Οι πολιτικές δυνάμεις που φιλοδοξούν να εκπροσωπήσουν τώρα τον κόσμο του ΟΧΙ της 5ης Ιουλίου, οφείλουν αναγκαστικά να στοιχηθούν με αυτόν τον κόσμο, ή έστω με την πλειοψηφία του, έτσι ώστε να φέρουν τις διεκδικήσεις του στην κεντρική πολιτική σκηνή και να μετατρέψουν το κοινωνικό δυναμικό που εκφράζει σε πολιτική δύναμη.

Για να συμβεί όμως αυτό, θα πρέπει να έχουμε σαφή εκτίμηση για τη φύση του ΟΧΙ, για το πολιτικό περιεχόμενό του, για το «μήνυμα» του –διότι άλλες είναι οι ταξικές και πολιτικές συμμαχίες που κάνεις όταν εκτιμάς πως το ΟΧΙ εκφράζει μια κοινωνική πλειοψηφία στην οποία οι μόνοι που δεν ανήκουν είναι μια δράκα ξενόδουλων ολιγαρχών, και άλλες συμμαχίες κάνεις όταν εκτιμάς ότι δίπλα στην αστική τάξη στέκουν σαν σύμμαχοί της ευρύτερα κοινωνικά στρώματα και οι αστικές τάξεις της Ευρώπης.
Κοινωνική πλειοψηφία ή κοινωνικό μπλοκ εξουσίας;
Ο κόσμος της 5ης Ιουλίου, στην πλειοψηφία του, είναι ένα δυνητικά νέο κοινωνικό μπλοκ εξουσίας ανταγωνιστικό προς το κυρίαρχο κοινωνικό μπλοκ εξουσίας του κεφαλαίου και έχει στον πυρήνα του συγκεκριμένες, αριθμητικά υπέρτερες, κοινωνικές κατηγορίες: τους ανέργους, τη νεολαία και τους μισθωτούς του δημόσιου τομέα, και πάνω από όλους τους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα (με εξαίρεση το ανώτερο στελεχικό δυναμικό, που τάχθηκε καθαρά με τα αφεντικά στις κρίσιμες στιγμές της εβδομάδας του δημοψηφίσματος). Είναι ένα μπλοκ κοινωνικών δυνάμεων που αναδύθηκε μέσα από τον κοινωνικό πόλεμο που διεξάγουν μέσα στην κρίση οι συντεταγμένες, συνειδητές και επιθετικές δυνάμεις της ιδιοκτησίας και του κεφαλαίου στην Ελλάδα, εναντίον όσων ζουν ή προσπαθούν να ζήσουν από την εργασία τους.
Με άλλα λόγια, η κυρίαρχη αντίθεση της ελληνικής κοινωνίας στην παρούσα συγκυρία είναι η αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας, που παίρνει στη σημερινή συγκυρία τη μορφή της αντίθεσης νεοφιλελευθερισμού-υποτελών κοινωνικών τάξεων. Είναι η πάλη του κεφαλαίου να ισοπεδώσει έναν τύπο κοινωνίας και να ξαναχτίσει από την αρχή έναν άλλο, φτιαγμένο στα μέτρα των σημερινών αναγκών του. Είναι η πάλη των δυνάμεων της μισθωτής εργασίας, των ανέργων και της νεολαίας να αντισταθεί, και όπως μας έδειξε το δημοψήφισμα να αγωνιστεί και για ριζοσπαστικές αλλαγές. 
