Κάθε χρόνο γίνεται μια συντονισμένη προσπάθεια να δοθεί στην εξέγερση του Πολυτεχνείου μια μεταλλαγμένη προσέγγιση και να θεωρηθεί ο εορτασμός του μια ακίνδυνη εθιμοτυπία.

Πολιτικοί παράγοντες και μιντιάρχες επιδιώκουν να θαφτεί ο ριζοσπαστικός χαρακτήρας των γεγονότων της 17 Νοέμβρη και ό,τι αυτά σηματοδότησαν στις επόμενες δεκαετίες για την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα. Το Πολυτεχνείο όμως, όπως λέει και το σύνθημα, «δεν ήτανε γιορτή, ήτανε εξέγερση και πάλη ταξική». Και αυτό τους τρομάζει πιο πολύ απ’ όλα.
Η πορεία προς την εξέγερση
Το 1973, μετά από έξι χρόνια δικτατορικού καθεστώτος, η χώρα έδειχνε πραγματικά να βρίσκεται «στο γύψο». Τα πολιτικά κόμματα και τα συνδικάτα είχαν διαλυθεί, οι «ύποπτοι» γέμιζαν τα κελιά του ΕΑΤ-ΕΣΑ και ο Τύπος ήταν ελεγχόμενος και φιμωμένος. Στα σχολεία, στις σχολές και στους χώρους δουλειάς όλα λειτουργούσαν υπό το βλέμμα των ρουφιάνων και της Ασφάλειας. Οι λέξεις «απεργία», «διαδήλωση», «συνέλευση» ανήκαν στην ιστορία. Η πιο σκληρή εκδοχή της Δεξιάς έπαιρνε άλλη μια ρεβάνς σε βάρος του κόσμου του κινήματος και της Αριστεράς. Συλλήψεις, στρατοδικεία και ξερονήσια αποτύπωναν μια ζοφερή εικόνα ανελευθερίας και αυταρχισμού, που έδειχνε ανίκητη. 
Μέσα, όμως, σε ένα καθεστώς που φαινομενικά έδειχνε ακλόνητο, υπήρχαν αμφισβητήσεις. Ξεπρόβαλλαν σιγά σιγά νέες οργανώσεις, ρεύματα και ιδέες, που ζούσαν στη σκιά ενός αυταρχικού συστήματος. Το διεθνές ρεύμα του 1968 ετεροχρονισμένα έφτανε στην Ελλάδα, αμφισβητώντας κάθε είδους ορθοδοξίες. Από το 1971 κι έπειτα η ταξική πάλη και ο αντιδικτατορικός αγώνας αποκτούσαν νέα χαρακτηριστικά που αποτυπώνονταν τόσο στις πανεπιστημιακές σχολές, όσο και στους εργατικούς χώρους. Μεμονωμένα στελέχη του ΚΚΕ και του ΚΚΕ Εσωτερικού, τροτσκιστές, μαοϊκοί και γκεβαριστές έφτιαχναν νέες οργανώσεις, εξέδιδαν παράνομα έντυπα και εμπλούτιζαν την πολιτική σκέψη σε μια ριζοσπαστική κατεύθυνση. Σε μια κατεύθυνση που δεν επεδίωκε μόνο την ανατροπή της Χούντας, αλλά έθετε επί τάπητος το ζήτημα του καθεστώτος που τη γέννησε.
Η παραπάνω εικόνα όμως δεν αντιστοιχούσε με τις κατευθύνσεις που έβαζε η μαζική ρεφορμιστική Αριστερά. Φοβικές απέναντι στις εξελίξεις, οι ηγεσίες του ΚΚΕ Εσωτερικού και του ΚΚΕ έβλεπαν περισσότερο προσιτή μια ομαλή μετάβαση από το χουντικό καθεστώς στην αστική δημοκρατία παρά μια ταξική σύγκρουση που θα οδηγούσε σε άλλες «επικίνδυνες» κατευθύνσεις. Η προσπάθεια της Χούντας για φιλελευθεροποίηση, υπό το βάρος της μη εξασφάλισης μαζικής κοινωνικής στήριξης, αλλά και της στροφής ενός μέρους της κυρίαρχης τάξης προς την ευρωπαϊκή ενοποίηση, έδινε το κατάλληλο πάτημα για ανέξοδες πολιτικές επιλογές εκ μέρους της παραδοσιακής Αριστεράς. Κάπως έτσι το ΚΚΕ Εσωτερικού σκεφτόταν ακόμη και τη συμμετοχή στις χουντοεκλογές του Μαρκεζίνη, ενώ το ΚΚΕ προσπαθούσε να κρατήσει ισορροπίες και να μην παρατραβήξει το σκοινί.
