Τ ο σχέδιο εισήγησης ορθά αναδεικνύει ότι η μνημονιακή πολιτική και η κρίση δεν «μας έπληξαν όλους», αλλά κάποιοι κέρδισαν και εξακολουθούν να κερδίζουν ασύστολα, χωρίς να υπάρχει κανένα φως στο βάθος του τούνελ για την μεγάλη πλειοψηφία του λαού και ότι υπάρχει απόλυτη ανάγκη τα λαϊκά στρώματα της χώρας μας να βγουν στην αντεπίθεση και να διεκδικήσουν ανυποχώρητα να πάρουν πίσω όσα τους έκλεψαν.

(…)
Εξίσου προτεραιότητα αποτελεί η ανάληψη πρωτοβουλιών τόσο σε επιμέρους κοινωνικά μέτωπα, όσο και κεντρικά πολιτικά για να οικοδομηθεί η αναγκαία ενότητα της ριζοσπαστικής αριστεράς σε μια αντιμνημονιακή, αντιΕΕ κατεύθυνση και να μπολιαστούν οι κοινωνικοί αγώνες με την ελπίδα ότι πράγματι υπάρχει σήμερα άλλος δρόμος, ρεαλιστικός, συγκρουσιακός και ελπιδοφόρος. (…)
Αναμφίβολα αυτή η προσπάθεια γίνεται ακόμα πιο δύσκολη σήμερα που το πολιτικό και κοινωνικό σκηνικό μετατοπίζεται προς τα δεξιά και που ακροδεξιές λογικές και πρακτικές αποκτούν δυναμική διεθνώς.
Στα πλαίσια αυτά θα πρέπει να αναμετρηθούμε και με τα πολιτικά ζητήματα που έχουν  προκύψει για την ΛΑΕ.
Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ επέλεξε να ανοίξει μια σειρά από «εθνικά θέματα» (Μακεδονικό, στρατιωτική επιτήρηση των εξορύξεων στην ΑΟΖ της Κύπρου, καθορισμός υφαλοκρηπίδας με Αλβανία, παγίωση του άξονα Ελλάδα-Κύπρος-Ισραήλ-Αίγυπτος) σε μια προσπάθεια να προωθήσει πρωτίστως τα συμφέροντα της ελληνικής αστικής τάξης στην περιοχή ταυτιζόμενη με την νατοϊκή πολιτική υπό την αιγίδα των ΗΠΑ. Ταυτόχρονα όμως  επιχείρησε να μετατοπίσει την πολιτική ατζέντα από την επιβολή των μνημονιακών μεταρρυθμίσεων (όπου ταυτίζεται με την ΝΔ) σε ένα πεδίο όπου θα μπορούσε να εμφανίσει ότι έρχεται σε αντιπαράθεση με τις ακροδεξιές αγκυλώσεις της ΝΔ. Σε αυτό το πλαίσιο, που αντικειμενικά μετατόπιζε το πολιτικό σκηνικό προς τα δεξιά, η ΛΑΕ α) όφειλε να καταδείξει το ποιος πραγματικά ωφελείται από την προώθηση αυτών των σχεδίων που έχουν σαφή ιμπεριαλιστική σφραγίδα, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα  ότι οι εξελίξεις αυτές δεν λύνουν ζητήματα, αλλά μόνο νέα βάσανα θα φέρουν για τους λαούς της περιοχής και β) να επιμείνει στα κοινωνικά ζητήματα οργανώνοντας την παρέμβαση της σε αυτά. 
Αντί όμως γι’ αυτό -και χωρίς να υπάρχουν σχετικές αποφάσεις των οργάνων της ΛΑΕ- ο δημόσιος πολιτικός μας λόγος επικεντρωνόταν διαρκώς σε αυτό το πεδίο των εθνικών. Ταυτόχρονα επιχειρούσε να συμπορευθεί με τις ευαισθησίες ενός ακροατηρίου, που αντιλαμβάνεται τις εξελίξεις αυτές ως ένα πλήγμα στην εθνική του υπερηφάνεια. 
