Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο τεύχος 110 του περιοδικού «International Socialist Review», στα πλαίσια ενός ευρύτερου αφιερώματος με τίτλο «Πού βαδίζει ο καπιταλισμός;». Τη μετάφραση έκανε ο Μπάμπης Τσίτσιρας.

Η εξέλιξη του καπιταλισμού δεν υπήρξε ποτέ αρμονική. Από τις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα υπήρξαν τακτικές και επαναλαμβανόμενες περίοδοι ανάπτυξης και κάμψης. Αλλά η πτώση του 2008-2009, μετά τη διεθνή τραπεζική κατάρρευση, ήταν πολύ μεγάλη. Η Μεγάλη Ύφεση [ΣτΜ: Great Recession, η απότομη πτώση του ΑΕΠ εκείνη την περίοδο] ήταν η μεγαλύτερη από τη δεκαετία του 1930.
Ως αποτέλεσμα, όλες οι μεγάλες οικονομίες του κόσμου είδαν μια απότομη πτώση των εθνικών εισοδημάτων τους. Σε απάντηση, οι κυβερνήσεις εφάρμοσαν περικοπές στις δομές πρόνοιας και τις δημόσιες υπηρεσίες –η αποκαλούμενη «λιτότητα». Δεκάδες εκατομμυρίων ανθρώπων είδαν τη ζωή τους να καταστρέφεται, να χάνουν τις δουλειές και τα σπίτια τους. Υπήρξε μια διαρκής απώλεια στο επίπεδο της ανθρώπινης ευημερίας, που δεν θα μπορέσει ποτέ να ανακτηθεί.
Η ανάκαμψη από αυτή τη Μεγάλη Ύφεση (Great Recession) ήταν απίστευτα αδύναμη. Η παραγωγή, η απασχόληση και τα εισοδήματα των ανθρώπων στις περισσότερες οικονομίες δεν έχουν ανακάμψει στο επίπεδο του 2007. Σύμφωνα με μια έκθεση των συμβούλων διαχείρισης της McKinsey, τα δύο τρίτα των νοικοκυριών στις είκοσι έξι χώρες του ΟΟΣΑ είχαν χαμηλότερο βιοτικό επίπεδο το 2015 σε σύγκριση με το 2005! Έτσι, αυτό δεν ήταν μια «συνηθισμένη» οικονομική ύφεση, αλλά μια «Μεγάλη Ύφεση» [ΣτΜ: Εδώ και στη συνέχεια του άρθρου, ο όρος είναι «Depression» και όχι «recession». Το δεύτερο περιγράφει τις περιστασιακές και βραχυχρόνιες υφέσεις στην οικονομία. Το πρώτο είναι πολύ ισχυρότερος όρος, που χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια διαρκέστερη και βαθύτερη κρίση στην οικονομία και την κοινωνία].
Μεγάλες Υφέσεις 
Σε μια «Μεγάλη Ύφεση», η ανάκαμψη είναι τόσο αδύναμη, ώστε οι οικονομίες για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα δεν επιστρέφουν στους ίδιους ρυθμούς ανάπτυξης ή ακόμη και στο επίπεδο παραγωγής που υπήρχε προηγουμένως. Αυτό δεν συμβαίνει πολύ συχνά. Στην ιστορία του καπιταλισμού υπήρξαν μόνο τρεις «Μεγάλες Υφέσεις» –στα τέλη του 19ου αιώνα, στη δεκαετία του ’30 και τώρα.
Η Μεγάλη Ύφεση της δεκαετίας του 1930 άρχισε με την κατάρρευση της χρηματιστηριακής αγοράς στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1929, παρόμοια με την κατάρρευση των στεγαστικών και πιστωτικών αγορών στις Ηνωμένες Πολιτείες το 2007. Μετά το κραχ του 1929, υπήρξε μια παρατεταμένη περίοδος χαμηλής ανάπτυξης και μαζικής ανεργίας. Αυτό αντιστράφηκε, όταν οι ΗΠΑ μπήκαν στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι κυβερνητικές επενδύσεις ανέλαβαν δράση, πράγμα που τελικά οδήγησε σε μια «οικονομία πολέμου».
