Η λέξη υπερ-φορολόγηση βρίσκεται στα χείλη όλων. Ο λόγος είναι απλός: η υπερ-φορoλόγηση είναι μια πραγματικότητα που επηρεάζει τη ζωή της μεγάλης πλειονότητας του πληθυσμού, και επομένως κανείς δεν μπορεί να την αγνοεί. Όμως, ποιος υπερφορολογείται και γιατί; Και ποια είναι τα κίνητρα όσων μιλούν ενάντια στην υπερφορολόγηση;

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή: η λεγόμενη «δημοσιονομική προσαρμογή» στα χρόνια των μνημονίων σήμαινε ταυτόχρονα αύξηση των δημοσίων εσόδων και μείωση των δημοσίων δαπανών. Οι δανειστές, ιδιαίτερα το ΔΝΤ, πίεζαν η αναλογία ανάμεσα στα δύο (αύξηση εσόδων - μείωση δαπανών) να είναι περίπου 1/3 προς 2/3. Πίεζαν δηλαδή για μεγαλύτερες περικοπές δαπανών και αναλογικά μικρότερη αύξηση των φόρων. Ο λόγος που ήθελαν ένα τέτοιο «μίγμα» είναι διπλός: αφενός λόγω νεοφιλελεύθερης ιδεολογικής προσήλωσης στη λιτότητα μέσω της μείωσης των δαπανών, αφετέρου επειδή τυχόν έμφαση στους φόρους θα δυσκόλευε τη μείωση των φορολογικών βαρών των καπιταλιστών. 
Τι εννοεί ο Μητσοτάκης
Καμία ελληνική κυβέρνηση δεν εφάρμοσε την αναλογία 1/3 προς 2/3 και ο λόγος ήταν επίσης απλός: δεν άντεχαν την κοινωνική κατακραυγή και την πολιτική φθορά ταχύτερων και μεγαλύτερης έκτασης περικοπών σε μισθούς, συντάξεις και κοινωνικές δαπάνες (υγεία, παιδεία). Ο Μητσοτάκης εξαπατά όταν ισχυρίζεται ότι τάχα η υπερ-φορολόγηση είναι «εφεύρεση» του ΣΥΡΙΖΑ: τα ίδια, αν και όχι στον ίδιο βαθμό, έκαναν πριν τον ΣΥΡΙΖΑ και οι Σαμαράς - Βενιζέλος. 
Πολύ απλά, ο Μητσοτάκης όταν μάχεται ενάντια στην υπερ-φορολόγηση, εννοεί ότι οι μνημονιακοί στόχοι για τα θηριώδη πρωτογενή πλεονάσματα πρέπει να είναι σεβαστοί, αλλά πρέπει ταυτόχρονα να επιτευχθούν με ακόμη μεγαλύτερες περικοπές δαπανών και λιγότερους φόρους - ώστε το τελικό ισοζύγιο φόρων και δαπανών να μένει το ίδιο. Εννοεί, λοιπόν, κατ’ αρχάς, μεγαλύτερες περικοπές σε συντάξεις, μισθούς, υγεία, παιδεία κ.λπ. Εννοεί όμως, ταυτόχρονα λιγότερους φόρους όχι γενικώς, αλλά ειδικώς για το κεφάλαιο. Δεν δήλωσε ούτε καν υπαινίχτηκε ποτέ αύξηση του αφορολόγητου (που αφορά τις εργαζόμενες τάξεις) ή μείωση των συντελεστών φορολόγησης για τα χαμηλά εισοδήματα. Δήλωσε όμως ευθαρσώς ότι θα μειώσει το φορολογικό συντελεστή των κερδών και τα φορολογικά βάρη στη «μεσαία τάξη». Τα φορολογικά μέτρα Σαμαρά το 2014 μας έδωσαν μια ιδέα πώς ορίζει η δεξιά τη μεσαία τάξη και τη μείωση των φορολογικών της βαρών: μείωση φόρων για εισοδήματα που είναι πολύ πάνω από τα εισοδήματα με τα οποία επιβιώνουν οι εργαζόμενες τάξεις.        
Το πρόγραμμα Μητσοτάκη «ενάντια στην υπερ-φορολόγηση» παραπέμπει στην πολιτική Τραμπ: ταχύτερες και μεγαλύτερες μειώσεις δημόσιων δαπανών για μισθούς, συντάξεις, κοινωνικά επιδόματα, υγεία, παιδεία – ταχύτερη και μεγαλύτερη «μείωση του σπάταλου κράτους», δηλαδή μεγαλύτερης έκτασης ιδιωτικοποιήσεις.   