Το γεγονός ότι το πολιτικό μπλοκ του νεοφιλελευθερισμού, που πήρε τη μορφή του μπλοκ «Μένουμε Ευρώπη» στη διάρκεια της εβδομάδας του δημοψηφίσματος, βρίσκεται σε στενή σχέση και συμμαχία με τις ομόλογες πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις του νεοφιλελευθερισμού στις άλλες χώρες της Ευρωζώνης καθόλου δεν σημαίνει ότι η κυρίαρχη αντίθεση στην ελληνική κοινωνία είναι η αντίθεση «λαός-ιμπεριαλισμός». Ο λαός του ΟΧΙ δεν εκφράζει μια μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία που βρίσκεται αντιμέτωπη με τις «ξένες δυνάμεις» και μια μικρή ομάδα ολιγαρχών που είναι οι ντόπιοι σύμμαχοί τους. Εάν ήταν έτσι τα πράγματα, μια πολιτική τύπου ΕΑΜ θα έπρεπε να προκριθεί –αλλά η πραγματικότητα είναι αλλιώς.
Αυτό που συμβαίνει πραγματικά είναι ότι σε κάθε πλευρά της αντίθεσης κεφαλαίου-εργασίας (νεοφιλελευθερισμού-υποτελών κοινωνικών τάξεων) αντιστοιχεί το ευρωπαϊκό της αντίστοιχο: στο πλευρό των αστικών δυνάμεων της Ελλάδας βρίσκονται οι αστικές τάξεις της Ευρώπης, και τα δεινά που υφίστανται οι υποτελείς κοινωνικές τάξεις στην Ελλάδα είναι τα ίδια με αυτά που υφίστανται σε μικρότερο βαθμό (αλλά μικρότερο μόνον προς το παρόν) οι άλλες υποτελείς τάξεις της Ευρώπης. Το πρωτεύον δεν είναι η αντίθεση με τον ιμπεριαλισμό, είναι η αντίθεση με το κεφάλαιο, με την αστική τάξη και τους συμμάχους της, είτε αυτοί βρίσκονται στο εσωτερικό είτε στο εξωτερικό. Το πρωτεύον δεν είναι η εθνική κυριαρχία αλλά η ριζική ανατροπή του ταξικού συσχετισμού δυνάμεων, είναι η πάλη τάξης εναντίον τάξης. 
Για να κριθεί η εγκυρότητα των παραπάνω ισχυρισμών είναι αναγκαίο να εξετάσει κάποιος τη σχέση της μεγάλης και μεσαίας αστικής τάξης με τα μικροαστικά στρώματα, όχι με γενικές θεωρητικές αναφορές μόνο, αλλά και στις συγκεκριμένες συνθήκες της συγκεκριμένης κατάστασης στα χρόνια της μνημονιακής πολιτικής.
Το ζήτημα των μικροαστικών στρωμάτων
Τα παραδοσιακά μικροαστικά στρώματα των εμπόρων, των μικροϊδιοκτητών και της μικρής παραγωγής επλήγησαν κατά τη διετία 2010-2011 με την εφαρμογή του πρώτου μνημονίου εξαιτίας της δραματικής μείωσης της ζήτησης που οδήγησε σε πτώχευση πολλές μικρές επιχειρήσεις. Ωστόσο, η αστική τάξη αποκατέστησε τη συμμαχία της με τα παραδοσιακά μικροαστικά στρώματα το 2012, με το δεύτερο μνημόνιο που έκανε πραγματικότητα τα πιο ηδυπαθή όνειρα των μικρών αφεντικών: την πλήρη υποταγή των εργαζόμενων τάξεων στις απαιτήσεις του εργοδότη. Η κυβέρνηση της ΝΔ υλοποίησε τότε μια πολιτική συμμαχίας της αστικής τάξης με την παραδοσιακή (ή παλαιά) μικροαστική τάξη, με μέσο την ενσωμάτωση κρίσιμων και στρατηγικών συμφερόντων της στο Κράτος: κατακόρυφη πτώση των μισθών και απελευθέρωση της μαύρης εργασίας, νομιμοποίηση