Η  αγωνία για την επόμενη μέρα και την επόμενη κυβέρνηση θέλουμε να μετατραπεί σε έγκαιρη προετοιμασία για συλλογικούς αγώνες και για την πολυπόθητη ενότητα της Αριστεράς, ειδικά στους χώρους που ασκείται άμεσα η ταξική πολιτική, στους χώρους δουλειάς.

Μετά τις βουλευτικές εκλογές, όποια κι αν είναι η επόμενη κυβέρνηση (με ισχυρή πιθανότητα να είναι η ΝΔ του ακραία φιλελεύθερου Μητσοτακέικου), τα μνημόνια χωρίς ημερομηνία λήξης και η υπερ-λιτότητα των ματωμένων πλεονασμάτων θα φέρουν την εργατική τάξη της χώρας μας σε ακόμα μεγαλύτερες δυσκολίες, μετά από 10 συνεχόμενα χρόνια κρίσης που της φόρτωσαν για να πληρώσει χρέη άλλων!
Ο δρόμος για τη λιτότητα διαρκείας έχει ανοίξει διάπλατα, μετά και από τη διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, με τις υπογεγραμμένες υποχρεώσεις επιτροπείας μέχρι το 2060, με τις υπογεγραμμένες δεσμεύσεις για τεράστια πλεονάσματα, για ιδιωτικοποιήσεις, για όλο και λιγότερο κοινωνικό κράτος, για συντάξεις πείνας, για σχολεία κατά τα πρότυπα του ΟΟΣΑ και για ιδιωτικοποιημένα νοσοκομεία (ΝΠΙΔ), χωρίς κατοχυρωμένες συλλογικές διαπραγματεύσεις και συμβάσεις, με περιορισμούς στην απεργία και τα συνδικαλιστικά δικαιώματα (αλλαγή Ν. 1264/1982), με αυξανόμενη ελαστική εργασία ακόμα και στο Δημόσιο, με ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς για τη λαϊκή περιουσία, με πολεμικούς εξοπλισμούς κι επικίνδυνη πρόσδεση στα ιμπεριαλιστικά πετρελαϊκά συμφέροντα.
Αυτά για την πλευρά των εργαζομένων. Όσο για την πλευρά των εργοδοτών και των επιχειρήσεων επιφυλάσσεται μακράν καλύτερη… μοίρα, με επιδοτήσεις ασφαλιστικών εισφορών, με επιδοτήσεις γενικότερες, με φοροαπαλλαγές, μειώσεις φόρων, με μειωμένους ελέγχους δραστηριοτήτων, με παραχώρηση κερδοφόρων αρμοδιοτήτων του Δημοσίου και κοινωνικών υπηρεσιών, με φιλελευθεροποίηση και εξαφάνιση των εργατικών δικαιωμάτων, με ανεξέλεγκτους όρους υγιεινής κι ασφάλειας, με αύξηση του χρόνου δουλειάς και μείωση του «μη μισθολογικού κόστους».
Ο νεοφιλελές Μητσοτάκης, η ακραία ΝΔ, με τη δεδηλωμένη κι αδιαπραγμάτευτη αφοσίωση στο μεγάλο κεφάλαιο και την «απελευθερωμένη» ιδιωτική επιχειρηματικότητα, θα βρει στρωμένο δρόμο από τις προηγούμενες και την αμέσως  προηγούμενη κυβερνήσεις. Θα βρει έτοιμο νομοθετικό έργο και παρεμβάσεις στα θεσμικά ζητήματα (πέρα από τα οικονομικά) που θα τον διευκολύνουν στην αντεργατική πολιτική του.
Οι ετοιμασίες του εργατικού και συνδικαλιστικού κινήματος, δυστυχώς, δεν είναι αντίστοιχες.
Θα χρειαστεί επιτάχυνση της τελευταίας στιγμής για να αντιμετωπίσουμε τις παρεμβάσεις που έχουν συντελεστεί και είτε έχουν ήδη εφαρμοστεί, είτε έχουν αναβληθεί για μετά τις εκλογές, για να μην αποκαλύπτονται όλα ωμά και χαθούν ακόμα περισσότεροι ψηφοφόροι.
Το ΜΕΤΑ, σε μια διευρυμένη σύσκεψη που οργάνωσε στις 13/6, αλλά και σε προηγούμενες διαδικασίες του, ασχολήθηκε ιδιαίτερα με το άμεσο μέλλον και την επείγουσα ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος.
Δύο βασικά γεγονότα φανερώνουν την πραγματικότητα και την άμεση ανάγκη αντιμετώπισης από όσο μαζικότερα τμήματα των εργαζομένων γίνεται να κινητοποιηθούν. α) Η νέα κυβέρνηση και οι επιθετικές πολιτικές σε βάρος των εργαζομένων, είτε με τη σκληρή μορφή (ΝΔ), είτε με τη διανθισμένη με υποκριτική ευαισθησία και αριστερή φρασεολογία (ΣΥΡΙΖΑ) και β) η διαλυτική κατάσταση του οργανωμένου συνδικαλιστικού χώρου, με την κρίση της ΓΣΕΕ να υπογραμμίζει το τέλμα που έχουμε να διαχειριστούμε και να ξεπεράσουμε.