Το Πολυτεχνείο 
και η μεταπολίτευση

Η εξέγερση του Πολυτεχνείου ήρθε να τινάξει στον αέρα τα σχέδια και τις προβλέψεις και των μεν και των δε. Όσο η Χούντα είχε εφησυχάσει, προωθώντας τη φιλελευθεροποίηση και την ομαλή μετάβαση σε ένα ελεγχόμενο κοινοβουλευτικό καθεστώς και η παραδοσιακή Αριστερά ανέμενε αμήχανα τις εξελίξεις, οι φοιτητές, οι μαθητές και οι εργάτες αποδείκνυαν στην πράξη ότι δεν μπορούσαν να περιμένουν. Οι πρωτοβουλίες του φοιτητικού κινήματος και οι καταλήψεις της Νομικής το Φλεβάρη και του Πολυτεχνείου το Νοέμβρη αποτέλεσαν την αφορμή που έψαχνε χιλιάδες κόσμος για να ξεχυθεί στους δρόμους. Όσο κι αν η ρεφορμιστική ηγεσία προσπαθούσε να περιορίσει τις αυθόρμητες εκδηλώσεις του κόσμου σε συντεχνιακά φοιτητικά αιτήματα, αυτό ήταν αδύνατο.
Συνθήματα όπως «Κάτω η Χούντα», «Απεργία γενική», «Εργάτες-Αγρότες-Φοιτητές», «Κάτω το κεφάλαιο», «Λαϊκή εξουσία» γέμιζαν τους τοίχους του κέντρου της Αθήνας. Την ώρα που η επίσημη Αριστερά φοβόταν τους «προβοκάτορες» μέσα στο Πολυτεχνείο, χιλιάδες εργάτες, αγρότες, μαθητές και φοιτητές έκλειναν όλη την Πατησίων, μοίραζαν προκηρύξεις, φώναζαν συνθήματα ενάντια στους δικτάτορες, το κεφάλαιο και τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Οι αγώνες του κόσμου είχαν ξεπεράσει τις δυνατότητες και τις προσδοκίες της παλιάς Αριστεράς. Ένας νέος ριζοσπαστισμός από τα κάτω έβαζε φωτιά στα θεμέλια ενός καθεστώτος που έδειχνε συμπαγές, αλλά δεν ήταν. Αυτός ήταν και ο λόγος που πάρθηκε η απόφαση της ωμής καταστολής της εξέγερσης του Πολυτεχνείου με τα τανκς, τις συλλήψεις, το ξύλο και τα βασανιστήρια. Όμως, παρά τη στρατιωτική ήττα, το Πολυτεχνείο δεν ηττήθηκε πολιτικά. Αντίθετα, κατέστησε σαφές ότι είχε ξεκινήσει η αρχή του τέλους του καθεστώτος του 1967, αλλά και η εμφάνιση ενός νέου μαζικού και δυναμικού κύματος ριζοσπαστισμού.
