Το πορτογαλικό πείραμα σταδιακής αντιστροφής της λιτότητας, χωρίς αμφισβήτηση του κυρίαρχου πλαισίου από την κυβέρνηση Σοσιαλιστών με τη στήριξη των κομμάτων της Αριστεράς, έχει δώσει κάποια πρώτα δείγματα γραφής τα οποία αξίζει να παρακολουθούμε.

Τις πρώτες εβδομάδες, η κυβέρνηση του Αντόνιο Κόστα έδειξε την πρόθεση να τιμήσει κάποιες από τις δεσμεύσεις που ανέλαβε για να εξασφαλίσει την κοινοβουλευτική στήριξη του ΚΚΠ και του Μπλόκο: Για παράδειγμα, επανεξετάζεται η ιδιωτικοποίηση του δημόσιου αερομεταφορέα TAP ενώ ακυρώθηκαν κάποιες παραχωρήσεις που είχε κάνει το Δημόσιο Σύστημα Συγκοινωνιών σε ιδιωτικές εταιρείες στο Πόρτο και τη Λισαβόνα. 
Η απόφαση που θεωρήθηκε πιο εμβληματική ήταν η αύξηση του κατώτατου μισθού, από τα 505 ευρώ στα 530. Πρόκειται για το πρώτο στάδιο ενός σχεδίου που προβλέπει αύξησή του 25 ευρώ κάθε χρόνο με στόχο να φτάσει τα 600 ευρώ στο τέλος της κυβερνητικής θητείας. Το  μέτρο είναι κατ’ αρχάς κατώτερο των (δραματικών για τους «φτωχούς εργαζόμενους») περιστάσεων. Για παράδειγμα, η εργατική συνομοσπονδία CGTP ζήτησε άμεση αύξηση στα 600 ευρώ, ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι και η δεξιά κυβέρνηση του Πάσος Κοέλιο είχε προχωρήσει σε μια αντίστοιχη αύξηση το 2014 (στα 505 από τα 485 στα οποία είχε «παγώσει» από το 2011). Ωστόσο, η επιλογή να προχωρήσει η αύξηση σε πείσμα των εργοδοτικών ενώσεων (με Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου από τον υπουργό Εργασίας) αλλά και η τάση ο μισθός να αυξάνεται -σε τέτοιες σκληρές εποχές- είναι από μόνη της σημαντικό νέο (όπως αναγνώρισε και η CGTP, παρά τις ενστάσεις της για το ύψος).
Ο πρώτος σοβαρός τριγμός στις σχέσεις Σοσιαλιστών και αριστερών κομμάτων, και το πρώτο δείγμα του τι σημαίνει «με σεβασμό στις υποχρεώσεις μας», ήρθε λίγο μετά από αυτά τα πρώτα μέτρα. Με την προτροπή της ΕΚΤ, η κυβέρνηση Κόστα δαπάνησε 2,2 δισ. δημόσιο χρήμα για να «διασώσει» την τράπεζα Banif, αναλαμβάνοντας το «τοξικό» κομμάτι της και πουλώντας έναντι μόλις 150 εκατομμυρίων ευρώ το «καλό» κομμάτι στην ισπανική Santander. 
Πρόκειται για ένα κάθε άλλο παρά μικρό επεισόδιο, γιατί αναδεικνύει τις αντιφάσεις του «πειράματος» και τα διλήμματα στα οποία θα βρεθούν οι πολιτικές δυνάμεις που το στηρίζουν. 
Για παράδειγμα, τα συνδικάτα των δημοσίων υπαλλήλων απαίτησαν σε πρόσφατη συνάντησή τους με την κυβέρνηση την άμεση αποκατάσταση του 35ωρου, την αποκατάσταση των «ωριμάνσεων» και την αντιστροφή των περικοπών μισθών. Καλούν μάλιστα σε απεργία στα τέλη του μήνα αν δεν αποκατασταθεί άμεσα το 35ωρο. 
Από την άλλη η κυβέρνηση προσανατολίζεται σε «σταδιακή» κατάργηση των περικοπών (περικοπές από 2,1% ως 6% το πρώτο τρίμηνο του 2016, 1,4% ως 4% το δεύτερο, 0,7% ως 2% το τρίτο και στο τέλος του έτους πλήρης κατάργησή τους) και το «ξεπάγωμα» των ωριμάνσεων «ως το 2018». Η έκκληση στους εργαζόμενους να «σφίξουν για λίγο ακόμα το ζωνάρι» έρχεται σε αντίφαση με την παροχή 2,2 δισ. ευρώ για να ξελασπώσουν οι τραπεζίτες της Banif και να κάνει τη δουλειά της η Santander. 