των πιο άγριων μορφών εκμετάλλευσης των μισθωτών, ανεξέλεγκτη φορολογική συμπεριφορά των μικρών επιχειρήσεων, κατάργηση των ωραρίων (ακόμη και του περιορισμένου ελέγχου που ασκούσε η Επιθεώρηση Εργασίας) και, σημαντικότερο όλων, ενσωμάτωση αυτών των αλλαγών σε θεσμούς. Έτσι, ενώ το πρώτο μνημόνιο βύθιζε στην κρίση τις μικρές επιχειρήσεις περιορίζοντας δραματικά τις πωλήσεις των προϊόντων τους και οδηγώντας πολλές από αυτές στη χρεοκοπία, με το δεύτερο μνημόνιο και τα νομοθετήματα που ακολούθησαν, η αστική τάξη έβαλε ξανά κάτω από τη φτερούγα της τα παραδοσιακά μικροαστικά στρώματα των μικρών επιχειρήσεων του εμπορίου, της μικρής ιδιοκτησιας, της φοροδιαφυγής και της αδήλωτης εργασίας, της εργοδοτικής αυθαιρεσίας και του δεσποτισμού του αφεντικού. Βεβαίως, αυτές οι διαπιστώσεις έχουν στατιστικό χαρακτήρα και δεν σημαίνουν ότι ο κάθε μικρός επιχειρηματίας ξεχωριστά βρίσκεται απέναντί μας. Ως μερίδα τάξης όμως, στην πλειονότητά τους, ανήκουν στο κοινωνικό μπλοκ εξουσίας της αστικής τάξης και των συμμάχων της.
Αλλά και με τη νέα μικροαστική τάξη των μισθωτών, των ανώτερων και μεσαίων στελεχών του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα, η αστική τάξη έχει ανασυγκροτήσει τις συμμαχίες της. Σε αντίθεση με την παλαιά μικροαστική τάξη των εμπόρων και της μικρής παραγωγής, που είναι μια τάξη δομικά συντηρητική, η νέα μικροαστική τάξη των πτυχιούχων, της ειδικευμένης διανοητικής εργασίας, που καταλαμβάνουν τις μεσαίες και ανώτερες θέσεις της ιεραρχίας των επιχειρήσεων και του Δημοσίου, που συχνά ασκούν επίβλεψη σε άλλους εργαζόμενους, που οργανώνουν και διευθύνουν την παραγωγή για λογαριασμό και στο όνομα του κεφαλαιοκράτη ή της κρατικής εξουσίας, που είναι γενικά κοσμοπολίτες και διαθέτουν κουλτούρα που τους επιτρέπει να γεύονται τα πολιτιστικά προϊόντα από όποια γωνιά της Γης και αν προέρχονται, είναι μια τάξη που δέχεται τις δυνάμεις της αλλαγής, είτε με τη μορφή των αριστερών ιδεών, είτε με τη μορφή του νεοφιλελευθερισμού, της σοσιαλδημοκρατίας κ.λπ. Πρόκειται επομένως για μερίδα της μικροαστικής τάξης με επαμφοτερίζουσα πολιτική συμπεριφορά, που εκφράζει όμως ιδεολογικά και πολιτικά κάθε μορφή «προόδου» (δηλαδή αλλαγής). 
Αυτός ο επαμφοτερίζων χαρακτήρας αυτών των στρωμάτων αφήνει γενικά ανοικτό το ζήτημα αν θα συμμαχήσει η μερίδα αυτή με τις δυνάμεις του κεφαλαίου ή με τις δυνάμεις της εργασίας. Αποφασίζει λοιπόν κάθε φορά η συγκυρία με ποιον θα πάνε και ποιον θα αφήσουν. Όπως μας έδειξε η εβδομάδα του δημοψηφίσματος του Ιουλίου, τα ανώτατα και ανώτερα διευθυντικά στελέχη των μεγάλων και μεσαίων ιδιωτικών επιχειρήσεων (ή μήπως και τα μεσαία;) τάχθηκαν αναφανδόν υπέρ των αφεντικών τους. 