Αυτό το κύμα έμελλε να παίξει καθοριστικό ρόλο ακόμη και μετά την ανατροπή της Χούντας. Η περίφημη «εργατική μεταπολίτευση» αποτέλεσε μια περίοδο σημαντικών αγώνων και κατακτήσεων από την πλευρά του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς. Αυτός είναι και ο λόγος που διάφοροι υπέρμαχοι των μνημονίων και της λιτότητας κάνουν σήμερα λόγο για το «τέλος της μεταπολίτευσης», προσπαθώντας να συκοφαντήσουν μια ολόκληρη περίοδο μεγάλων αγώνων και σημαντικών κατακτήσεων. Η μαχητική εργατική τριετία ’74-’77, ο εργοστασιακός συνδικαλισμός, η αντίσταση στα μετέπειτα αντεργατικά μέτρα του ΠΑΣΟΚ, οι ογκώδεις διαδηλώσεις του Πολυτεχνείου, οι καταλήψεις σε σχολές, οι εργατικοί αγώνες σε τεράστιες βιομηχανίες και οι απεργίες ενάντια στον νεοφιλελεύθερο οδοστρωτήρα του Μητσοτάκη και τον εκσυγχρονισμό του Σημίτη, είναι κάποιες από τις στιγμές που θέλει να ξεχάσει η κυρίαρχη τάξη και οι πολιτικοί της εκπρόσωποι. Και αφετηρία όλων των παραπάνω είναι το κύμα που γεννήθηκε μετά το Πολυτεχνείο.

Η επικαιρότητα του Πολυτεχνείου σήμερα


Κ άπως έτσι, λοιπόν, τα γεγονότα της εξέγερσης του Πολυτεχνείου δεν έχουν ενιαία ερμηνεία. Υπάρχει η αφήγηση της κυρίαρχης τάξης που θέλει να τα ξεχάσει, υπάρχει η αφήγηση της ακροδεξιάς που θέλει να τα διαστρεβλώσει, υπάρχει η αφήγηση της ρεφορμιστικής Αριστεράς που θέλει εκ των υστέρων να τα θέσει στο μουσείο και υπάρχει και η αφήγηση της επαναστατικής Αριστεράς που θέλει να κρατήσει τις μνήμες του Πολυτεχνείου ζωντανές ως ένα χρήσιμο εργαλείο για τους νέους αγώνες που έρχονται. Η τελευταία αυτή οπτική δεν αντιμετωπίζει τα γεγονότα του Πολυτεχνείου ως ένα μουσειακό-αρχειακό υλικό, αλλά ως ένα έμπρακτο παράδειγμα ξεσηκωμού των από κάτω μέσα σε ένα ανελεύθερο στρατοκρατικό καθεστώς. 
Με τα σωστά της και τα λάθη της, λοιπόν, η εξέγερση του Νοέμβρη έχει να δώσει πάρα πολλά σε όσους ακόμη και σήμερα θεωρούν ότι ένας καλύτερος κόσμος δεν χαρίζεται, αλλά διεκδικείται. Και αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στο πόσο πολλαπλά επίκαιρο είναι το τριήμερο του Πολυτεχνείου τα τελευταία χρόνια. Επί Σαμαρά η 17 Νοέμβρη συνδέθηκε με τους αγώνες ενάντια στα μνημόνια, τους φασίστες και την καταστολή, επί Τσίπρα συνδέθηκε με τον αγώνα ενάντια στη φτώχεια, στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και το ΝΑΤΟ στο Αιγαίο, ενώ επί Μητσοτάκη, παρότι ακόμη νωρίς, φαίνεται ότι το Πολυτεχνείο θα συνδεθεί με την υπεράσπιση του ασύλου, την πάλη ενάντια στην καταστολή και την αντίσταση στη νεοφιλελεύθερη επίθεση.
Σήμερα, η κυβέρνηση της ΝΔ έρχεται να τσακίσει τα ήδη διαλυμένα εργατικά δικαιώματα, να καταστείλει τα νεολαιίστικα κινήματα, να κάνει τη ζωή μαρτύριο σε πρόσφυγες και μετανάστες και να εξυπηρετήσει με χαρά τον δυτικό ιμπεριαλισμό στην περιοχή. Η σημασία της οικοδόμησης μια μαζικής μαχητικής αντιπολίτευσης και της επανεμφάνισης του λαϊκού παράγοντα στο προσκήνιο είναι αναγκαία. Και τότε και τώρα απέναντι στους εργαζόμενους και τα φτωχά λαϊκά στρώματα υπάρχει μια τάξη που δεν θα διστάσει σε τίποτα μπροστά στον κίνδυνο να χάσει τα προνόμιά της. Το Νοέμβρη του ’73 αυτό φάνηκε ωμά με όπλα και με τανκς, ενώ σήμερα υπάρχουν άλλοι τρόποι, πιο καλυμμένοι, αλλά όχι λιγότερο επικίνδυνοι. Το Πολυτεχνείο παρ’ όλα αυτά έρχεται να μας θυμίσει ότι οι αγώνες για έναν κόσμο χωρίς φτώχεια, πόλεμο και ρατσισμό απαιτούν πολιτική αντιπαράθεση και σύγκρουση. Και αυτή η μνήμη δεν χωράει σε μουσεία, αλλά μόνο στους δρόμους.