Είναι ένα ζήτημα που αντικατοπτρίζει τα γενικότερα διλήμματα που θα προκύπτουν, καθώς το χρέος της Πορτογαλίας ως ποσοστό του ΑΕΠ παραμένει το τρίτο μεγαλύτερο πανευρωπαϊκά και οι πιέσεις των ευρωπαϊκών θεσμών «να μη ξεφύγει ξανά η δημοσιονομική πειθαρχία» παραμένουν ισχυρές. Με τον υπουργό Οικονομικών Μάριο Σεντένο να δηλώνει τυφλή πίστη στις ευρωπαϊκές Συνθήκες, αυτός ο «ζουρλομανδύας» θα βάζει διαρκώς εμπόδια σε κάθε αναδιανεμητική προσπάθεια και θα τη «νερώνει» ή επιβραδύνει, αν δεν φτάσει κάποια στιγμή να την ακυρώσει πλήρως.
Το δεύτερο ζήτημα που ανέδειξε η υπόθεση Banif είναι πολιτικό. Καθώς το Μπλόκο και το ΚΚΠ καταψήφισαν το νομοσχέδιο «διάσωσης», αυτό πέρασε με τις ψήφους των Σοσιαλιστών βουλευτών καθώς η Δεξιά επέλεξε τη -διευκολυντική- αποχή. Δημιουργείται ένα «προηγούμενο» που αν συνεχιστεί θα δημιουργήσει το παράδοξο μιας κυβέρνησης η οποία μένει στη θέση της με την ανοχή της Αριστεράς ενώ διατηρεί τη δυνατότητα να νομοθετεί στα «κρίσιμα ζητήματα» με την ανοχή της Δεξιάς!
Αυτές τις αντιφάσεις εντόπισε σε άρθρο του στο internationalviewpoint ο Ζοάο Καμάργκο, ακτιβιστής του Μπλόκο, καταλήγοντας σε μια πρόβλεψη: «Αναμφίβολα αυτές οι αντιφάσεις θα παραγάγουν, αργά ή γρήγορα, μια σύγκρουση με τη συμφωνία που έγινε μεταξύ Σοσιαλιστών και Αριστεράς, οδηγώντας τους Σοσιαλιστές στην ίδια κατάσταση που βρέθηκαν μετά τις εκλογές του Οκτώβρη» (σ.σ. να επιλέξουν μεταξύ συμμαχίας με τη Δεξιά και «πασοκοποίησης» και της «περιπέτειας» μιας συμμαχίας με την Αριστερά).
Η πολιτική αστάθεια κάθε άλλο παρά ξεπεράστηκε λοιπόν στην Πορτογαλία, και αυτός είναι ένας λόγος που αποκτούν ιδιαίτερη σημασία οι προεδρικές εκλογές στις 24 Γενάρη. Ο ρόλος του ΠτΔ στην Πορτογαλία δεν είναι «διακοσμητικός», ειδικά σε συνθήκες πολιτικής-κοινοβουλευτικής αστάθειας. 
Το μεγάλο φαβορί είναι ο Μαρσέλο Ρεμπέλο δε Σόουζα, ηγετικό στέλεχος της Δεξιάς, που σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις δεν αποκλείεται να εκλεγεί από τον πρώτο γύρο (συνεχίζοντας την κυριαρχία της Δεξιάς στο εν λόγω πόστο τα τελευταία χρόνια). 
Η κεντροαριστερή ψήφος αναμένεται να διασπαρεί ανάμεσα στη Μαρία ντε Μπελέμ Ροζέιρα, στέλεχος των Σοσιαλιστών (και θεωρούμενη εκπρόσωπο της πιο συντηρητικής τους πτέρυγας) και τον Αντόνιο Σαμπάιο ντα Νοβόα, ανένταχτο προοδευτικό καθηγητή πανεπιστημίου (ο οποίος σύμφωνα με κάποιες πηγές ενθαρρύνθηκε να κατέβει στις εκλογές από τον ηγέτη των Σοσιαλιστών, Αντόνιο Κόστα). Και οι δύο συγκεντρώνουν ένα ποσοστό γύρω στο 15-17% και ένας από τους δύο θα βρεθεί στις 14 Φλεβάρη απέναντι στον Σόουζα, αν αυτός δεν πάρει τελικά πάνω από 50% από τον πρώτο γύρο. Οι υποψηφιότητες της Αριστεράς, τόσο η Μαρίζα Ματίας του Μπλόκο όσο και ο Έντγαρ Σίλβα του ΚΚΠ, συγκεντρώνουν ποσοστά πολύ χαμηλότερα από αυτά που πήραν τα κόμματά τους στις βουλευτικές. 
Αν πράγματι εκλεγεί ο Σόουζα (όπως όλα δείχνουν), θα υπάρξει μια «συγκατοίκηση» με τη Δεξιά που θα κάνει την κατάσταση κινούμενης άμμου στην πολιτική ζωή της Πορτογαλίας ακόμα πιο πολύπλοκη...