Στην ίδια μερίδα της «νέας μικροαστικής τάξης» περιλαμβάνονται οι επαγγελματίες της ιδεολογίας, συγγραφείς και καλλιτέχνες της χρυσής εποχής του ελληνικού νεοφιλελευθερισμού και του lifestyle, οπαδοί του κοινωνικού δαρβινισμού διά των αγορών, και παρόμοιοι. Είναι η μερίδα εκείνη της μικροαστικής τάξης που έλαμψε διά της εκκωφαντικής παρουσίας της στις διαδηλώσεις των «Μένουμε Ευρώπη». 
Αυτές οι μερίδες της μικροαστικής τάξης κατοικούν σε συγκεκριμένες περιοχές της πόλης και από το χάρτη των αποτελεσμάτων γίνεται φανερό ότι ψήφισαν μαζικά «ναι» –είναι ο λαός του «Μένουμε Ευρώπη» και είναι ένας ολόκληρος λαός που ανήκει στο κοινωνικό μπλοκ εξουσίας της αστικής τάξης. Αυτοί δεν μπορούν να είναι οι σύμμαχοί μας στους νέους αγώνες που έχουμε μπροστά μας. Τα συμφέροντά τους είναι αλλού και εκπροσωπούνται τώρα πια όχι μόνο από τον Βαγγέλη Μεϊμαράκη στην πιο βάρβαρη έκφρασή τους αλλά και από τον Τσίπρα στην πιο εκλεπτυσμένη. Η παλιά μικροαστική τάξη και σημαντικές μερίδες της νέας μικροαστικής τάξης σιτίζονται στην αυλή του μεγάλου κεφαλαίου και εκπροσωπούνται πολιτικά από αυτό. Η μοναδική πολυπληθής μερίδα της μικροαστικής τάξης που έχει αποσπασθεί από το κοινωνικό μπλοκ εξουσίας του κεφαλαίου είναι οι μισθωτοί του δημόσιου τομέα (εξαιρώντας και πάλι τα ανώτερα στελέχη), που εξάλλου θα ήταν λογικό να τους κατατάσσουμε πλέον περισσότερο στο χώρο του ημι-προλεταριάτου και λιγότερο στα μικροαστικά στρώματα. 
Τάξη εναντίον τάξης
Ο κόσμος του ΟΧΙ της 5ης Ιουλίου, που είναι στην πλειοψηφία του ο δικός μας λαός, δεν είναι λοιπόν μια μάζα Ελλήνων ή πατριωτών χωρίς ανταγωνιστικές ταξικές σχέσεις στους κόλπους τους, η οποία βρίσκεται αντιμέτωπη με τον ιμπεριαλισμό. Είναι ένα εν δυνάμει κοινωνικό μπλοκ εξουσίας των υποτελών κοινωνικών τάξεων στο οποίο οι κύριες δυνάμεις είναι τα πέντε εκατομμύρια των μισθωτών του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα, των ανέργων και της νεολαίας. Απέναντι σε αυτό το μπλοκ στέκεται εχθρικά το κοινωνικό μπλοκ εξουσίας της μεγάλης και της μεσαίας αστικής τάξης, της παλιάς μικροαστικής τάξης του εμπορίου και των μικρών αφεντικών, της νέας μικροαστικής τάξης των ανώτερων στελεχών του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα.
Μοιραία, το περιεχόμενο του αγώνα μας δεν μπορεί παρά να είναι πρωτίστως ταξικό. Το πρωτεύον δεν είναι η αντίθεση με τον ιμπεριαλισμό, είναι η αντίθεση με το κεφάλαιο, με την αστική τάξη και τους συμμάχους της είτε αυτοί βρίσκονται στο εσωτερικό είτε στο εξωτερικό. Το πρωτεύον δεν είναι η εθνική κυριαρχία αλλά η ριζική ανατροπή του ταξικού συσχετισμού δυνάμεων, είναι η πάλη κοινωνικής τάξης εναντίον κοινωνικής τάξης –και κάθε τάξη έχει στην Ευρώπη τους δικούς της ταξικούς συμμάχους.