Πολιτική κρίση στην Τουρκία

διεθνή / Πάνος Πέτρου / 15.01.2014

Απρόβλεπτες εξελίξεις πυροδοτεί η κόντρα Γκιουλέν-Ερντογάν

 

φωτό: Το μαχητικό εργατικό συνδικάτο DISK σε αντικυβερνητική διαδήλωση στην Άγκυρα στις 11 Γενάρη. Θα είναι κρίσιμο το κίνημα και η Αριστερά να δώσουν τη δική τους απάντηση στην πολιτική κρίση.
 
Οι πολιτικές εξελίξεις στην Τουρκία έχουν πάρει το χαρακτήρα ενός αδυσώπητου εμφυλίου πολέμου στο εσωτερικό του κράτους. Η έκταση και η ένταση της σύγκρουσης είναι πρωτοφανής: Διώξεις και έρευνες για διαφθορά έχουν γίνει σε βάρος δεκάδων επιχειρηματιών, υπουργών, τραπεζικών στελεχών, γιων κυβερνητικών στελεχών. Εκατοντάδες αστυνομικοί, που διεξήγαγαν τις έρευνες, έχουν μετατεθεί από την κυβέρνηση, ενώ κορυφαίοι εισαγγελείς και δικαστές έχουν απομακρυνθεί από τις θέσεις τους.  
 
Πόλωση
Ο Τύπος στην Τουρκία έχει πολωθεί ανάμεσα σε δύο στρατόπεδα: Σύμφωνα με τον αντικυβερνητικό Τύπο, η δικαιοσύνη φέρνει στο φως την εκτεταμένη κυβερνητική διαφθορά. Σύμφωνα με τον φιλοκυβερνητικό, είναι όλα μια συνωμοσία με στόχο την ανατροπή της κυβέρνησης, ένα «θεσμικό πραξικόπημα».
 
Η αλήθεια δείχνει να βρίσκεται στη μέση. Ένα υπαρκτό ρήγμα στο καθεστώς έχει βαθύνει και καθώς η ενδοκαθεστωτική διαμάχη οξύνεται, η κάθε πλευρά αξιοποιεί τα σκάνδαλα και τους κρατικούς θεσμούς για να ενισχύσει τη θέση της. 
 
Στο επίκεντρο όλων των αναλύσεων έχει βρεθεί η διένεξη ανάμεσα στο κίνημα του Γκιουλέν και το κόμμα του Ταγίπ Ερντογάν. Το κίνημα, με το όνομα Χιζμέτ, είναι ένα πανίσχυρο ισλαμικό δίκτυο από εκπαιδευτικά ιδρύματα, μιντιακούς ομίλους, φοιτητικές εστίες, φιλανθρωπικές οργανώσειςν και επιχειρήσεις, το οποίο μετά από χρόνια δουλειάς έχει πετύχει μια εντυπωσιακή διείσδυση μέσα στον τουρκικό κρατικό μηχανισμό –ιδιαίτερα στην αστυνομία και το δικαστικό σώμα.
 
Ο Γκιουλέν ήταν σύμμαχος του Ερντογάν και οι διασυνδέσεις του με τους δικαστές και την αστυνομία έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στο να βρει ο Ερντογάν στήριγμα στην πάλη του ενάντια στο στρατό το 2007. 
 
Ωστόσο οι δύο συμμαχικές δυνάμεις βρίσκονταν σε «ψυχρό πόλεμο» τα τελευταία χρόνια με χαμηλής έντασης συγκρούσεις για τον έλεγχο του κρατικού μηχανισμού (αστυνομία, ΕΥΠ κλπ).  
Αυτό που θεωρήθηκε casus belli για τον Γκιουλέν ήταν η απόφαση του Ερντογάν να κρατικοποιηθούν τα χιλιάδες ιδιωτικά φροντιστήρια μέσης εκπαίδευσης, ένα μεγάλο τμήμα των οποίων ανήκουν στο Χιζμέτ και αποτελούν βασικό στήριγμα της δύναμής του (οικονομικά, για στρατολόγηση οπαδών κλπ).
 
