Οι εκλογές της 20ής Σεπτέμβρη 2015 πέρασαν στην ιστορία ως ένα ορόσημο που κλείνει έναν κύκλο και ανοίγει έναν καινούργιο. Επισφράγισαν τη μνημονιακή μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και την «επιτυχία» του να εγκλωβίσει εκλογικά την κοινωνία εντός του «μνημονιακού κάδρου».

Νίκησε η «μνημονιακή Αριστερά» την «μνημονιακή Δεξιά» σε μια προεκλογική περίοδο, όπου η πολιτική συζήτηση αφορούσε σε οτιδήποτε εκτός του… μνημονίου. Αυτή εξάλλου ήταν η σκοπιμότητα του Α. Τσίπρα, όταν έκανε την επιλογή για εκλογές αμέσως μετά τη ψήφιση του 3ου Μνημονίου, ανατρέποντας την κοινωνική δυναμική του ΟΧΙ, ανασταίνοντας το πολιτικό σύστημα, επιβεβαιώνοντας το νεοφιλελεύθερο «μονόδρομο», βυθίζοντας την κοινωνική πλειοψηφία σε αμηχανία και σοκ. 
Εντούτοις το συμπέρασμα ότι η κοινωνική πλειοψηφία ενέκρινε την εφαρμογή του μνημονίου και της λιτότητας και αποδέχτηκε το νεοφιλελεύθερο δόγμα «Δεν υπάρχει εναλλακτική λύση» είναι αυθαίρετη και επιφανειακή. Παρά το αποτέλεσμα των εκλογών που έδωσε μεγάλη μνημονιακή πλειοψηφία στη βουλή, με ταυτόχρονη ενίσχυση των φασιστών και περιορισμό της Αριστεράς, αποτέλεσμα που αναμφισβήτητα παίζει αρνητικό ρόλο στην εξέλιξη της ταξικής και πολιτικής πάλης, η σπουδή για την ανακήρυξη της κοινωνικής συνθηκολόγησης με τη συνεχιζόμενη νεοφιλελεύθερη στρατηγική υποτίμησης της εργασίας και ταξικής λιτότητας, αποτελεί συστημική προσδοκία και μένει να αποδειχτεί στο επόμενο διάστημα, όταν το 3ο Μνημόνιο θα αρχίσει να παίρνει «σάρκα και οστά».  
Για την Αριστερά και πρώτα απ’ όλα για τη ΛΑΕ η συζήτηση οφείλει να ξεκινά από τη γενναία παραδοχή ότι δεν συγκροτήθηκε εκλογικό ρεύμα στη βάση της αναγνώρισης εναλλακτικής πολιτικής πρότασης –στοιχείο της απαραίτητης ταυτότητας ιδιαίτερα στις συνθήκες σύγχυσης, που προκλήθηκε από τη μεταστροφή του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτή η συζήτηση στο εσωτερικό της ΛΑΕ, που πρέπει να γίνει σε βάθος και με ουσιαστικούς συλλογικούς όρους, αφορά σε πλήθος διαπιστώσεων και συμπερασμάτων που χρειάζεται να εξαχθούν, αρχίζοντας από την αναγνώριση των αντικειμενικών δυσκολιών που αφορούν στον ελάχιστο διαθέσιμο χρόνο που υπήρχε για τη συγκρότησή της, αλλά και των υποκειμενικών αδυναμιών που αφορούν στην έλλειψη προετοιμασίας για τις εξελίξεις πριν από την προκήρυξη των εκλογών και φτάνοντας στην αναγνώριση των διαδικασιών που συμβαίνουν στο «εσωτερικό» της κοινωνίας, στα χαρακτηριστικά δηλαδή των σύγχρονων όρων της ιδεολογικοπολιτικής διαπάλης. 
Η απόρριψη των ιμπεριαλιστικών εκβιασμών και των ασφυκτικών μνημονιακών πλαισίων της ευρωζώνης, η απόρριψη του μνημονίου, με προτεραιότητα την άμεση ανατροπή της λιτότητας και την αναδιανομή πλούτου και ισχύος μέσα στη χώρα ή με προτεραιότητα ένα εναλλακτικό σχέδιο ανάπτυξης ως έξοδο από την καπιταλιστική κρίση αποτελούν διαφορετικές στρατηγικές. Μεταβατικό περιεχόμενο σε πραγματική σύνδεση με τον στρατηγικό στόχο του σοσιαλισμού δίνει μόνο η πρώτη προσέγγιση.   
Το ηθικό πλεονέκτημα της ΛΑΕ δεν αποδείχτηκε επαρκές για τη συγκρότηση εκλογικής δυναμικής και της στέρησε την, πολύτιμη για τη μαζική απεύθυνση, κοινοβουλευτική εκπροσώπηση. Όμως οι εκλογές είναι ήδη παρελθόν από το οποίο οφείλουμε να εξαγάγουμε συμπεράσματα, προκειμένου η Αριστερά να αναμετρηθεί με τη νέα πρόκληση που αντιμετωπίζει πια ο κόσμος της εργασίας, η νεολαία, η κοινωνική πλειοψηφία της αντίστασης στην εφαρμογή του 3ου Μνημονίου.  Ξεκινώντας από την οικοδόμηση ουσιαστικών σχέσεων μ’ όλον αυτό τον κόσμο στις μάχες που χρειάζεται να δώσει και στην ανάγκη του, πέρα από την εκλογική του επιλογή, για μεταβατικό, εναλλακτικό σχέδιο με σοσιαλιστική προοπτική.