Κορυφαίο λάθος ήταν η κατ’ αρχήν θετική αντιμετώπιση των συλλαλητηρίων για τη Μακεδονία, που είχαν προφανή εθνικιστικά χαρακτηριστικά και χρησιμοποιούνταν ως εργαλεία για την ιδεολογικοπολιτική οικοδόμηση δεξιών και ακροδεξιών πόλων. Ακόμα όμως και μετά τη διόρθωση αυτής της κατεύθυνσης (χάρη και στις αποφάσεις του ΠΣ) και πάλι ο δημόσιος πολιτικός μας λόγος εξετράπη: έτσι από την καταγγελία της συμφωνίας των Πρεσπών ως  σχέδιο επέκτασης του ΝΑΤΟ στην περιοχή αναδεικνύαμε ως ζητήματα, και μάλιστα κυρίαρχα, την εκχώρηση της μακεδονικής γλώσσας και ταυτότητας, τα προβλήματα αλυτρωτισμού, που κατά αντιφατικό τρόπο τα συνδυάζαμε με την ανυπαρξία σλαβομακεδονικής μειονότητας,  για να φτάσουμε τελικά στην εντελώς έξω από κάθε είδους απόφαση της ΛΑΕ ονοματολογία περί Δαρδανίας. 
Οι κινήσεις για επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 μίλια στο Ιόνιο αντιμετωπίστηκε ως εθνική μειοδοσία γιατί «ξεχνάμε το Αιγαίο» (λες και η Τουρκία δεν έχει επεκτείνει αντιστοίχως τα χωρικά της ύδατα στη Μαύρη θάλασσα). H σύλληψη και η κράτηση των δύο ελλήνων στρατιωτικών  από το τουρκικό  κράτος, αναδείχθηκε σε μείζον θέμα «εθνικής αξιοπρέπειας». 
Η υπόθεση Κατσίφα αναγορεύθηκε σε απαίτηση δημοκρατίας και υποβαθμίστηκε πλήρως η προσπάθεια ακροδεξιών κύκλων να επανοικοδομήσουν οργανώσεις τύπου ΜΑΒΗ. Κυρίως δεν έγινε κατανοητό ότι η υπόθεση του επιδιώκεται να αποτελέσει όχημα για τη νομιμοποίηση της ακροδεξιάς σε τμήματα των λαϊκών τάξεων.
Ταυτόχρονα με τη συνέντευξη στη ΔΕΘ, αλλά και με μεταγενέστερη αρθρογραφία, αναγορεύθηκε σε μείζον μέτωπο η αποκατάσταση της δημοκρατίας, χωρίς μάλιστα εδώ να υπάρχει κάποιο ειδικό γεγονός - λες και δεν είναι πάγιο φαινόμενο στο νεοφιλελευθερισμό και πολύ περισσότερο στα πλαίσια της ΕΕ και των μνημονίων η απομάκρυνση των πολιτικών κέντρων εξουσίας από την παρουσία των αγώνων και των συμφερόντων των λαϊκών στρωμάτων. 
Η πάλη για τα δημοκρατικά δικαιώματα και τη λαϊκή κυριαρχία, καθώς και η πάλη ενάντια στα ιμπεριαλιστικά σχέδια και επεμβάσεις είναι αναμφισβήτητα σημαντικά μέτωπα, όπου η ΛΑΕ οφείλει να πάρει πρωτοβουλίες για τη συγκρότηση ευρύτερων ενωτικών πρωτοβουλιών απευθυνόμενη πρώτα και κύρια στις άλλες δυνάμεις της ριζοσπαστικής αριστεράς. Όμως η αναγόρευση της δημοκρατίας και της εθνικής κυριαρχίας σε πρωταρχικά πεδία παρέμβασης (με τον αντιστοιχούντα πολιτικό λόγο περί αποικιοκρατίας, μπατουστάν κλπ) παραπέμπει σε άλλα πολιτικά σχέδια και συμμαχίες με διαφορετικά κοινωνικά υποκείμενα και πολιτικές δυνάμεις. (…)
