Οι πιέσεις έφεραν την πρώτη υποχώρηση της κυβέρνησης στο ζήτημα του περιορισμού του δικαιώματος στην απεργία. Είναι μια μάχη που μόλις άνοιξε και χρειάζεται όταν ολοκληρωθεί να βρει νικητές τους εργαζόμενους.

Το χρονικό της κατάθεσης και της απόσυρσης της τροπολογίας
Στη βουλή συζητιόταν την Δευτέρα 4 Δεκέμβρη νομοσχέδιο του υπουργείου ψηφιακής πολιτικής, τηλεπικοινωνιών και ενημέρωσης, προφανώς άσχετο με τα συνδικαλιστικά ζητήματα και όσα η ΕΕ, το ΔΝΤ και οι δανειστές μαζί με το εγχώριο κεφάλαιο (ΣΕΒ), έχουν απαιτήσει εδώ και χρόνια να αλλάξουν στο νόμο για να περιορίσουν τα δικαιώματα συνδικάτων, συνδικαλιστών και των εργαζομένων συνολικά να αντιστέκονται. Η κυβέρνηση προσπάθησε σε αυτό το νομοσχέδιο να προσθέσει 3 τροπολογίες του υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Αλληλεγγύης.
Οι 3 τροπολογίες αφορούσαν: Το ποσοστό της απαρτίας για συζήτηση και λήψη απόφασης κήρυξης απεργίας στις γενικές συνελεύσεις πρωτοβάθμιων σωματείων, την αποζημίωση για εργατικά ατυχήματα με ευθύνη του εργοδότη και τον προγραμματισμό και την παροχή εργασίας του προσωπικού των ΚΤΕΛ.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ υποτίθεται ότι υπάρχει εδώ και καιρό διαβούλευση με τους θεσμούς και ενώ μέχρι χθες η κυβέρνηση δήλωνε τόσο δια στόματος της υπουργού εργασίας Έφης Αχτσιόγλου όσο και από άλλα στελέχη της ότι για τα εργασιακά θα υπάρξει νόμος που θα κατατεθεί στη βουλή, τελικά αυτά ήρθαν αιφνιδιαστικά ως τροπολογίες.
Η κίνηση αυτή της κυβέρνησης δείχνει σαφέστατα τα όρια και τις επιλογές της. Η κυβέρνηση επέλεξε τον αιφνιδιασμό για να αποφύγει τις μεγάλες αντιστάσεις από τους εργαζόμενους και να τους φέρει προ τετελεσμένων, αλλά ταυτόχρονα έδειξε ότι όταν υπογράφεις μνημόνια και συμφωνίες ο κατήφορος του χτυπήματος κάθε δικαιώματος των εργαζομένων δεν έχει πάτο. Ειδικά όταν η κυβέρνηση πρέπει να περάσει με επιτυχία τις εξετάσεις της για την τρίτη αξιολόγηση. 
Αν η κυβέρνηση δεν φοβόταν τους εργαζομένους και τα συνδικάτα, δεν θα προσπαθούσε να χτυπήσει το δικαίωμα στην απεργία. Και φοβάται πολύ περισσότερο από όσο πιστεύουν αυτή τη στιγμή ακόμη και τμήματα της Αριστεράς.
Λίγο πριν τα μεσάνυχτα της Δευτέρας 4 προς Τρίτη 5 Δεκέμβρη απέσυρε τελικά τις 3 τροπολογίες οι οποίες σύμφωνα με όσα δήλωναν δεξιά και αριστερά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ θα κατατεθούν ξανά σε άλλο νομοσχέδιο αφού υπάρξουν σε αυτές “βελτιώσεις” και τροποποιήσεις.