Τι εννοεί και τι κάνει 
η κυβέρνηση

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, υποχρεωμένη ύστερα από τη μνημονιακή στροφή του καλοκαιριού του 2015, να υπογράψει 2,5 μνημόνια και να συντρίψει την εργαζόμενη πλειοψηφία για να πετύχει τα θηριώδη πρωτογενή πλεονάσματα που συμφώνησε με τους δανειστές, αποφάσισε να αυξήσει το ειδικό βάρος των φόρων στο μνημονιακό «κοκτέιλ». Διότι οι περικοπές έχουν μεγαλύτερο και πιο άμεσο αντίκτυπο και σημαίνουν μεγαλύτερη και πιο άμεση πολιτική φθορά - ιδιαίτερα για μια κυβέρνηση που αναφέρεται στην Αριστερά και που η κοινωνική της βάση είναι λαϊκά στρώματα. Αποφάσισε δηλαδή υψηλότερους φόρους για να αποφύγει την άμεση πολιτική φθορά ακόμη μεγαλύτερων περικοπών, εκτιμώντας ότι αυτό είναι το «μίγμα» που συμφέρει καλύτερα την πολιτική της επιβίωση. 
Αναγκάζεται όμως να το κάνει και για έναν ακόμη, αδήριτο λόγο: διότι απαιτούνται διαρκώς υψηλότεροι φόροι για να επιτευχθούν τα ίδια ή και λιγότερα δημόσια έσοδα. 
Ενώ οι φορολογικές επιβαρύνσεις διαρκώς αυξάνονται, τα φορολογικά έσοδα μειώνονται, όπως δείχνουν τα στοιχεία του προϋπολογισμού του 2018.
Ενώ οι φόροι αυξάνονται, τα φορολογικά έσοδα μειώνονται! Το 2017, με κατακλυσμό νέων φόρων, εισπράχθηκαν από φόρους 42,34 δισ. ευρώ, σχεδόν 3 δισ. ευρώ λιγότερα σε σχέση με το 2016 (45,01 δισ. ευρώ), ενώ οι προβλέψεις του προϋπολογισμού του 2017 ήταν ότι θα εισπραχθούν περίπου τα ίδια (45,02 δισ. ευρώ).  
Το ερώτημα είναι: αφού οι στόχοι για τα φορολογικά έσοδα του 2017 έπεσαν τόσο έξω, πώς επιτεύχθηκε το θηριώδες υπερ-πλεόνασμα που έδωσε τη δυνατότητα στην κυβέρνηση να μοιράσει «κοινωνικό μέρισμα»; Είναι επίσης απλό: με μεγαλύτερη περικοπή δαπανών στην πράξη, αλλά και με διατήρηση σε υψηλά επίπεδα των ανεξόφλητων οφειλών του Δημοσίου προς ιδιώτες! 
Τα στοιχεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού του 2017 στο ενδεκάμηνο Ιανουαρίου - Νοεμβρίου δείχνουν ότι στο διάστημα αυτό:
• Το Δημόσιο δαπάνησε 45,9 δισ. ευρώ, ενώ ο προϋπολογισμός του 2018 (που μόλις ψηφίστηκε!) προέβλεπε δαπάνες 47,635 δισ. ευρώ και όταν στο ενδεκάμηνο του 2016 είχαν δαπανηθεί 47,7 δισ. ευρώ.   
• Από πού κόπηκαν αυτές οι δαπάνες; 882 εκατ. ευρώ από περίθαλψη, υγεία και πρόνοια και άλλα 818 εκατ. ευρώ από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων. 
Με λίγα λόγια, χρειάζονται διαρκώς νέοι φόροι για να μη μειώνονται με καταστροφικούς για το μνημονιακό πρόγραμμα ρυθμούς τα δημόσια έσοδα. Και ταυτόχρονα, η κυβέρνηση κόβει δαπάνες πολύ περισσότερο απ’ ό,τι προβλέπει ο προϋπολογισμός και επιβάλλει το μνημονιακό πρόγραμμα! 
Το «μαστίγιο» της εφορίας…
Τα πράγματα όμως είναι ακόμη χειρότερα κι απ’ αυτό. Παρά τον κατακλυσμό νέων φόρων, τα έσοδα θα είχαν καταρρεύσει (μαζί με αυτά και το πρόγραμμα) χωρίς το «μαστίγιο» των αναγκαστικών μέτρων είσπραξης. 
Τα επίσημα στοιχεία (στοιχεία της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων για τον Οκτώβριο του 2017) λένε τα εξής:
• Ο συνολικός αριθμός των φορολογουμένων με ανεξόφλητες οφειλές προς το Δημόσιο ανήλθε τον Οκτώβριο σε 4,17 εκατομμύρια. Πρόκειται για κωδικούς της εφορίας, πίσω από τους οποίους «κρύβονται» πολύ περισσότεροι άνθρωποι, μέλη οικογενειών των υπόχρεων - κατά τη στερεότυπη έκφραση, «εξαρτώμενα μέλη».
• Από αυτούς, 1.014.295 υπόχρεοι υπέστησαν μέτρα αναγκαστικής είσπραξης των οφειλών τους, δηλαδή κατασχέσεις τραπεζικών λογαριασμών και κατασχέσεις εις χείρας τρίτων, παρουσιάζοντας αύξηση 22.903 ατόμων σε σχέση με το Σεπτέμβριο.
