Στις 25 Δεκέμβρη 1944 κι ενώ οι μάχες στους δρόμους της πρωτεύουσας είχαν κορυφωθεί με εκατοντάδες νεκρούς καθημερινά, ο Τσόρτσιλ έφτασε στην Αθήνα για συνομιλίες με τους ηγέτες της ελληνικής άρχουσας τάξης και κατέλυσε στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία». Κάτω από το ξενοδοχείο ο ΕΛΑΣ είχε τοποθετήσει μια τεράστια ποσότητα εκρηκτικών υλών. Επί μέρες το επιτελείο της αντίδρασης συζητούσε πάνω σε μια μπαρουταποθήκη, που το ΚΚΕ επέλεξε να μην πυροδοτήσει. Αυτή η εικόνα δίνει μια γεύση για ολόκληρο τον χαρακτήρα της συγκυρίας που οδήγησε στη σύγκρουση των Δεκεμβριανών.

Τα εκρηκτικά 
Η εργατική τάξη και τα φτωχά στρώματα στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στην Ελλάδα πέρασαν, στη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής, μέσα από μια δοκιμασία φρίκης. Στρατόπεδα συγκέντρωσης, εργασία σε συνθήκες σκλαβιάς και πείνα, που ειδικά στην Αθήνα κόστισε πολλές χιλιάδες νεκρών κατά τον λιμό του ’41-’42. Μόνο έτσι μπορούσε να δουλέψει το χιτλερικό καθεστώς, που απομυζούσε όλη την Ευρώπη για να τροφοδοτήσει τον πόλεμό του. Όμως, σ’ αυτό το πλαίσιο βρέθηκαν και άλλοι ωφελημένοι. Η αστική τάξη που –κατά πλειοψηφία– συνεργάστηκε με τους ναζί και ρίχτηκε με τα μούτρα στην ευκαιρία να πλουτίσει από τον πόλεμο. Στην Ελλάδα οι Μποδοσάκηδες, τα παλιότερα δηλαδή «τζάκια», οι Λάτσηδες και οι Λαναράδες, δηλαδή οι νεόπλουτοι, στην Κατοχή έφτιαξαν ή μεγάλωσαν υπέρμετρα τις περιουσίες τους. 
Η κατεχόμενη Ευρώπη είδε σχεδόν παντού να αναπτύσσεται η αντίσταση ενάντια στους ναζί και τους συνεργάτες τους. Οι  εργάτες και οι εργάτριες εντάχθηκαν στις μαζικές οργανώσεις της Αριστεράς για να αντιμετωπίσουν την καταστροφή. Από όλες τις χώρες, η Ελλάδα στα τέλη του 1944, όπως και η Γιουγκοσλαβία, διέθεταν την πιο δυνατή Αριστερά, που με τους αντάρτες πέτυχε όχι μόνο να αντιμετωπίζει τους ναζί, αλλά και να κατατροπώνει τους δοσιλογικούς στρατούς, των Τσέτνικς και Ουστάσι στη Γιουγκοσλαβία και των Ταγμάτων Ασφαλείας στην Ελλάδα. 
Ο εξεγερμένος λαός στην Ελλάδα τον Οκτώβρη του 1944 ένιωθε πως, με την απελευθέρωση, ο κόσμος τού ανήκει. 
Γράφει ένας αστός συγγραφέας, ο Γιώργος Θεοτοκάς, που παρατηρεί τη διαδήλωση του ΕΑΜ τον Οκτώβρη 1944 στην Αθήνα: 
«Δεν υπάρχει αμφιβολία πως τούτος ο λαός, που βλέπουμε αυτές τις μέρες, είναι άλλος από κείνον που ξέραμε, πιο δυναμικός, πιο γενναίος και πιο περήφανος, αληθινά χειραφετημένος και λεύτερος (…)
Στον αέρα υπάρχει Ρώσικη Επανάσταση, μα και Γαλλική Επανάσταση και Κομμούνα του Παρισιού και απελευθερωτικός εθνικός πόλεμος και ποιος ξέρει τι άλλα θολά στοιχεία που δεν τα ξεχωρίζουμε ακόμα (…) Ο λαός βρήκε μια λέξη και την πιπιλίζει ολοένα: «Λαοκρατία». […] Ο λαός ν’ ανέβει, ο λαός να γίνει αφέντης, να πάψουν οι κακοί ν’ αδικούν το λαό –αυτό είναι το γενικό αίτημα».
