπλέον πήραν πολιτικές αποστάσεις («εκτός εθνικής συναίνεσης η εκτόξευση ρουκετών σε αυτή τη συγκυρία»). Ενώ ο ισραηλινός στρατός ισχυρίστηκε ότι μάλλον επρόκειτο για ατύχημα που συνέβη κατά τη διάρκεια εργασιών συντήρησης των ρουκετών, ένας ισχυρισμός που δεν έχει διαψευστεί από κανένα.

Το εξοργιστικό είναι ότι παρ’ όλα αυτά, ο ισραηλινός στρατός, ο ίδιος που απέδωσε την ενέργεια σε λάθος, αποφάσισε να απαντήσει, χτυπώντας σε μια νύχτα 100 στόχους στη Λωρίδα της Γάζας. Η πολεμική μηχανή του Ισραήλ δεν κρατά πλέον ούτε τα ελάχιστα προσχήματα κι εξαπολύει βομβαρδισμούς απλά «γιατί μπορεί».
Το περιστατικό, αν και αποκλιμακώθηκε σύντομα, υπενθύμισε ότι η περιοχή κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή με ανάφλεξη για ψύλλου πήδημα. Ενώ και σε «μη-εμπόλεμες» συνθήκες, τα εγκλήματα συνεχίζονται: λίγες μέρες πριν, ένας ακόμα Παλαιστίνιος δολοφονήθηκε και 40 τραυματίστηκαν στη διάρκειας μιας (ακόμα) διαδήλωσης στο φράχτη της Γάζας. 
Στη διάρκεια της Μεγάλης Πορείας της Επιστροφής, που στις 30 Μάρτη συμπληρώνει ένα χρόνο εβδομαδιαιών διαδηλώσεων, έχουν δολοφονηθεί 267 Παλαιστίνιοι. 
Η ανυπότακτη Γάζα παραμένει ο μεγάλος πονοκέφαλος του Ισραήλ. Τα 100 χτυπήματα ερμηνεύονται από πολλούς και ως τμήμα της προεκλογικής εκστρατείας του Νετανιάχου, ο οποίος πιέζεται από τα (ακρο)δεξιά του ως πολύ… μαλακός απέναντι στη Χαμάς! Άλλωστε με αυτή την κατηγορία προκλήθηκαν οι εκλογές (που θα γίνουν στις 9 Απρίλη), όταν ο «αραβοφάγος» Λίμπερμαν απέσυρε τη στήριξή του στην κυβέρνηση. 
Είναι τραγικό ότι η έκταση της βάρβαρης επιθετικότητας ενάντια στον πολύπαθο λαό της Γάζας αποτελεί αντικείμενο προεκλογικής πλειοδοσίας στο Ισραήλ. Το ευχάριστο είναι ότι ο Νετανιάχου διστάζει να πάει (προεκλογικά) σε ανοιχτό πόλεμο, όπως ζητούν οι πλέον θερμόαιμοι. Προφανώς όχι από κάποια ευαισθησία. Είναι γνωστό «γεράκι», από αυτά που συνηθίζουν να χρησιμοποιούν το παλαιστινιακό αίμα ως προεκλογικό «επιχείρημα» απέναντι σε μια ισραηλινή κοινωνία που μετατοπίζεται όλο και δεξιότερα. Τι άλλαξε σε αυτές τις εκλογές; Ότι ο Νετανιάχου φοβάται το ενδεχόμενο ήττας ή αποτυχίας σε έναν πόλεμο με τις παλαιστινιακές οργανώσεις αντίστασης, που θα τον καταδικάσει εκλογικά. Με αυτή την έννοια οι δισταγμοί του Νετανιάχου είναι «ευχάριστο» νέο, υπογραμμίζουν ότι η Γάζα εκτός από πολύπαθη, είναι και αδάμαστη. 
Στο μεταξύ, η προεκλογική περίοδος σημαδεύτηκε από την απόπειρα του Εκλογικού Συμβουλίου να απαγορεύσει τη συμμετοχή σε ένα από τα δύο βασικά αραβικά κόμματα (το Ρα’άμ Μπαλάντ) όπως και στον Οφέρ Κασίφ, τον Εβραίο υποψήφιο του άλλου πλειοψηφικά αραβικού κόμματος (Χαντάς). Αν και το Μπαλάντ και ο Κασίφ κέρδισαν τις εφέσεις τους στο Ανώτατο Δικαστήριο, η απόπειρα υπήρξε ενδεικτική του δηλητηριασμένου κλίματος. Ο Νετανιάχου, απαντώντας σε κριτικές της Ισραηλινής ηθοποιού Ρότεμ Σέλα (για τον διαβόητο ρατσιστικό Νόμο Εθνικότητας), δήλωσε ωμά ότι «το Ισραήλ δεν είναι κράτος όλων των πολιτών του». Παρεμπιπτόντως, σε κάποιες χώρες της Δύσης, αν κάποιος ακτιβιστής συμμεριστεί αυτή την παραδοχή του Ισραηλινού πρωθυπουργού, κινδυνεύει πλέον να κατηγορηθεί για αντισημιτισμό. 
Ο Νετανιάχου δαιμονοποιεί τους Άραβες για να επιτεθεί στον «κεντρώο» αντίπαλό του Μπένι Γκαντζ, που τάχα θα συμμαχήσει μαζί τους. Ο Γκαντζ απαντά αρνούμενος μετά βδελυγμίας ότι θα καθίσει ποτέ στο ίδιο τραπέζι με τα αραβικά κόμματα. Και κυκλοφορεί προεκλογικά βίντεο στα οποία καυχιέται για την «ισοπέδωση της Γάζας πίσω στη λίθινη εποχή» το 2014 (πρώην στρατηγός ο… «κεντρώος»). Και ο ισραηλινός δημοσιογράφος Γκιντεόν Λεβί αναρωτιέται σαρκαστικά κι οργισμένα: «Γιατί δεν θέτουμε τους Άραβες οριστικά κι επίσημα εκτός νόμου; Έτσι κι αλλιώς είναι πολιτικά αποκλεισμένοι, λες κι έχουν χολέρα». 
Όλα τα παραπάνω θα αρκούσαν για να εισακουστούν οι χιλιάδες ακτιβιστές και οι δεκάδες καλλιτέχνες που σε Ιρλανδία, Ισλανδία, Ηνωμένο Βασίλειο, Αυστραλία, Πορτογαλία, Σουηδία κ.α. απαιτούν να μποϊκοταριστεί η φετινή Γιουροβίζιον ως «ξέπλυμα» των εγκλημάτων που γίνονται λίγο έξω από τον χώρο, όπου θα διεξάγεται, σαν να μην τρέχει τίποτα, η «γιορτή». Συναντούν «τοίχο», αλλά η δουλειά που κάνουν, είναι πολύτιμη…