Πολιτική κρίση στην Αυστραλία

διεθνή / Θάνος Λυκουργιάς / 12.09.2018

Η γοητεία του «Τραμπισμού» διχάζει το κόμμα της Δεξιάς

Στην εβδομάδα που πέρασε, ο πρωθυπουργός της Αυστραλίας Μάλκολμ Τέρνμπουλ, επικεφαλής του κεντροδεξιού Φιλελεύθερου Κόμματος που κυβερνά σε συνεργασία με το επίσης κεντροδεξιό Εθνικό Κόμμα, υπέβαλε την παραίτησή του κατόπιν εσωτερικού «πραξικοπήματος», που προκλήθηκε από την άκρα δεξιά πτέρυγα του κόμματός του. Αφού κέρδισε σε εσωκομματική ψηφοφορία τον αντίπαλο που την προκάλεσε, τον οριακά διαφοροποιημένο από τον φασισμό Πίτερ Ντάτον, υπουργό Μετανάστευσης και Εσωτερικής Ασφάλειας της κυβέρνησής του και μπροστά στις μαζικές παραιτήσεις υπουργών του, ο Τέρνμπουλ δεν έθεσε υποψηφιότητα στη δεύτερη εσωκομματική μάχη που η ίδια πτέρυγα διεκδίκησε. Ο πρώην Πρωθυπουργός κατήγγειλε στην ομιλία αποχώρησής του τόσο την ακροδεξιά πτέρυγα του κόμματος του, όσο και ισχυρά συμφέροντα στα media,τα οποία συνειδητά και συντονισμένα τον υπέσκαψαν.
Πίσω από τη σταθερότητα
Οι παραπάνω εξελίξεις είναι ακατανόητες για μια χώρα η οποία έχει γνωρίσει οικονομική ανάπτυξη τα τελευταία συναπτά 27 έτη, παρουσιάζει σημαντικά περιθώρια κοινωνικής κινητικότητας και γενικότερα δεν έχει βιώσει κάποιας μορφής κοινωνική κρίση εδώ και δεκαετίες. Μια αναδρομή στην ιστορία της χώρας όμως δείχνει πως αυτή η εικόνα πολιτικής ευστάθειας είναι πλασματική. Στην Αυστραλία έχουν ορκιστεί 7 διαφορετικοί πρωθυπουργοί τα τελευταία 11 χρόνια και κανένας από αυτούς –τόσο από τη Συμμαχία, όσο και από τον δικομματικό τους αντίπαλο, το επίσης νεοφιλελεύθερο Εργατικό Κόμμα– δεν έχει ολοκληρώσει τη θητεία του από το 2007 και μετά! Πέρα από τα προσωπικά φέουδα και τις φιλοδοξίες, το υπόβαθρο αυτής της κρίσης, που δείχνει σήμερα να σπαράσσει το κύριο κόμμα της αυστραλιανής άρχουσας τάξης –το οποίο κυβερνά στην πρωτεύουσα της Αυστραλιανής Κοινοπολιτείας Καμπέρα τα 47 από τα τελευταία 69 χρόνια– είναι πολύ βαθύτερο και συνδέεται με την άνοδο και εφαρμογή των νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Η πρόσφατη κρίση έρχεται ως συνέχεια και ταυτόχρονα αποτελεί παροξυσμό αυτών των αντιθέσεων, ειδικά εντός του κυβερνητικού κόμματος.
Η άνοδος του νεοφιλελευθερισμού στην Αυστραλία έχει και αυτή τις ρίζες της στην περίοδο από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 ως τις αρχές της δεκαετίας του ’80. Κομβικό σημείο αποτέλεσε η στροφή που πραγματοποίησαν οι Εργατικοί το 1983, διαμορφώνοντας ένα «κοινωνικό συμβόλαιο» συνεργασίας των ισχυρών –ως τότε– συνδικάτων με τις μεγάλες επιχειρήσεις, το οποίο έφερε απορρυθμίσεις και ξεχαρβάλωμα του κοινωνικού κράτους, οδήγησε σε τεράστια μεταφορά πλούτου «προς τα πάνω», γκρέμισε την επιρροή των συνδικάτων και έλυσε τα χέρια των Εργατικών ώστε να στραφούν οριστικά προς τον νεοφιλελευθερισμό. Τα παραπάνω οδήγησαν στη γνώριμη διαδικασία: οι θεσμοί της αντιπροσώπευσης υποβαθμίστηκαν, οι πολίτες αποξενώθηκαν από την πολιτική, καθώς δεν έβλεπαν διαφορές μεταξύ των δύο κομμάτων και δεν έβρισκαν εναλλακτική, τα κυρίαρχα κόμματα με τη σειρά τους στράφηκαν προς τα οικονομικά συμφέροντα και τα media για να εξασφαλίσουν θετική διαμεσολάβηση του «προτάγματός» τους, η (κοινοβουλευτική) δημοκρατία γινόταν όλο και περισσότερο διαδικαστική και όλο και λιγότερο αντιπροσωπευτική. Σε αυτή τη βάση, οι κρίσεις εντός και των δύο κομμάτων και οι διαγκωνισμοί των δελφίνων ήταν λογικό να εμφανίζονται όλο και συχνότερα. Τώρα όμως υπάρχει μια επιπλέον ποιοτική διαφορά.
