Η πρόσφατη απόφαση της μη έκδοσης των 8 Τούρκων στρατιωτικών και η αυξημένη συγκέντρωση πολεμικών πλοίων και αεροπλάνων γύρω από τα Ίμια έχουν κλιμακώσει επικίνδυνα τον ελληνοτουρκικό ανταγωνισμό στο Αιγαίο.

Εδώ και μέρες, πρώτο θέμα στα δελτία ειδήσεων αποτελεί το «σκηνικό έντασης» στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Φυσικά, πάντα ως αποτέλεσμα της τουρκικής προκλητικότητας και των «αναθεωρητικών» σχεδίων του «σουλτάνου». Τα καθεστωτικά ΜΜΕ, ως γνήσιος προπαγανδιστικός μηχανισμός της ελληνικής κυρίαρχης τάξης, κάνουν πως δεν βλέπουν τους τυχοδιωκτισμούς της κυβέρνησης Τσίπρα, που έχει εξελιχθεί στον καλύτερο σύμμαχο του δυτικού ιμπεριαλισμού στην περιοχή. 
Τα σόου με τα στεφάνια του Π. Καμμένου στα Ίμια, οι συνεχείς κομπασμοί των στελεχών του υπουργείου «Άμυνας» για το «αξιόμαχο των ενόπλων δυνάμεων» (σε αντιπαραβολή με τους «άπειρους» πιλότους των «απέναντι» μετά τις εκκαθαρίσεις στο τουρκικό στράτευμα), τα ελληνικά σχέδια εποικισμού βραχονησίδων, δεν αποτελούν αθώες στιγμές εθνικιστικής έπαρσης. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για κινήσεις υποδαύλισης της έντασης και εξυπηρέτησης μιας στρατηγικής βελτίωσης (γιατί όχι και ανατροπής...) των τωρινών ισορροπιών στο Αιγαίο, υπέρ του ελληνικού καπιταλισμού. 
Τη στιγμή που το τουρκικό κράτος έχει να αντιμετωπίσει μια σειρά «υπαρξιακά» ζητήματα που απειλούν τη συνοχή του (Συρία, Κουρδικό, επιδείνωση τουρκικής οικονομίας και σχέσεων με το ΝΑΤΟ), ορισμένοι στην Ελλάδα διαβλέπουν την τέλεια ευκαιρία για μια «ιστορική ρεβάνς» από τη γειτονική χώρα. Ο Τσίπρας τηλεφωνεί στη Μέρκελ για να «τραβήξει το αυτί» του Ερντογάν. Ο Καμμένος θεωρεί την ΕΕ και το ΝΑΤΟ «ασπίδα» έναντι των προσφυγικών ροών, ενώ σε κάθε ευκαιρία εκδηλώνει το θαυμασμό του για τον Τραμπ. Οι αμοραλιστές του Μαξίμου επιχειρούν να εκμεταλλευτούν την αστάθεια του τουρκικού καθεστώτος (με τις πλάτες ισχυρών διεθνών κέντρων), γι’ αυτό και τα εύσημα που εισπράττουν από γνωστούς πατριδοκάπηλους, όπως π.χ. οι υμνολογίες κάθε λογής τουρκοφάγων για τον Ν. Κοτζιά και τη στάση του στο Κυπριακό. 
Προφανώς και η Τουρκία δεν θα μπορούσε να μείνει «σιωπηλή» απέναντι σε αυτές τις επιδιώξεις, παρόλο που οι κινήσεις της τουρκικής κυβέρνησης έχουν ως κύρια στόχευση την αντιπαράθεση με τους κεμαλιστές στο εσωτερικό του τουρκικού κράτους και τις ΕΕ-ΗΠΑ, μετά και το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιούλη. Έτσι, στέλνει για πτήσεις τα δικά της μαχητικά στο Αιγαίο και στήνει ένα αντίστοιχο τηλεοπτικό σόου με τους αρχηγούς των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων στην επέτειο του «θερμού επεισοδίου» των Ιμίων, ενώ ο ΥΠ.ΕΞ. Μ. Τσαβούσογλου προειδοποιεί για την ύπαρξη «ατυχήματος». 

Η ελληνική κυβέρνηση οικοδομεί συστηματικά τον αντιδραστικό άξονα Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ με επίκεντρο τη διπλωματία των υδρογονανθράκων και των ΑΟΖ, πάντα σε σύμπνοια με τον αμερικανικό παράγοντα και πάντα με κατεύθυνση τον αποκλεισμό της Τουρκίας από την πρόσβαση στα επίμαχα κοιτάσματα, αδιαφορώντας για τους κινδύνους που εγκυμονεί μια τέτοια μεθόδευση για τους λαούς της γειτονιάς μας. Οι ήδη στενές σχέσεις της Ελλάδας με το κράτος του Ισραήλ αναμένεται να γνωρίσουν νέα ώθηση. Η εποχή Τραμπ προαναγγέλλει ακόμα πιο προκλητική στήριξη του ακροδεξιού Νετανιάχου από τις ΗΠΑ, άρα και περαιτέρω αποσταθεροποίηση μιας περιοχής που ήδη σπαράσσεται από τις αιματηρές συρράξεις και τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς. Κι όμως, οι «φωστήρες» του ΥΠ.ΕΞ. αδημονούν για τα οφέλη (!) από τον πολλαπλασιασμό των απειλών για την ειρήνη. Αυτό είναι το πλαίσιο της κατά τα άλλα «φιλειρηνικής εξωτερικής πολιτικής», όπως βαφτίζει η κυβερνητική αφήγηση την ταύτιση με τον δυτικό ιμπεριαλισμό και την αναδιανομή των συσχετισμών ισχύος στη ΝΑ Μεσόγειο. 
Το παιχνίδι «κυριαρχίας» στο Αιγαίο είναι άκρως επικίνδυνο, ειδικά στη σημερινή συγκυρία. Η Αριστερά οφείλει να το καταγγέλλει ανοιχτά, σε πλήρη διαχωρισμό με τους εθνικούς μύθους και τα δήθεν συμφέροντα «της χώρας μας». Με ανυποχώρητο μέτωπο κατά του πολέμου, του ιμπεριαλισμού και του ρατσισμού. Με επίμονη πάλη για την ειρήνη και τη συνεργασία των λαών στις δυο πλευρές του Αιγαίου, για την ενότητα και τους κοινούς αγώνες των «από κάτω» στην Αθήνα, την Άγκυρα, τη Λευκωσία. Πρώτα και κύρια ενάντια στους «δικούς τους» καπιταλιστές και τις κυβερνήσεις τους.