Η απόφαση προκάλεσε τις παραιτήσεις κυβερνητικών στελεχών και βουλευτών, πιστών στον Γκιουλέν. Ξεχώρισε ο ποδοσφαιρικός εθνικός ήρωας Χακάν Σουκούρ, που εξέφρασε δημόσια το ρήγμα. Δήλωσε ότι παραιτήθηκε μετά από συνομιλίες με τον Γκιουλέν και ότι ο λόγος της παραίτησης ήταν πως το ΑΚΡ αντιμετωπίζει πια το Χιζμέτ «ως εχθρό». 
 
Λίγο μετά, ξεκίνησε το μπαράζ ερευνών και αποκαλύψεων για τα σκάνδαλα διαφθοράς στην κυβέρνηση. Είναι προφανές πως το Χιζμέτ, έχοντας πρόσβαση σε αυτά τα στοιχεία, αποφάσισε να τα φέρει στο φως, για να «σηκώσει το γάντι» απέναντι στην επίθεση του Ερντογάν και να του καταφέρει πλήγμα.
 
Στο στόχαστρο μπήκαν κυρίως οι μπίζνες με το Ιράν (που έσπαγαν το διεθνές εμπάργκο) και η διαπλοκή της κυβέρνησης με τον κατασκευαστικό τομέα στα πλαίσια των «μεγάλων έργων» που προωθεί η κυβέρνηση Ερντογάν τα τελευταία χρόνια ως βασικό στήριγμα της οικονομικής ανάπτυξης. 
 
Διαφορές
Οι διαφορές ανάμεσα στον Ερντογάν και τον Γκιουλέν, που είναι ήδη γνωστές, είναι αυτές που αφορούν την εξωτερική πολιτική και συνολικότερα το «δόγμα» για την ταυτότητα και τη θέση της Τουρκίας στον κόσμο. Οι Γκιουλενιστές είναι ρεύμα του πολιτικού Ισλάμ, αλλά το συνδυάζουν με τον παραδοσιακό τουρκικό εθνικισμό, που ιστορικά είχε αντι-αραβικά και φιλοδυτικά χαρακτηριστικά, όπως και βαθύτατη εχθρότητα για τους Κούρδους.
 
Για το κόμμα του Ερντογάν η ισλαμική ταυτότητα «ερμηνεύεται» πολιτικά με τρόπο που έρχεται σε ρήξη με αυτές τις αξίες: Φέρνει την Τουρκία πιο κοντά στον αραβομουσουλμανικό κόσμο, συνεπώς απομακρύνει την Τουρκία από το Ισραήλ (και άρα και τη Δύση), ενώ παράλληλα δεν βλέπει τους Κούρδους ως «απειλή στην ενότητα του τουρκικού έθνους». 
 
Δεν πρόκειται για μια ιδεολογική διαμάχη στις τάξεις του Ισλάμ, αλλά για τελείως διαφορετικούς πολιτικούς προσανατολισμούς. Η πρώτη δυσφορία του Γκιουλέν είχε εκφραστεί όταν διαφώνησε με την αποστολή του «Μαβί Μαρμαρά» και την επακόλουθη ρήξη του Ερντογάν με το Ισραήλ. Ακολούθησαν οι αραβικές επαναστάσεις και η προσπάθεια του Ερντογάν να συνδέσει την Τουρκία ακόμα περισσότερο με το νέο αναδυόμενο τοπίο στον αραβικό κόσμο.
 