• Επιπλέον 1,7 εκατ. οφειλέτες απειλούνται με κατασχέσεις τους επόμενους μήνες. Ξανά σε αυτούς πρέπει να υπολογίσουμε έναν πολύ μεγαλύτερο αριθμό εξαρτώμενων μελών».
• Παρά τον απτό «εκβιασμό» της κατάσχεσης, νέοι οφειλέτες συσσωρεύονται. Τον Οκτώβριο, οι νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές αυξήθηκαν σε σχέση με το Σεπτέμβριο κατά 1,2 δισ. ευρώ και διαμορφώθηκαν σε 10,4 δισ. ευρώ (από 9,2 δισ. ευρώ). Που σημαίνει ότι, με όλους τους εκβιασμούς του κόσμου, για όλο και περισσότερους οφειλέτες ισχύει πλέον το ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος…
Η πραγματικότητα που αποκαλύπτουν τα στοιχεία είναι λοιπόν αυτή: η μεγάλη πλειονότητα της ελληνικής κοινωνίας στενάζει κάτω από το μαστίγιο της εφορίας, ενώ μια ισχυρή μειονότητα (που με πρόχειρους υπολογισμούς ξεπερνάει το 30% και επεκτείνεται γοργά) υποφέρει από μέτρα κατάσχεσης. 
Σαν να μην έφτανα όλα αυτά, στο πλαίσιο της 3ης αξιολόγησης, που έκλεισε πρόσφατα σε τεχνικό επίπεδο και σε πολύ φιλικό κλίμα, η κυβέρνηση συμφώνησε να επιταχυνθεί η διαδικασία των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών και να μπουν στο «χορό» των πλειστηριασμών -εκτός από τις τράπεζες- η εφορία και φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Από τους πρώτους μήνες του 2018, θα γενικευτούν τα μέτρα αναγκαστικής είσπραξης, με κατασχέσεις - πλειστηριασμούς από τους… πάντες: τράπεζες, εφορία, φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα. 
Η κυβέρνηση λέει ψέματα όταν ισχυρίζεται ότι βάζει φόρους για να αποφύγει μεγαλύτερες περικοπές: βάζει διαρκώς νέους φόρους κυρίως γιατί αλλιώς οι μνημονιακοί στόχοι για τα έσοδα θα κατέρρεαν. 
Η κυβέρνηση λέει επίσης ψέματα όταν ισχυρίζεται ότι έτσι προφυλάσσει τους πλέον αδύναμους: οι πλέον αδύναμοι είναι και οι πλέον ευάλωτοι απέναντι στην εφορία, διότι απλούστατα δεν μπορούν να κρύψουν τίποτε. Μισθωτοί, συνταξιούχοι και άνεργοι δεν μπορούν να φοροδιαφύγουν, όσο για τους αυτοαπασχολούμενους, οι συνολικές επιβαρύνσεις στο εισόδημά τους φτάνουν το 60%! Αυτοί που μπορούν να ξεφύγουν μέσα από τη φοροδιαφυγή ή φοροαποφυγή είναι το μεγάλο, μεσαίο αλλά και μικρό κεφάλαιο.    
Η κυβέρνηση λέει επίσης ψέματα και σε κάτι άλλο: τα μέτρα αναγκαστικής είσπραξης (κατασχέσεις, πλειστηριασμοί) δεν της επιβάλλονται από τους δανειστές. Τα θέλει εξίσου γιατί τα έχει απόλυτη ανάγκη η ίδια! Διότι απλούστατα χωρίς αυτά δεν θα μπορούσε να μοιράσει «κοινωνικό μέρισμα» και να συντηρήσει έτσι κάπως την κοινωνική της επιρροή! 
Οι πλειστηριασμοί μπορούν να γίνουν πολιτική θρυαλλίδα γιατί είναι η κορυφή ενός «παγόβουνου»: του γεγονότος ότι το πρόγραμμα δεν βγαίνει χωρίς διαρκώς ακόμη μεγαλύτερες περικοπές αλλά και νέους φόρους, αλλά και χωρίς γενίκευση των μέτρων αναγκαστικής είσπραξης, ότι όλα αυτά θα τείνουν να ξεπερνούν τις πολιτικές αντοχές της κυβέρνησης.  
Η Αριστερά και το κίνημα πρέπει να στρέψουν την προσοχή τους στην υπεράσπιση των εργαζόμενων τάξεων, που πλήττονται από το «κοκτέιλ» των υψηλών φόρων και των περικοπών - σε οποιαδήποτε αναλογία. Πρέπει να καταγγείλει όχι γενικώς την υπερ-φορολόγηση, αλλά την υπερ-φορολόγηση των εργαζόμενων τάξεων. Πρέπει να ζητήσει αύξηση των φορολογικών βαρών και μέτρα αναγκαστικής είσπραξης κατά των καπιταλιστών. Πρέπει να παλέψει για την υπεράσπιση της πρώτης κατοικίας και της ακίνητης περιουσίας των εργαζόμενων τάξεων, κι όχι των καπιταλιστών, μεγάλων ή μεσαίων.