Η Ιταλία οδεύει σε εκλογές μετά την κατάρρευση της διακομματικής, τεχνοκρατικής κυβέρνησης Μόντι.

Η τραγική ειρωνεία είναι ότι το λάβαρο κατά της λιτότητας ύψωσε πρώτη η Δεξιά, ενώ η κεντροαριστερά επέμενε μέχρι τέλους στη στήριξη της κυβέρνησης Μόντι. Είναι ένα ακόμα «κόλπο γκρόσο» του Μπερλουσκόνι, που υπολογίζει να διασωθεί και να ανακάμψει το κόμμα του, αξιοποιώντας καιροσκοπικά την οργή ενάντια στη λιτότητα και υποτάσσοντάς την στις «αντι-ευρωπαϊκές» αναζητήσεις μερίδας της ιταλικής άρχουσας τάξης και του δικού του πολέμου με τους ανταγωνιστές του.
Η επιλογή μερίδας του ιταλικού ΣΕΒ να ανασυγκροτήσει την παλιά Χριστιανοδημοκρατία ως νέα δύναμη της Δεξιάς στη θέση του μπερλουσκονισμού σφραγίστηκε από την απόφαση του εκλεκτού της Μάριο Μόντι να κατέβει με το «κέντρο» (όπως κακώς ονομάζεται η συμμαχία των καθολικών με τους μεταλλαγμένους νεοφασίστες του Φίνι).
Το Δημοκρατικό Κόμμα (κεντροαριστερά) προηγείται στις δημοσκοπήσεις και προσπαθεί να στήσει γέφυρες και προς τα αριστερά του με την «Αριστερά και Ελευθερία» του Βέντολα (η «μπερτινοτική» διάσπαση της Επανίδρυσης) και προς τα δεξιά του με τον «πόλο» που στηρίζει τον Μόντι. Στο μεταξύ, ο κωμικός Πέπε Γκρίλο συγκεντρώνει διψήφια δημοσκοπικά ποσοστά. Το δυστύχημα είναι ότι, σε αυτό τον πολιτικό χαμό, η ριζοσπαστική Αριστερά παραμένει στο περιθώριο, συνεχίζοντας να πληρώνει τα εγκλήματα του πρόσφατου παρελθόντος (συμμετοχή στην κυβέρνηση Πρόντι)…