Οι περιπέτειες στις οποίες μπήκε η Τουρκία εξαιτίας αυτής της πολιτικής (η εμπλοκή στη Συρία, η ρήξη με την Αίγυπτο μετά την ανατροπή του Μόρσι) εξόργισαν ακόμη περισσότερο τον Γκιουλέν. Η αυξανόμενη διαφοροποίηση της Τουρκίας από την αμερικανική πολιτική και η υποβάθμιση του στόχου ένταξης στην ΕΕ από τον Ερντογάν θορύβησαν το γκιουλενικό κίνημα.
 
Τέλος, αλλά όχι τελευταίο, υπάρχει το κουρδικό ζήτημα. Ο Γκιουλέν είναι ο άνθρωπος που το 2011 είχε δηλώσει δημόσια: «Καταστρέψτε την ενότητά τους, κάψτε τα σπίτια τους και εξοντώστε τους», όταν καλούσε στην παραχώρηση κάποιων μίνιμουμ δικαιωμάτων σε συνδυασμό με την πλήρη στρατιωτική συντριβή του PKK και την ανελέητη εξόντωση των υποστηρικτών του. Η ειρηνευτική διαδικασία που προωθεί η κυβέρνηση του ΑΚΡ θεωρείται προδοσία για αυτούς τους κύκλους. 
 
Οικονομία
Το ζητούμενο είναι κατά πόσο οξύνονται και οι οικονομικοί ανταγωνισμοί μέσα στην άρχουσα τάξη. Ίσως δεν είναι τυχαίο πως ο ανταγωνισμός ανάμεσα στον Ερντογάν και τον Γκιουλέν άρχισε το 2011, όταν άρχισε η επιβράδυνση των εντυπωσιακών ρυθμών ανάπτυξης της τουρκικής οικονομίας, η οποία έχει περιοριστεί στο 3-4% και προβλέπεται ότι θα παραμείνει σε αυτό το ρυθμό τα επόμενα χρόνια. Αυτό μπορεί να μοιάζει «όνειρο» για τη βυθισμένη στην ύφεση Ευρώπη, αλλά αποτελεί πρόβλημα για τη δυναμική του τουρκικού καπιταλισμού.
 
Σύμφωνα με τον «Economist», τα μεγάλα συμβόλαια στις κατασκευαστικές πήραν τη μερίδα του λέοντος τα τελευταία χρόνια, ενώ η βιομηχανία παραμελήθηκε από την κυβέρνηση. Ένα κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο τμήματα της βιομηχανικής αστικής τάξης βρίσκονται στο πλευρό του Γκιουλέν. 
 
Τέλος, δεν μπορούμε να υποτιμήσουμε το ρόλο της λαϊκής εξέγερσης του Γκέζι στις εξελίξεις. Το ξέσπασμα της λαϊκής οργής, η ριζοσπαστικοποίηση που άφησε ως κληρονομιά, το χάσμα που δημιούργησε η καταστολή ανάμεσα στον Ερντογάν και τμήματα της κοινωνίας, που δεν ανήκαν στους παραδοσιακούς αντι-ισλαμικούς κεμαλικούς κύκλους, άλλαξαν το τοπίο στην Τουρκία. Ο παράγοντας των «από κάτω», προκαλώντας πολιτικές κρίσεις με τη δράση του, πάντοτε έχει τη δύναμη να επιταχύνει και να οξύνει τις ενδοαστικές διαμάχες. 
 
Βρισκόμαστε μπροστά στο ενδεχόμενο πολιτικών-κοινωνικών ανακατατάξεων στην Τουρκία. Η δυτικόφιλη, ισλαμόφοβη, κεμαλική μεσαία τάξη των δυτικών πόλεων, η παλιά κεμαλική γραφειοκρατία και τα παλιά τζάκια που «ρίχτηκαν» από την άνοδο της ισλαμικής αστικής τάξης αποτελούσαν πάντα έναν αντι-ερντογανικό πόλο. Καθώς ο «αντι-ισλαμισμός» τους ήταν περισσότερο ταξικό μίσος για τους «αμόρφωτους βοσκούς που ήρθαν στις πόλεις», δεν είναι απίθανο να συμμαχήσουν με το κίνημα του Γκιουλέν.  
 