Όμως η πολιτική ηγεσία των εξεγερμένων, το ΚΚΕ, δεν είχε την πρόθεση να προχωρήσει τα πράγματα πιο πέρα από έναν συμβιβασμό με την άρχουσα τάξη. Όλη η πορεία προς το μακελειό του Δεκέμβρη είναι η αναζήτηση ενός ουτοπικού ταξικού συμβιβασμού, στο όνομα του «αντιφασιστικού» αγώνα…
Η αντίδραση
Το στρατόπεδο της αστικής τάξης δεν είχε διάθεση ούτε για ελάχιστες παραχωρήσεις. Ο Δημήτρης Μαριόλης στην «Αδύνατη Ταξική Ανακωχή» περιγράφει το αίσθημα απελπισίας των εργατικών μαζών στην απελευθερωμένη Αθήνα μπροστά στα κλειστά εργοστάσια. Όμως οι Έλληνες καπιταλιστές, συνηθισμένοι στην Κατοχή σε απίθανες απολαβές, δεν αναλάμβαναν καμία επιχείρηση που θα απέφερε κέρδος κάτω του 40%. Προτιμούσαν να κερδοσκοπούν στις ανταλλαγές μεταξύ παλιάς και νέας δραχμής και χρυσής λίρας, που τους απέφεραν μεγαλύτερα κέρδη από τις επενδύσεις στην παραγωγή.
Η άρχουσα τάξη είχε χωριστεί στα δύο το 1941, με την κατάληψη της χώρας από τον χιτλερικό στρατό. Ο βασιλιάς κι ένα κομμάτι του πολιτικού προσωπικού ακολούθησαν τους Άγγλους κι εγκαταστάθηκαν στο Κάιρο. Το μεγαλύτερο, όμως, τμήμα των αστών έμεινε πίσω και συνεργάστηκε με τους ναζί. Τον Οκτώβρη του 1944, με την απελευθέρωση, τα δύο κομμάτια ενώθηκαν. Το ίδιο και οι στρατοί τους. Στο Γουδί θα στρατωνιστεί η Ορεινή Ταξιαρχία, ο ελληνικός στρατός που ανασυγκροτήθηκε στη Μέση Ανατολή, μαζί με χιλιάδες άντρες των Ταγμάτων Ασφαλείας, που παρέδωσε αιχμάλωτους ο ΕΛΑΣ στους Συμμάχους. Ταγματασφαλίτες και τακτικός στρατός θα σηκώσουν τα όπλα μαζί στα Δεκεμβριανά, ενάντια στον εξεγερμένο λαό της Αθήνας.     
Την καλύτερη περιγραφή για τις προθέσεις των αστών έδωσε λίγο αργότερα από τα Δεκεμβριανά ο επικεφαλής της Αμερικανικής Οικονομικής Αποστολής, που  χαρακτήρισε τις «επιχειρηματικές τάξεις ως ιδιοτελείς και αφοσιωμένες στην κερδοσκοπία» και τα κυβερνητικά στελέχη στην Ελλάδα ως «μέλη της διεθνούς κομψής κλίκας», που ενδιαφέρονται μόνο για τα προνόμια των τραπεζιτών και των εμπόρων. 
