Οι ευρωεκλογές θα είναι μια πολιτική μάχη κεντρικής σημασίας, άμεσα δεμένη με το ζήτημα της ανατροπής της κυβέρνησης Σαμαρά και της μνημονιακής βαρβαρότητας στην Ελλάδα.

Θα είναι, ταυτόχρονα, μια πολιτική μάχη συνδεδεμένη με την ανασύνταξη της Αριστεράς σε ευρωπαϊκή κλίμακα. Η σχετική συζήτηση στην Ιταλία, όπου γίνεται μια προσπάθεια αξιοποίησης της υποψηφιότητας του Αλ. Τσίπρα ως επικεφαλής της ευρωκαμπάνιας της Αριστεράς, είναι ένα τέτοιο παράδειγμα. 
 
Ακροδεξιά
Θα είναι επίσης μια μάχη σημαντική σχετικά με ένα «νέο» ζήτημα. Την απόκρουση της ακροδεξιάς, που παίρνει απειλητικές διαστάσεις σε πολλές χώρες-μέλη της ΕΕ. Η κρίση που σαρώνει τα εργατικά και κοινωνικά δικαιώματα παντού, τροφοδοτεί, δικαιολογημένα, την οργή πλατιών λαϊκών μαζών ενάντια στις αποφάσεις των ευρωηγεσιών. Αυτό συγκροτεί το αντικειμενικό υπόβαθρο της μαζικής επιρροής του λεγόμενου «ευρωσκεπτικισμού».
 
Ταυτόχρονα, η ρατσιστική αντιμεταναστευτική πολιτική όλων των κυβερνήσεων και της ΕΕ στρώνουν το χαλί της ανάπτυξης για όλες τις Λεπέν της γηραιάς ηπείρου. Αν η Αριστερά δεν κατορθώσει να εκφράσει πολιτικά τη διευρυμένη εργατική και λαϊκή οργή ενάντια στην υπαρκτή ΕΕ, ενάντια στην Ευρώπη των τραπεζιτών και των βιομηχάνων, αν δεν κατορθώσει να συνδυάσει αυτή την αναγκαία αντι-ΕΕ πολιτική με μια πλατιά, ταξική, αντιρατσιστική καμπάνια, τότε δεν θα υπάρχει πολιτική άμυνα απέναντι στην ακροδεξιά. Γιατί η προοπτική της πρωτιάς της Λεπέν στη Γαλλία και της αποφασιστικής διείσδυσης των κρυπτοφασιστών σε μαζικές λαϊκές κινητοποιήσεις (τύπου «δικράνων») στην Ιταλία, περιγράφει μια πολύ ζοφερή προοπτική. 
 
Για να δώσει αποτελεσματικά αυτή τη μάχη η Αριστερά, οφείλει να κλιμακώσει τους τόνους της σύγκρουσης τόσο ενάντια στην υπαρκτή ΕΕ, όσο και ενάντια στις κυβερνήσεις και στις άρχουσες τάξεις της κάθε χώρας, όπου ζει και παλεύει ο καθένας μας.
 
Στις συνθήκες της κρίσης πρέπει να αναδειχθούν τα μαζικά-μεταβατικά αιτήματα, όπως η αύξηση των κατώτατων μισθών και συντάξεων, όπως η αποφασιστική στήριξη της δημόσιας περίθαλψης και εκπαίδευσης, όπως η σαφής απόρριψη των ιδιωτικοποιήσεων. Ζητήματα όπως οι μεγάλες δημόσιες επενδύσεις για την απορρόφηση της μαζικής ανεργίας, σε συνδυασμό με τις αναγκαίες κρατικοποιήσεις-κοινωνικοποιήσεις των τραπεζών. Ζητήματα όπως η απαγόρευση των απολύσεων σε συνδυασμό με μέτρα που θα ανατρέπουν τις κατακτήσεις «ελευθερίας» του κεφαλαίου κ.ο.κ.
 