Οι τροπολογίες
Σε σχέση με το δικαίωμα στην απεργία η τροπολογία του υπουργείου Εργασίας προέβλεπε: «με την προτεινόμενη διάταξη ορίζεται ειδική απαρτία κατά τις γενικές συνελεύσεις πρωτοβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων σε περίπτωση συζήτησης και λήψης απόφασης κήρυξης απεργίας. Ειδικότερα, απαιτείται η παρουσία τουλάχιστον του ενός δευτέρου (1/2) των οικονομικά τακτοποιημένων μελών της συνδικαλιστικής οργάνωσης». Η κυβέρνηση γνωρίζει ότι λόγω της γραφειοκρατικής τακτικής που έχουν ακολουθήσει οι συνδικαλιστικές παρατάξεις του ΠΑΣΟΚ και της Δεξιάς, τα συνδικάτα δυσκολεύονται να έχουν αυτή τη συμμετοχή. Επίσης γνωρίζει ότι σε κλάδους όπως των εκπαιδευτικών (που ξεπερνάνε τις 100.000) πρακτικά θα ήταν αδύνατο να προκηρυχθεί απεργία.
Αυτό που πραγματικά θέλουν είναι να σβήσουν κάθε προσπάθεια συλλογικής αντίστασης στα μνημόνια και τη βαρβαρότητα της νεοφιλελεύθερης πολιτικής. Συνδικάτα που δεν έχουν το όπλο της απεργίας ακόμη και ως μέσο για καλύτερη διαπραγμάτευση με τους εργοδότες πολύ σύντομα θα πάψουν να παίζουν οποιοδήποτε ρόλο. Είναι τόσο δεμένη πια η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ στο άρμα του νεοφιλελευθερισμού που στη δεύτερη τροπολογία έκανε ακόμη ένα δωράκι στους εργοδότες. Με διάταξη που προσδιόριζε ότι για να καταβληθεί αποζημίωση σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος απαιτείται η διαπίστωση με δικαστική απόφαση πως το ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη. Για παράδειγμα δεν πρέπει απλά να μην είναι καλά φτιαγμένη μια σκάλα σε ένα εργοστάσιο από την οποία έπεσε κι έσπασε το πόδι του ένας εργαζόμενος. Θα πρέπει να αποδειχθεί ότι επίτηδες ο εργοδότης δεν έφτιαξε στερεή τη σκάλα για να αποζημιωθεί τελικά ο εργαζόμενος.
Η αντίσταση
Οι τροπολογίες ευτυχώς αποσύρθηκαν χθες αλλά οι απαιτήσεις είναι να επανέλθουν εκ νέου στη βουλή αυτά τα ζητήματα. Τα συνδικάτα ήδη έχουν καθυστερήσει να πάρουν πρωτοβουλίες παρότι το χτύπημα στο δικαίωμα της απεργίας είναι στις βλέψεις όλων των μνημονιακών κυβερνήσεων. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2014 επί κυβέρνησης Σαμαρά, που είχε ξανανοίξει με ένταση το ζήτημα της αλλαγής του συνδικαλιστικού νόμου, η ομάδα των ευρωβουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ είχε καταθέσει αντιδρώντας σχετική ερώτηση στην ευρωβουλή.
Οι εναπομείναντες στον ΣΥΡΙΖΑ ευρωβουλευτές αυτή τη φορά θα τηρήσουν σιγή ιχθύος, αλλά από τον Οκτώβρη του 2014 που κατατέθηκε η ερώτηση στην Ευρωβουλή, τα συνδικάτα εδώ δεν πήραν ούτε μια ουσιαστική πρωτοβουλία για να μπορέσουν να προετοιμάσουν αυτή τη μάχη. Ακόμη και τώρα ήταν πολύ θετικό ότι η ΑΔΕΔΥ είχε τα αντανακλαστικά να κηρύξει άμεσα στάση εργασίας, ενώ η ηγεσία της ΓΣΕΕ κοιμάται ακόμη τον ύπνο του δικαίου.
Οι παρατάξεις της Αριστεράς χρειάζεται από τώρα με συνελεύσεις, περιοδείες, εξορμήσεις ενόψει και της Γενικής Απεργίας στις 14 Δεκέμβρη, να προετοιμάσουν τον κόσμο της εργασίας για την κλιμάκωση της μάχης ενόψει της 3ης αξιολόγησης. Γιατί αν οι εργαζόμενοι χάσουν τη μάχη αυτή και τα συνδικάτα απολέσουν το δικαίωμα της προκήρυξης απεργίας, τότε το κίνημα συνολικά θα δυσκολευτεί πολύ να ξανασηκώσει κεφάλι.