Περά από τις ενδοαστικές ανακατατάξεις, το γεγονός είναι ότι ο Ερντογάν έχει αποδυναμωθεί. Κυβέρνησε ως επικεφαλής ενός άτυπου «συνασπισμού», ο οποίος κορυφώθηκε και είχε ως εμβληματική στιγμή το 58% στο συνταγματικό δημοψήφισμα που περιόρισε το στρατό. Τότε ο Ερντογάν έδειξε πως έχει επίγνωση της ύπαρξης αυτού του  πολυσυλλεκτικού συνασπισμού, χαιρετίζοντας στη νικητήρια ομιλία του και τους «ανεξάρτητους εθνικιστές, τους Τούρκους διανοούμενους, τους επαναστάτες αριστερούς, τους φιλελεύθερους». Αυτή η κοινωνική συμμαχία δεν υπάρχει πια, όπως έδειξε η εξέγερση του Γκέζι. Υπάρχουν πολλοί λόγοι γι’ αυτό, με βασικό το γεγονός ότι –σύμφωνα με την ίδια την Turkstat– «η οικονομική ανάπτυξη δεν έχει αντίκτυπο στη βάση της κοινωνίας».
 
Με τις ακραίες ανισότητες που επικρατούν στην αναπτυσσόμενη Τουρκία, όταν εκατομμύρια δολάρια κυκλοφορούν σε κουτιά παπουτσιών, γίνεται πιο δύσκολο για τα λαϊκά στρώματα να δεχτούν τον ισχυρισμό του Ερντογάν ότι «μας επιτίθενται» και πιο εύκολο να του πουν ότι «σ’ εσένα επιτίθενται, όχι σ’ εμάς». 
 
Είναι χαρακτηριστικό της κατάστασης ότι διαφορετικοί αρθρογράφοι και ακτιβιστές χρησιμοποίησαν την ίδια τουρκική παροιμία για τους ελέφαντες που συγκρούονται και το γρασίδι που τσαλακώνεται. Ο ηγέτης του φιλοκουρδικού BDP χάραξε μια άλλη προσέγγιση, καλώντας τον Ερντογάν να πάρει νέα δημοκρατικά, φιλοκουρδικά μέτρα, αν θέλει να αποδείξει ότι οι Κούρδοι έχουν κάποιο λόγο να ενδιαφερθούν για το μέλλον του ΑΚΡ. Όπως είπε, οι Κούρδοι ξέρουν καλά ότι υπάρχει παράλληλο κράτος, αλλά θα πρέπει και ο Ερντογάν να αποδείξει ότι θέλει να το πολεμήσει.  
 
Συσχετισμοί
Οι δημοτικές εκλογές το Μάρτη και οι προεδρικές το καλοκαίρι θα δείξουν τους συσχετισμούς. Αλλά ο Ερντογάν παραμένει δημοφιλής (κοντά στο 50%) και ο υπό διαμόρφωση συνασπισμός δυνάμεων εναντίον του δείχνει αδύναμος να αποτελέσει σοβαρό εκλογικό αντίπαλο στη «μηχανή» του ΑΚΡ. Ο βασικός λόγος που ο Ερντογάν διατηρεί σημαντική λαϊκή στήριξη είναι η αθλιότητα της κυρίως αντιπολίτευσης (των κεμαλικών) που επιτίθεται στο ΑΚΡ από μια ισλαμοφοβική, ελιτίστικη, φιλοστρατιωτική, εθνικιστική σκοπιά. 
 
Όπως στην περίοδο της παντοδυναμίας του, έτσι και στην εποχή της κρίσης του, ο μόνος τρόπος να αποσπαστεί η λαϊκή βάση του Ερντογάν από το ΑΚΡ είναι η συγκρότηση μιας αριστερής, ταξικής αντιπολίτευσης.