 

Οι αγώνες για το άσυλο τότε και σήμερα


Προεκλογικά, αλλά και μετεκλογικά η κυβέρνηση της ΝΔ σήκωσε αρκετά το ζήτημα του πανεπιστημιακού ασύλου. Ένα ζήτημα που ιδιαίτερα φέτος αποκτά ξεχωριστή σημασία στο τριήμερο του Πολυτεχνείου. Και αυτό γιατί η ιστορική μνήμη έρχεται σε σύγκρουση με τη σημερινή πολιτική πραγματικότητα και τις προτεραιότητές της.
Ιστορική σημασία
Τα πανεπιστήμια ανέκαθεν αποτελούσαν χώρους έκφρασης και προβληματισμού για τους φοιτητές. Από τη δεκαετία του ’50 ξεκινάει η μαζική είσοδος φοιτητών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, ενώ τη δεκαετία του ’60 έγιναν οι πρώτες απόπειρες κοινωνικής οικειοποίησης του ασύλου και απελευθέρωσης της χρήσης του από αποκλειστικά ακαδημαϊκά πλαίσια. Κάπως έτσι, λοιπόν, το εθιμικό άσυλο άρχισε να αποκτά πραγματική υπόσταση μέσα από τους αγώνες και τις διεκδικήσεις των φοιτητών, που άρχισαν να βλέπουν τις σχολές όχι ως αποστειρωμένα τεχνολογικά ιδρύματα, αλλά ως ζωντανούς κοινωνικούς χώρους στους οποίους αναπτύσσονται νέα ρεύματα και δυναμικές.
Έτσι και στην Ελλάδα, ακόμη και μέσα στο ανελεύθερο και καταδιωκτικό καθεστώς της χουντικής τρομοκρατίας, οι φοιτητές και οι φοιτήτριες, πιάνοντας το νήμα των διεθνών αγώνων και κινημάτων, έδωσαν νέο νόημα στην έννοια του ασύλου. Τα πανεπιστήμια, παρά την κρατική και παρακρατική εποπτεία, έγιναν κύτταρα αγώνα μέσα από τα οποία ήρθε το τέλος της Χούντας. Οι φοιτητικές κινητοποιήσεις πήραν αρχικά τη μορφή αποχής από τα μαθήματα και στη συνέχεια μετουσιώθηκαν σε καταλήψεις και πανεπιστήμια-κέντρα αγώνα. Κέντρα αγώνα στα οποία υπήρχαν συνελεύσεις, επιτροπές και όργανα που αποφάσιζαν.
Στις 14 Φλεβάρη 1973, 1.500 φοιτητές συγκεντρώνονται στο πολυτεχνείο και στη συνέχεια διαλύονται από την αστυνομία που συλλαμβάνει 100 άτομα. Δύο ημέρες μετά 2.500 φοιτητές/τριες καταλαμβάνουν τη Νομική Σχολή στο κέντρο της Αθήνας, διατρανώνοντας τα αιτήματά τους. Εξέρχονται από τη σχολή με πορεία και συγκρούονται με την αστυνομία και παρακρατικές ομάδες. Στις 21 Φλεβάρη γίνεται κατάληψη της Νομικής από 4.000 φοιτητές/τριες, όπου και πάλι ακολουθεί σκληρή καταστολή από την αστυνομία, ενώ στις 16 Μάρτη 500 φοιτητές καταλαμβάνουν την πανεπιστημιακή Λέσχη στην Πάτρα με παρόμοια αποτελέσματα. Μέχρι λοιπόν να φτάσουμε στα γεγονότα του Νοέμβρη, βλέπουμε ότι τα πανεπιστήμια αποτελούσαν τόπους αγώνων και ριζοσπαστικοποίησης μέσα σε συνθήκες Χούντας και ανελευθερίας.