Μπροστά σε αυτές τις εξελίξεις η Αριστερά στα συνδικάτα και τους χώρους δουλειάς δεν μπορεί να παραμένει απαθής, παρατηρώντας, καταγράφοντας και περιγράφοντας τις δυσκολίες, εξασκώντας τον ενδοαριστερό εμφύλιο και τον πλήρη σεχταρισμό, παίρνοντας δήθεν ενωτικές πρωτοβουλίες με τρόπο που να αποθαρρύνουν την πραγματική ενοποίηση δυνάμεων στη δράση και την αληθινή ζωή.
Το ΜΕΤΑ επανειλημμένα έχει προσπαθήσει και θα συνεχίσει να εργάζεται με ακόμα μεγαλύτερη ένταση κι επιμονή τώρα, χωρίς απαγορευτικά κριτήρια και όρους, χωρίς αιφνιδιασμούς των υπόλοιπων δυνάμεων και χωρίς εκπτώσεις στη συνδικαλιστική πολιτική του, για να συνεργαστεί με τις ριζοσπαστικές και ταξικές δυνάμεις, τόσο για τη δημιουργία ενός κέντρου αγώνα που να ξεπερνά τα εμπόδια της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, όσο και για συνενώσεις δυνάμεων στα κρίσιμα συνέδρια μεγάλων και καθοριστικών ομοσπονδιών για το γενικό αποτέλεσμα του ταξικού συσχετισμού, αλλά και για τη δημιουργία κινηματικών αντιστάσεων και αγωνιστικών διεκδικήσεων, στον τόπο του… εγκλήματος, στους χώρους που δουλεύει η τάξη μας σε συνθήκες γαλέρας.
Οι συντρόφισσες και σύντροφοι του ΜΕΤΑ έχουμε επίγνωση για το φόβο που προκαλεί στους εργαζόμενους η διαφαινόμενη επέλαση του καθαρόαιμου φιλελεύθερου Μητσοτάκη, αλλά και για την απογοήτευση και το πάγωμα που προκάλεσε η κυβέρνηση που πρόδωσε τις ελπίδες, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ.
Θυμόμαστε πολλές φορές το εργατικό κίνημα, που ενώ έμοιαζε αδρανοποιημένο, εισέβαλλε μαχητικά στο προσκήνιο, επιβάλλοντας αλλαγές στα σχέδια και την κεντρική πολιτική ατζέντα του συστήματος.
Η κυβερνητική θητεία του μπαμπά και μεγάλου μπαμπούλα Μητσοτάκη (1990-1993), που επιχείρησε να «θατσεροποιήσει» την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα και να φέρει με αδιάλλακτο τρόπο την «κουλτούρα» της ιδιωτικοποίησης των πάντων και της μείωσης του κράτους, βρήκε εργατικές αντιστάσεις που δεν περίμενε και το τέλος της επήλθε με την αξέχαστη απεργία των οδηγών λεωφορείων (της ΕΑΣ για τους… μεγαλύτερους), εξαναγκάζοντας τους ιδιώτες, που ήδη είχαν αγοράσει λεωφορεία, να τα επιστρέψουν στο κράτος (που τόσο μισεί, αλλά και απομυζά η οικογένεια Μητσοτάκη).
Δεν ισχυριζόμαστε ότι το εργατικό κίνημα είναι στην ίδια κατάσταση με τότε, ωστόσο, η θατσερικού τύπου συντριβή δεν έχει συντελεστεί σε σωματεία κι εργαζόμενους, ενώ υπάρχει πλούσια εμπειρία αγώνων και προσπαθειών πολιτικής συνεργασίας στους χώρους της Αριστεράς, που μπορούν να αξιοποιηθούν προς όφελος της τάξης μας.
Σε αυτό το σκηνικό έχουμε πρόταση προς κάθε ταξική δύναμη για επαναφορά του εργατικού κινήματος στο δρόμο του αγώνα. Αυτή περιλαμβάνει ειλικρινά ενωτικές πρωτοβουλίες για την ενίσχυση της μαζικότητας και της αυτοπεποίθησης των εργαζομένων, συνεργασίες σε συνέδρια για να αποσπαστούν από τα χέρια των μνημονιακών δυνάμεων (ΔΑΚΕ-ΠΑΣΚΕ-ΣΥΡΙΖΑ) οι πλειοψηφίες στα συνδικάτα και η αδρανοποίηση κι απαξίωση που συνεπάγονται, καθημερινή δουλειά στα πρωτοβάθμια σωματεία, για την ενίσχυση των συλλογικών απαντήσεων σε κάθε μικρό ή μεγαλύτερο πρόβλημα.
Θέλουμε και μπορούμε να μετατρέψουμε το φόβο σε θυμό, την αποστράτευση σε συλλογική δράση, το ΤΙΝΑ σε αγωνιστικές διεκδικήσεις.