Στην πραγματικότητα η προσπάθεια απεύθυνσης σε ένα πανεθνικό ακροατήριο δεν έρχεται μόνο σε αντίφαση με το πρόγραμμα της ΛΑΕ, αλλά την πλήττει και εκλογικά. Η μεγάλη δεξαμενή όσων ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ τον Γενάρη του 2015 και είτε τον Σεπτέμβριο ψήφισαν ΛΑΕ, είτε ξανά ΣΥΡΙΖΑ (σε μια απέλπιδα προσπάθεια εφαρμογής «παράλληλου προγράμματος»), είτε στην συντριπτική τους πλειοψηφία κατευθύνθηκαν στην αποχή, όχι μόνο δεν έλκονται, αλλά απωθούνται από έναν τέτοιο πολιτικό λόγο. Σε αυτόν πρωτίστως τον κόσμο οφείλει να απευθυνθεί η ΛΑΕ και για να τον κάνει συμμέτοχο σε πολιτικές και κοινωνικές πρωτοβουλίες αντίστασης, αλλά και για την υπερψήφισή της έτσι ώστε αφενός να υπάρχει λαϊκή αντιπολίτευση στο κοινοβούλιο, αφετέρου να ανακοπεί η προσπάθεια αυτοδυναμίας της ΝΔ. Έτσι ανεξάρτητα από το πόσο «χειραγωγημένες» είναι οι δημοσκοπήσεις δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, ότι αυτή η μετατόπιση του δημόσιου πολιτικού λόγου της ΛΑΕ όπως εκφράζεται μονοσήμαντα όλο και περισσότερο πλήττει ραγδαία την πολιτική της επιρροή, και εξαερώνει το κύρος που απέκτησε για την παρέμβαση της στα κοινωνικά μέτωπα και ειδικά στο θέμα των πλειστηριασμών. Δεν είναι μόνο ή κυρίως το γεγονός, ότι οι δημοσκοπήσεις – που ήταν εξίσου «χειραγωγημένες» και πριν 1 ή 2 χρόνια, δείχνουν σημαντική υποχώρηση της ΛΑΕ. Είναι κυρίως, ότι αυτή η πολιτική μετατόπιση συμβάλλει σε πολιτική υποχώρηση της παρουσίας στους μαζικούς χώρους, υποχώρηση της εσωτερικής οργανωμένης ζωής, ενώ παράλληλα, εφ όσον συνεχιστεί, θα δυσκολέψει ακόμα περισσότερο την επικοινωνία της με άλλες τάσεις της αριστεράς αλλά και την παρουσία της στο μαζικό κίνημα. Η χρήση ενός αδιαμεσολάβητου πολιτικού λόγου (με δελτία τύπου, δηλώσεις κλπ) με την εντύπωση ότι αυτός θα φτάσει στις μάζες χωρίς να περνά από την δράση των δυνάμεων της ΛΑΕ είναι ψευδαίσθηση απεύθυνσης. Περαιτέρω, διαμορφώνει όρους νομιμοποίησης – πρωτίστως σε αυτούς που αναζητούν τέτοιους – για την εμφάνιση του ΣΥΡΙΖΑ ως μικρότερο κακό, ή σε κάθε περίπτωση εξίσου κακό με την «εθνικιστική ΛΑΕ», εξοπλίζοντας το ΣΥΡΙΖΑ με επιχειρήματα σε μία περίοδο που όσο θα πλησιάζουμε τις εκλογές τα διλήμματα θα οξύνονται.
Το πιο σημαντικό όμως ζήτημα είναι ότι η διατύπωση ενός πολιτικού λόγου που ούτε βασίζεται σε πολιτικές αποφάσεις των οργάνων της ΛΑΕ, ούτε αντιστοιχεί στις προγραμματικές της κατευθύνσεις, δείχνει έλλειψη ενδιαφέροντος για την ίδια την ενότητα και την πολιτική λειτουργία της ΛΑΕ. 
Το πρόβλημα μίας λανθάνουσας πολιτικής αντίληψης η οποία υπερβαίνει και δεν εντάσσεται στα προγραμματικά κείμενα και τις άλλες αποφάσεις της ΛΑΕ  παροξύνεται από  προβλήματα εσωτερικής πολιτικής λειτουργίας και δημοκρατίας. Έτσι: α) η εκφορά του συγκεκριμένου πολιτικού λόγου που θεωρούμε ότι βρίσκεται σε διαφοροποίηση από την προγραμματική πολιτική κατεύθυνση και τις επεξεργασίες της ΛΑΕ επιβλήθηκε από την δημόσια παρουσία β) σταδιακά όλος ο δημόσιος πολιτικός λόγος προσωποποιήθηκε σε πλήρη αντίθεση και με τις διακηρυγμένες κατευθύνσεις για την ανανέωση της δημόσιας εκπροσώπησης με νεότερους/ες συντρόφους/ισσες αλλά και  με την πραγματική αναγκαιότητα για κάτι τέτοιο. 