Σύγχρονη πραγματικότητα
Σήμερα γίνεται από πολλές πλευρές μια προσπάθεια να λοιδορηθεί η έννοια και το περιεχόμενου του πανεπιστημιακού ασύλου. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, αναφερόμενη στα πανεπιστήμια, κάνει λόγο για «κέντρα βίας και ανομίας», προσπαθώντας να στοχοποιήσει το οργανωμένο κίνημα και την Αριστερά. Πρόκειται για μια έξυπνη μέθοδο αποπροσανατολισμού της συζήτησης από τα σοβαρά προβλήματα σε ζητήματα εντυπωσιασμού. Αντί να περιστρέφεται η συζήτηση γύρω από την υποχρηματοδότηση και την εγκατάλειψη που βιώνει το σύγχρονο δημόσιο πανεπιστήμιο, περιστρέφεται γύρω από το πώς θα γίνουν οι χώροι των σχολών όλο και πιο ελεγχόμενοι.
Η κυβέρνηση μέσα στο κατακαλόκαιρο ψήφισε την κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου, υιοθετώντας κατά βάση δύο επιχειρήματα. Το πρώτο ήταν ότι «το πανεπιστήμιο είναι άσυλο ιδεών και όχι αγώνων». Όμως μιλάμε για ένα φαιδρό επιχείρημα, αφού στις σύγχρονες αστικές δημοκρατίες παντού υπάρχει ελεύθερη έκφραση και διακίνηση ιδεών, χωρίς να απαιτείται η θεσμοθέτηση του ασύλου. Το δεύτερο επιχείρημα ήταν ότι με την κατάργηση του ασύλου καταπολεμάται η «εγκληματικότητα στα πανεπιστήμια». Η πραγματικότητα όμως είναι πολύ πιο σύνθετη και σχετίζεται με τις ρίζες της εγκληματικότητας. Οι όποιες εγκληματικές συμπεριφορές εμφανίζονται σε πανεπιστημιακούς χώρους οφείλονται στη φτώχεια και την ανέχεια, που γέννησαν οι πολιτικές λιτότητας και φτωχοποίησης, και όχι στο πανεπιστημιακό άσυλο. Οφείλονται στο ότι σε συνθήκες κρίσης ένα κομμάτι της κοινωνίας ζει άκρως περιθωριοποιημένο και εγκαταλειμμένο, βρίσκοντας διέξοδο στην παραβατικότητα και την παρανομία.
Έτσι, λοιπόν από το άσυλο των αγώνων, που οδηγούσε στην ανατροπή ακόμη και χουντικών καθεστώτων, περνάμε στην κολεγιοποίηση και τον απολίτικο ιδρυματισμό που επιδιώκει να επιβάλει η ΝΔ του Μητσοτάκη. Περνάμε στο μοντέλο της κάμερας, των security και των διαλυμένων συλλογικών διαδικασιών. Μπροστά σε αυτή την κατάσταση οι Φοιτητικοί Σύλλογοι φαίνεται πως αντιδρούν. Ήδη δεκάδες σχολές έχουν πάρει αγωνιστικές αποφάσεις προς την κατεύθυνση της υπεράσπισης του ασύλου και της έννοιας του δημόσιου πανεπιστημίου γενικά. Η φετινή πορεία του Πολυτεχνείου αποτελεί μια ακόμη ευκαιρία να σταλεί ένα ηχηρό μήνυμα αντίστασης και ανυπακοής στην κυβέρνηση Μητσοτάκη. Φοιτητές, μαθητές και εργαζόμενοι πρέπει από κοινού να καταστήσουν σαφές ότι τα σχέδια μετάλλαξης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης δεν θα περάσουν.