Ερχόμενοι στο σήμερα, ο Τέρνμπουλ, πολυεκατομμυριούχος και πρώην τραπεζίτης, βρέθηκε στο αξίωμα του επίσης ανατρέποντας τον προκάτοχό του από το Φιλελεύθερο Κόμμα, Τόνι Άμποτ, τον Σεπτέμβρη του 2015. Είχε θεωρηθεί ως πιο «σοφιστικέ» και συνεπώς καλύτερη υποψηφιότητα, ώστε να μπορέσει να κερδίσει τη λαϊκή υποστήριξη και έπειτα να περάσει τα αναγκαία για την αυστραλιανή άρχουσα τάξη μέτρα, η οποία δέχτηκε να «θυσιάσει» τον Άμποτ. Στις εκλογές του 2016 όμως, η Συμμαχία των δύο κομμάτων πέτυχε μια οριακή νίκη απέναντι στους Εργατικούς, μην επιβεβαιώνοντας τις προσδοκίες. Πολύ περισσότερο, στο σύνολο των τελευταίων δημοσκοπήσεων, η Συμμαχία βρίσκεται σαφώς πίσω από τους Εργατικούς, με τις επόμενες εκλογές να αναμένονται τον Μάη του 2019.
Οι αιτίες αυτής της αποτυχίας είναι πολλαπλές, αλλά εξηγήσιμες. Ο Τέρνμπουλ, εφαρμόζοντας και αυτός τον νεοφιλελευθερισμό, πέρασε σειρά μέτρων (περικοπές σε μισθούς, φοροαπαλλαγές και ελαφρύνσεις στις επιχειρήσεις και το μεγάλο κεφάλαιο κλπ), τα οποία τον αποξένωσαν από την κοινωνία. Ταυτόχρονα, δεν κατάφερε να περάσει το σύνολο των απαιτούμενων από το κεφάλαιο μεταρρυθμίσεων, δημιουργώντας έτσι ερωτηματικά όσον αφορά την αποτελεσματικότητά του σε όσους τον στήριξαν. Επίσης, η πρόσφατη ήττα κάθε λογής συντηρητικών στο δημοψήφισμα που πραγματοποιήθηκε στο τέλος του 2017 και ενέκρινε τον ομόφυλο γάμο, διαμόρφωσε ένα πλαίσιο αντιδραστικής κριτικής προς τον Τέρνμπουλ, το οποίο συνόψισε με τον πλέον εύγλωττο τρόπο μια προσφάτως παραιτηθείσα υπουργός, η οποία σημείωσε στην επιστολή παραίτησης της πως η κυβέρνηση «μετακινείται υπερβολικά προς τα Αριστερά, ρισκάροντας τη συντηρητική μας βάση». Είναι τουλάχιστον ειρωνικό να ασκείται αυτή η κριτική προς τον Πρωθυπουργό, τον οποίο ο Ντόναλντ Τραμπ χαρακτήρισε ως «χειρότερο και από τον ίδιο», όσον αφορά την απάνθρωπη πολιτική του σε σχέση με τους πρόσφυγες…
Ακροδεξιά ανταρσία
Με αυτά τα δεδομένα και μπροστά στη διαγραφόμενη εκλογική ήττα, οι Φιλελεύθεροι χρειάζονταν μια ισχυρή, επιθετική καμπάνια για να διεκδικήσουν εκ νέου με αξιώσεις την πρωθυπουργία. Αυτή προσπάθησε να δώσει η ακροδεξιά πτέρυγα των φιλελεύθερων, με επικεφαλής τον Πίτερ Ντάτον. Ο πρώην Υπερυπουργός αστυνόμευσης, μετανάστευσης και υπηρεσιών πληροφοριών –ο οποίος αναγνωρίζεται ακόμα και από τον επίσημο Τύπο ως πολύ δεξιότερος του Τέρνμπουλ και έχει χαρακτηριστεί μεταξύ πολλών άλλων ως το «απόλυτο κακό»– εκπροσωπεί την πτέρυγα του κόμματός του, αλλά και τα τμήματα της αυστραλιανής άρχουσας τάξης, τα οποία, εμπνεόμενα από τη νίκη του Τραμπ και την άνοδο της άκρας Δεξιάς στην Ευρώπη, αξιώνουν αντίστοιχη πορεία.
Σε αυτόν το γύρο, ο Ντάτον έχασε για μόλις 3 ψήφους από τον υποτιθέμενα μετριοπαθή, ευαγγελιστή συντηρητικό Σκοτ Μόρισον, Υπουργό Οικονομικών της τελευταίας Κυβέρνησης και νέο Πρωθυπουργό. Ο Μόρισον όμως έχει εφαρμόσει με ζήλο όλες τις παραπάνω πολιτικές και πιθανότατα εμφανίζεται ως «νίκη της μετριοπάθειας» εντός του Φιλελεύθερου Κόμματος, ακριβώς επειδή είχε ως αντίπαλό του έναν άνθρωπο σαν τον Πίτερ Ντάτον.
Παρά τη γενικότερη αντιδημοφιλία τους, οι δυνάμεις που εκπροσωπεί ο Ντάτον έχουν κάθε λόγο να αισιοδοξούν πως μπορούν και εκείνες, όπως ο Ντόναλντ Τραμπ, να ανατρέψουν τα προγνωστικά και είναι πολύ πιθανό να συνεχίσουν να διεκδικούν την αρχηγία εν όψει της εκλογικής αντιπαράθεσης με τους Εργατικούς. Συνεπώς, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι η νίκη Μόρισον θα είναι το τελευταίο επεισόδιο της κρίσης.