Σύγκρουση με την ΕΕ
Όμως ένα τέτοιο πρόγραμμα προσανατολισμένο με ταξική μονομέρεια στις ανάγκες των «από κάτω», δεν μπορεί να αποφύγει το ερώτημα της συνολικής τοποθέτησης απέναντι στην υπαρκτή ΕΕ. Η Ευρώπη των Μερκολάντ μας έχει κάνει σαφές ότι δεν διαπραγματεύεται, δεν παίρνει υπόψη την κραυγή απόγνωσης της πλειοψηφίας, κινείται αποφασιστικά με βάση τα συμφέροντα του μεγάλου ευρωπαϊκού κεφαλαίου. Μόνον οι τυφλοί δεν βλέπουν ότι η βαρβαρότητα, που γνωρίσαμε ως μνημονιακή πολιτική στο Νότο, επεκτείνεται πλέον ως «επιτήρηση» σε όλη την ήπειρο για απροσδιόριστη χρονική περίοδο.
 
Αυτά επιβεβαιώνουν όσους ισχυριζόμασταν ότι η υπαρκτή ΕΕ δεν είναι δυνατόν να αυτό-μεταρρυθμιστεί, ότι είναι απαραίτητο να αντιμετωπιστεί από την Αριστερά με τη στρατηγική της σύγκρουσης-ανατροπής. Που σημαίνει ότι σε κάθε χώρα οφείλουμε να διεκδικήσουμε το σπάσιμο του «αδύναμου κρίκου», ότι στη συνέχεια θα πρέπει να στηρίξουμε τις προοπτικές μας στο ξέσπασμα «ντόμινο» ανατροπών και σε άλλες χώρες, στην ταξική διεθνιστική αλληλεγγύη των εργατών και της Αριστεράς όλης της ηπείρου. Αυτά, πράγματι, συγκροτούν μια στρατηγική και τακτική της Αριστεράς για μια «άλλη Ευρώπη».
 
Αξίζει να σημειώσουμε ότι μια τέτοια αυθεντικά διεθνιστική πολιτική δεν έχει κανένα λόγο να περιορίζεται στη γεωγραφική περίμετρο της ΕΕ (αναπαράγοντας ένα στείρο ευρωκεντρισμό), αλλά οφείλει να διευρύνει τους ορίζοντές της προς τις «καυτές» περιοχές της Βόρειας Αφρικής, των αραβικών χωρών και της Τουρκίας.
 
Μια τέτοια πολιτική δεν ταυτίζεται με την πρόταση «επανίδρυσης της ΕΕ». Με τους υπαρκτούς πολιτικούς και κοινωνικούς συσχετισμούς, η «επανίδρυση» ταυτίζεται με την πρόταση μιας χλωμής κεϊνσιανής αυτομεταρρύθμισης της ΕΕ. Πρόκειται για μια πρόταση απολύτως ουτοπική, αφού οι ευρωπαϊκές κυρίαρχες τάξεις έχουν από καιρό εγκαταλείψει τις «ιδέες Ντελόρ». Πρόκειται επίσης για πρόταση αποπροσανατολιστική, που οδηγεί την Αριστερά σε αναζήτηση γεφυρών διαλόγου με τις ευρωηγεσίες, την ώρα της βαθύτερης κρίσης του καπιταλισμού διεθνώς.
Με βάση αυτές τις πολιτικές κατευθύνσεις ο ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να λύσει το ερώτημα των συμμαχιών. Με κάθε «πλατύτητα» απέναντι στις εκφράσεις και στους εκφραστές της εργατικής-κοινωνικής αντίστασης, αλλά με κάθε αναγκαία «αυστηρότητα» απέναντι σε μετανιωμένους σοσιαλδημοκράτες που τελευταία γεμίζουν τα κάθε λογής παζάρια. 
 
Με βάση αυτές τις πολιτικές κατευθύνσεις, επίσης, θα πρέπει ο κόσμος του ΣΥΡΙΖΑ να απαντήσει στο ερώτημα της συγκρότησης του ευρωψηφοδελτίου. Στην προεκλογική καμπάνια, αλλά και στην ευρωβουλή θα χρειαστούμε αγωνιστές-στριες πρόθυμους και ικανούς να εκφράσουν την κοινωνική αντίσταση των «από κάτω», την πολιτική προοπτική της ανατροπής από τα αριστερά, τη διεκδίκηση της σοσιαλιστικής απελευθέρωσης που, όπως πάντα, μπορεί να αρχίσει στη μία ή στην άλλη χώρα, αλλά, τελικά, αφορά όλη την ήπειρο και τον κόσμο.