Αυτά τα παράσιτα φοβόντουσαν ένα μόνο πράγμα. Τα όπλα και τη μαχητικότητα του λαού που ήταν οργανωμένος στο ΕΑΜ. Και ήταν αποφασισμένοι να τον τσακίσουν…
Το ΚΚΕ
Ποτέ δεν είχε το ΚΚΕ τόση επιρροή και αναγνώριση μέσα στον λαό όσο τον Οκτώβρη-Δεκέμβρη 1944 που αριθμούσε 450.000 μέλη, ενώ το ΕΑΜ το ακολουθούσαν εκατομμύρια. Το ΚΚΕ είχε στον έλεγχό του σχεδόν όλη τη χώρα. 
Όμως, κανένας πολιτικός οργανισμός δεν διαθέτει αρκετή δύναμη για να ξεγελάσει την Ιστορία. Μπροστά σε δύο ένοπλα, κοινωνικά στρατόπεδα με εντελώς αντίθετα συμφέροντα, που έχουν να λύσουν άμεσα το θέμα της εξουσίας, το ΚΚΕ κράτησε αυτοκτονική στάση. Προσπάθησε να παίξει κρυφτούλι με την πάλη των τάξεων και να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα. Έτσι μπήκε από την αρχή στην υποτιθέμενη «κυβέρνηση εθνικής ενότητας» του Γ. Παπανδρέου –και μάλιστα ως μειοψηφία– κι αντί να οργανώσει την αναπόφευκτη σύγκρουση, προσπάθησε να σπείρει στον κόσμο του απογοήτευση και αυταπάτες. Στη ρήξη που αρχίζει με τα Δεκεμβριανά του ’44 και τη Βάρκιζα και τελειώνει με το Γράμμο-Βίτσι το 1949, το ΚΚΕ θα συνθλιβεί και τα μέλη του θα βιώσουν πλήρως το ρητό «Ουαί τοις ηττημένοις».       
Από τον Οκτώβρη της απελευθέρωσης ώς τον αναπόφευκτο επερχόμενο Δεκέμβρη, οι υπουργοί του ΕΑΜ θα υπογράψουν όλες τις αποφάσεις που μειώνουν δραστικά τους μισθούς «για να ισοσκελιστεί ο προϋπολογισμός» και για να δοθούν κίνητρα στους βιομήχανους να ανοίξουν τα εργοστάσια. Το ΚΚΕ θα προσπαθήσει να συγκρατήσει τη λαϊκή αγανάκτηση και να δώσει διαπιστευτήρια σεβασμού της αστικής νομιμότητας. 
Όμως όλα ήταν μάταια. Η ανασυγκροτημένη αστική τάξη ήθελε όλη την εξουσία και ο Άγγλος διοικητής Σκόμπι –που το ΚΚΕ είχε αποδεχτεί ως επικεφαλής του ΕΛΑΣ– έστειλε τελεσίγραφο την 1η Δεκέμβρη 1944, απαιτώντας την άμεση διάλυση του ΕΛΑΣ. 
Η ηγεσία του ΚΚΕ απάντησε στη θανάσιμη απειλή με κοινοβουλευτικά τερτίπια. Ανακάλεσε τους υπουργούς της και απάντησε με συλλαλητήριο στο Σύνταγμα στις 3 Δεκέμβρη για να «πιέσει» την κυβέρνηση Παπανδρέου. Είναι η άοπλη συγκέντρωση που θα ματοκυλίσει η Αστυνομία με 27 νεκρούς. Μακελειό θα ακολουθήσει και στην κηδεία των θυμάτων την επομένη μέρα από τα αστυνομικά πυρά. 
Η ένοπλη σύγκρουση δεν ξορκίστηκε με τις συνεχείς παραχωρήσεις. Θα διεξαχθεί από την πλευρά των αστών με σαφήνεια και στοχοπροσήλωση κι από τη μεριά του ΚΚΕ με συνεχείς δισταγμούς και προσπάθειες συμβιβασμού. Το πιο τραγικό κεφάλαιο στην ιστορία της ελληνικής Αριστεράς είχε μόλις ξεκινήσει…