Η σύντομη περίοδος από το 1945 έως τα μέσα της δεκαετίας του 1960, η επονομαζόμενη «χρυσή εποχή» του καπιταλισμού, ήταν μια μοναδική εξαίρεση. Υπήρξε αρκετά καλή ανάπτυξη, περισσότερο ή λιγότερο πλήρης απασχόληση στις προηγμένες καπιταλιστικές οικονομίες και πολλές χώρες ήταν σε θέση να παραχωρήσουν ένα κράτος πρόνοιας, δωρεάν εκπαίδευση και υπηρεσίες υγείας, κρατικά προγράμματα στέγασης, αξιοπρεπείς συντάξεις κλπ.
Κρίσεις γεννημένες από 
φθίνουσα κερδοφορία

Η υγεία της καπιταλιστικής οικονομίας εξαρτάται από το τι συμβαίνει στην κερδοφορία του κεφαλαίου. Στην Ευρώπη, στο τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ως αποτέλεσμα της φυσικής καταστροφής των περισσότερων παλαιών μηχανημάτων και εγκαταστάσεων και της δημιουργίας ενός τεράστιου όγκου εργατικού δυναμικού που ήταν διαθέσιμο σε φθηνές τιμές, η κερδοφορία εκτοξεύτηκε. Ταυτόχρονα η Ευρώπη έπαιρνε φτηνή (ακόμη και δωρεάν) πίστωση από τις ΗΠΑ.
Το ίδιο ίσχυσε για την Ιαπωνία. Στις ΗΠΑ, οι νέες τεχνολογίες σε συνδυασμό με τα υψηλά κέρδη και το εργατικό δυναμικό που επέστρεφε από τον πόλεμο κι εντασσόταν και πάλι στην παραγωγή έκαναν δυνατή την επίτευξη ταχείας ανάπτυξης. Σε συνθήκες πλήρους απασχόλησης, το εργατικό κίνημα ήταν σε θέση να κερδίσει κοινωνικές παραχωρήσεις από την καπιταλιστική τάξη, η οποία μπορούσε να τις αντέξει οικονομικά.
Αλλά καθώς ο καπιταλισμός συσσωρεύει κεφάλαιο, υπάρχει μια τάση για πτώση της κερδοφορίας (πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους). Οι κρίσεις συμβαίνουν πιο συχνά και με μεγαλύτερη ένταση. Αυτή είναι η θεωρία του Μαρξ για τις κρίσεις. Στα μέσα της δεκαετίας του 1960, η κερδοφορία άρχισε να πέφτει αρκετά απότομα και αυτή η πτώση συνεχίστηκε μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’80.
Οι μεγάλες υφέσεις (great recessions) στα μέσα της δεκαετίας του ’70 και στις αρχές της δεκαετίας του ’80 συνέθλιψαν την απασχόληση στον τομέα της μεταποίησης και το εργατικό κίνημα, το οποίο δέθηκε χειροπόδαρα και ηττήθηκε στους αγώνες του. Ο καπιταλισμός ήταν στη συνέχεια σε θέση να αντιστρέψει πολλές από τις κατακτήσεις της «χρυσής εποχής» μέσω περικοπών δημοσίων δαπανών, ιδιωτικοποιήσεων, άρσης κάθε προστασίας των εργασιακών σχέσεων και μέσω της παγκοσμιοποίησης. Αυτή ήταν η λεγόμενη νεοφιλελεύθερη περίοδος.
Νεοφιλελεύθερη επέκταση και χρηματιστικοποίηση
Ωστόσο, η κερδοφορία παρέμεινε σχετικά χαμηλή στους παραγωγικούς τομείς στις προηγμένες οικονομίες. Έτσι, τα κεφάλαια μετατοπίστηκαν περισσότερο στον χρηματοπιστωτικό τομέα, όπου θα μπορούσαν να αποφέρουν μεγαλύτερα κέρδη (ακόμα και αν αυτά τελικά αποδείχθηκαν πλασματικά). Οι παραγωγικές επενδύσεις ως ποσοστό της οικονομικής παραγωγής μειώθηκαν. Η «χρηματιστικοποίηση» ήταν ένα σύμπτωμα της αδυναμίας αύξησης της κερδοφορίας του παραγωγικού κεφαλαίου.
Σε αυτή την περίοδο, οι ΗΠΑ έχασαν σχετικώς σε οικονομική ισχύ. Έχασαν το μερίδιό τους στην παγκόσμια μεταποιητική παραγωγή πρώτα από τη Γερμανία, στη συνέχεια από την Ιαπωνία και τέλος από την Κίνα. Ακόμη και στις υπηρεσίες και την τεχνολογία, οι ΗΠΑ αυτή τη στιγμή χάνουν έδαφος. Αλλά εξακολουθούν να έχουν έναν τεράστιο χρηματοπιστωτικό τομέα, ο οποίος ελέγχει τα χρηματικά κεφάλαια σε όλο τον κόσμο. Και είναι μακράν η μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη.