(…)
Έχουμε μπει στην τελευταία φάση της παρούσας διακυβέρνησης και μπροστά, σε ένα σύνολο πολιτικών και εκλογικών μαχών. Για μας είναι σαφές ότι έπρεπε να έχει ακολουθηθεί πολύ πιο έγκαιρα ένας διαφορετικός προσανατολισμός, στον δημόσιο πολιτικό λόγο, στις προτεινόμενες πολιτικές συμμαχίες και στην δημόσια εκπροσώπηση της ΛΑΕ. Ωστόσο έστω και τώρα πρέπει να γίνουν μείζονες αλλαγές α) στην ευθυγράμμιση του δημόσιου πολιτικού λόγου της ΛΑΕ, με τις προγραμματικές και πολιτικές αποφάσεις και την διάθεση των μελών της β) στην ανάληψη συγκεκριμένων πρωτοβουλιών και στη διαμόρφωση μίας σαφούς πολιτικής πρότασης προς άλλες δυνάμεις της ριζοσπαστικής αριστεράς για πολιτική και εκλογική συνεργασία και γ) στην διαφοροποίηση της δημόσιας πολιτικής εκπροσώπησης με πλουραλισμό και ανανέωση στη δημόσια εκπροσώπηση της ΛΑΕ, εν όψει των επερχόμενων εκλογικών μαχών. Οι απαιτούμενες αυτές αλλαγές δεν θα επιδράσουν μόνο στην επίτευξη των πολιτικών και εκλογικών στόχων της ΛΑΕ, αλλά και στην δυνατότητα της να υπάρξει και μετά τις εκλογές.
Οι εμπειρίες της τελευταίας 20ετίας δείχνουν ότι η συσπείρωση ευρύτερου δυναμικού γίνεται εφικτή κυρίως μέσα από τη συλλογική λειτουργία, τον σεβασμό στον «μετωπικό» χαρακτήρα των εγχειρημάτων, την ενίσχυση του πλουραλισμού, την απάντηση στα ζητήματα των εκπροσωπήσεων με συνυπολογισμό των κριτηρίων κινηματικής ακόμα και ηλικιακής αντιπροσωπευτικότητας. Στις σημερινές συνθήκες στη ΛΑΕ, θεωρούμε ότι αναπροσαρμογές προς αυτήν την κατεύθυνση είναι επείγουσες και πρέπει να υπηρετηθούν από όλους χωρίς εξαίρεση.
Για μας η ύπαρξη και η προγραμματική κατεύθυνση της ΛΑΕ με αυτούς τους όρους και με αντίστοιχη φυσιογνωμία αποτυπώνει το πιο σωστό πολιτικό σχέδιο και την πιο σωστή πολιτική κατεύθυνση (ενιαιομετωπική πολιτική, μεταβατικό πρόγραμμα φιλολαϊκής-εργατικής διεξόδου από την κρίση) σε μια προσπάθεια υπέρβασης των κατακερματισμών, των σεχταρισμών, των απολίτικων κινηματισμών. Γι’ αυτό και επιμένουμε σε αυτή την πολιτική κατεύθυνση επιμένοντας στην ανάγκη διόρθωσης και του δημόσιου πολιτικού λόγου που εκφέρουμε και του τρόπου που αυτός  αποφασίζεται (ή επιβάλλεται).
Στα πλαίσια αυτά είναι αναγκαία η αποσαφήνιση του εύρους των πολιτικών δυνάμεων στους οποίους απευθύνεται για συνεργασία η ΛΑΕ, η τόνωση της συλλογικής της λειτουργίας και η αποκατάστασης της συλλογικής εκφοράς του δημόσιου πολιτικού της λόγου.