Η νέα χρονιά ξεκίνησε, αλλά όχι με θετικούς οιωνούς για τη λειτουργία των ΑΕΙ και ΤΕΙ το επόμενο διάστημα.

Ο μεγαλειώδης και διαρκής απεργιακός αγώνας των διοικητικών υπαλλήλων των πανεπιστημίων υποχώρησε υπό την πίεση της κυβερνητικής και μιντιακής προπαγάνδας, καθώς και από την αδυναμία της Αριστεράς να τον συνδέσει με άλλους εργατικούς αγώνες της περιόδου.
 
Το πανεπιστήμιο, λοιπόν, άνοιξε όπως ήθελε ο υπουργός, οι αστοί δημοσιογράφοι και τα παραπαίδια του Σαμαρά στις σχολές. Το ερώτημα όμως παραμένει. Μπορεί το πανεπιστήμιο να λειτουργήσει επαρκώς και να καλύψει τις ανάγκες και του πιο φτωχού φοιτητή, όπως προστάζει ο υποτιθέμενος δημόσιος δωρεάν χαρακτήρας του;
 
Σίγουρα όχι. Η νεοφιλελεύθερη επίθεση που έχει εξαπολυθεί τα τελευταία χρόνια στη δημόσια δωρεάν εκπαίδευση από τις μνημονιακές κυβερνήσεις μας το επιβεβαιώνει διαρκώς. Οι απολύσεις των διοικητικών υπαλλήλων δεν κατέβηκαν από τον ουρανό, αλλά αντίθετα αποτελούν την κατάληξη της μνημονιακής εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης που αποτυπώθηκε τα προηγούμενα χρόνια με τους νόμους Διαμαντοπούλου και Αρβανιτόπουλου και με το σχέδιο Αθηνά.
 
Η συγκεκριμένη πολιτική έχει ως στόχο την πλήρη υποβάθμιση της δημόσιας δωρεάν εκπαίδευσης, που θα κλείνει το μάτι στα ιδιωτικά συμφέροντα. Ενδεικτικά με τις απολύσεις των διοικητικών υπαλλήλων, τα τμήματα της φυσικής, της  χημείας και της πληροφορικής θα μείνουν χωρίς κανένα διοικητικό υπάλληλο, ενώ άλλα, όπως της φαρμακευτικής και των χημικών μηχανικών, θα στελεχώνονται με ένα διοικητικό υπάλληλο.
 
Είναι προφανές πως οι γραμματείες δε θα μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες του πανεπιστήμιου χωρίς το απαραίτητο υπαλληλικό προσωπικό, ενώ οι βιβλιοθήκες, τα εργαστήρια και οι πανεπιστημιακές κλινικές θα ερημώσουν για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Το μεγαλύτερο κομμάτι των κτιριακών εγκαταστάσεων και του επιστημονικού εξοπλισμού θα μένει αφύλακτο και οι πανεπιστημιακές εγκαταστάσεις θα φθείρονται όλο και περισσότερο χωρίς την απαραίτητη φροντίδα. 
 
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον καλούνται να σπουδάσουν οι φοιτητές. «Το πανεπιστήμιο άνοιξε!» ζητωκραύγαζαν πρωτοετείς φοιτητές με το άνοιγμα των σχολών, όμως, αν αναλογιστεί κανείς τις συνέπειες της κυβερνητικής πολιτικής στο πανεπιστήμιο, μάλλον πρέπει να κραυγάσει για το αντίθετο.
 
Όλο αυτό το διάστημα τόσο τα κυβερνητικά γραφεία όσο και τα κυρίαρχα ΜΜΕ προωθούσαν μια διαρκή λασπολογία σε βάρος του απεργιακού αγώνα, προσπαθώντας να στοχοποιήσουν τους απεργούς διοικητικούς υπαλλήλους που μάχονταν για το αυτονόητο, δηλαδή για το δικαίωμά τους στην εργασία και το δημόσιο δωρεάν χαρακτήρα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
Παρά την αλληλεγγύη της ΑΡΕΝ και άλλων αριστερών πολιτικών δυνάμεων στον αγώνα των απεργών, πολλοί φοιτητές επιμένουν στη λύση του ατομικού δρόμου, υποτιμώντας την αξία της συλλογικής διεκδίκησης και την αξία της συμπόρευσης με τις διεκδικήσεις της εργατικής τάξης. Ιδιαίτερα μετά το πολύμηνο κλείσιμο των σχολών, μια μεγάλη μερίδα φοιτητών αναμένεται να είναι αρκετά προκατειλημμένη απέναντι στην Αριστερά και τις αγωνιστικές πρακτικές της.
 
Μπροστά σε αυτό το ενδεχόμενο η Αριστερά στα πανεπιστήμια δεν πρέπει να υιοθετήσει μια στάση υποχωρητικότητας και ηττοπάθειας, αλλά αντίθετα να επιδείξει ακόμη περισσότερο ριζοσπαστικά αντανακλαστικά. Πρέπει σε κάθε περίπτωση να προβάλλει το πανεπιστήμιο των αναγκών έναντι του πανεπιστημίου του κέρδους και να καταγγέλλει την όποια προσπάθεια εισαγωγής των ιδιωτών στα πανεπιστήμια.
 
Για να το πετύχει αυτό όμως θα πρέπει να έχει μια δυναμική παρουσία στους πανεπιστημιακούς χώρους μέσα από την ενεργοποίηση των συλλόγων και την επανατροφοδότηση των συλλογικών διαδικασιών. Η σύμπλευση με τους εργαζόμενους και η προσπάθεια συντονισμού των δράσεων μεταξύ τους είναι πολύ σημαντικό στοιχείο προώθησης τόσο των αιτημάτων των φοιτητών όσο και των εργαζομένων.
 
Η ΑΡΕΝ ακόμη και όταν άλλες αριστερές δυνάμεις πρότειναν άνοιγμα των σχολών, έμεινε πιστή στη συνέχιση του αγώνα και στην έμπρακτη στήριξή του και αυτό αποτελεί ένα πολύ καλό δείγμα μιας προσπάθειας που θα μπορούσε μελλοντικά να έχει και συνέχεια και αποτέλεσμα. Οι αγώνες δεν τελείωσαν, αλλά αντίθετα είναι μπροστά μας. Το δικό μας καθήκον είναι να τους οργανώσουμε όσο το δυνατόν καλύτερα.