Αυτό εξασφαλίζει στις ΗΠΑ τη συνέχεια της ηγεμονίας τους. Αλλά η Μεγάλη Ύφεση σηματοδότησε το τέλος της περιόδου του «ελεύθερου εμπορίου» και της παγκοσμιοποίησης του κεφαλαίου. Τώρα εντείνονται οι αντιπαλότητες μεταξύ των μεγάλων οικονομικών δυνάμεων, ιδίως μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας.
Ο καπιταλισμός κάποια στιγμή τελικά θα ξεπεράσει αυτή την τρέχουσα «Μεγάλη Ύφεση». Στο παρελθόν, ο καπιταλισμός έβρισκε πάντοτε μια διέξοδο, αν μπορούσε να αποκαταστήσει ένα υψηλότερο ποσοστό κέρδους, όπως έπραξε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και στο τέλος της «Μεγάλης Ύφεσης» του 19ου αιώνα. Αλλά αυτό προϋποθέτει την καταστροφή ακόμα περισσότερου παλαιότερου κεφαλαίου, που δεν είναι πλέον κερδοφόρο. Και το σύστημα πρέπει επίσης να απαλλαγεί από πολλά χρέη, που δημιουργήθηκαν στη διάρκεια της «Mακράς Μεγάλης Ύφεσης» (Long Depression). Αυτό σημαίνει ότι μας περιμένουν νέες «βουτιές» της οικονομίας στο μέλλον, οι οποίες θα είναι σε βάρος των θέσεων εργασίας και των μέσων διαβίωσης.
Βγαίνοντας από τη Μακρά Μεγάλη Ύφεση 
Εάν οι εργαζόμενοι δεν ανατρέψουν τον καπιταλισμό και δεν τον αντικαταστήσουν με τον σοσιαλισμό, το σύστημα θα μπορούσε να βρει  μια νέα ανάσα ζωής. Θα μπορούσε να αρχίσει να χρησιμοποιεί νέες τεχνολογίες –ρομπότ, τεχνητή νοημοσύνη, «διαδίκτυο των πραγμάτων» κλπ.– για να αυξήσει την κερδοφορία. Επίσης, θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί νέες περιοχές του κόσμου, οι οποίες εξακολουθούν να έχουν μεγάλες ποσότητες φθηνού εργατικού δυναμικού.
Αλλά ακόμα και αν συμβεί αυτό, ο καπιταλισμός δεν πρόκειται να λύσει τα προβλήματά του επ’ αόριστον. Ο καπιταλισμός έχει να αντιμετωπίσει βασικές προκλήσεις κατά τα επόμενα 20 χρόνια. Υπάρχει μια δομική και μόνιμη επιβράδυνση στην αύξηση της παραγωγικότητας: ο καπιταλισμός αδυνατεί όλο και περισσότερο να επεκτείνει τις παραγωγικές δυνάμεις για να παράσχει αυτά που χρειάζονται οι άνθρωποι.
Επίσης, η ανισότητα στο εισόδημα και στον πλούτο διεθνώς έχει φτάσει σε επίπεδο που δεν έχουμε δει από τότε που ο Μαρξ έγραψε το «Κεφάλαιο». Αυτό αυξάνει ήδη τις κοινωνικές εντάσεις, αποδυναμώνει την επικρατούσα ως σήμερα μέθοδο πολιτικής διακυβέρνησης του καπιταλισμού και τρέφει τον «λαϊκισμό». Ακόμα υπάρχει η κλιματική αλλαγή και η υπερθέρμανση του πλανήτη, που απειλεί το μέλλον του ανθρώπινου είδους και του πλανήτη μέσα σε μια γενιά.
Είναι όλο και πιο δύσκολο για το κεφάλαιο να βρει μια νέα ανάσα ζωής. Στον κόσμο υπάρχουν πολύ λιγότερες περιοχές προς εκμετάλλευση που δεν είναι ήδη μέρος του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος. Ταυτόχρονα, το υποκείμενο της κοινωνικής αλλαγής και νεκροθάφτης  του καπιταλισμού, η εργατική τάξη, δεν ήταν ποτέ μεγαλύτερη παγκοσμίως στην ιστορία. Ο καπιταλισμός πλησιάζει την ημερομηνία λήξης του.